Στην ομιλία του στη Βουλή ο πρωθυπουργός παρουσίασε με σαφήνεια την ιστορία της διένεξης για το όνομα με την οσονούπω Βόρεια Μακεδονία, που κρατάει σχεδόν τριάντα χρόνια και επιλύεται με τη συμφωνία των Πρεσπών.
Η διαφορά με τους βόρειους γείτονές μας για την ονομασία τους ταλαιπώρησε τη χώρα, τους γείτονες μας, τα Βαλκάνια, τη διεθνή κοινότητα για τρεις δεκαετίες. Η αδράνεια, η ατολμία, η αναβλητικότητα είχε αποτέλεσμα τις διαρκείς υποχωρήσεις από την ελληνική πλευρά. Και εν τέλει την αναγνώριση των γειτόνων μας με τη συνταγματική τους ονομασία από περισσότερες από 130 χώρες όλου του κόσμου, μεταξύ των οποίων οι ΗΠΑ, η Ρωσία, η Κίνα.
Η αδράνεια αυτή δεν είχε αποτέλεσμα να κινδυνεύουμε να χάσουμε μόνο το όνομα Μακεδονία, αλλά ότι κινδυνεύαμε να χάσουμε και ένα μεγάλο κομμάτι της ιστορίας μας, καθώς η επικράτηση των εθνικιστών στη γειτονική χώρα τούς είχε οδηγήσει σε έναν πρωτοφανή παροξυσμό παραχάραξης και σφετερισμού της ιστορίας, της πολιτισμικής κληρονομιάς και των συμβόλων της Μακεδονίας, που αποτελούσε και αποτελεί ιστορικά αναπόσπαστο κομμάτι της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς.
Και στην Ελλάδα επικράτησε εθνικιστικός παροξυσμός στις αρχές της δεκαετίας του 1990, που διαμόρφωσε το κλίμα στην κοινή γνώμη. Με αποκορύφωμα τη μαξιμαλιστική θέση που συμφωνήθηκε, πλην ΚΚΕ, στο περίφημο συμβούλιο των πολιτικών αρχηγών το 1992 περί μη χρήσης του όρου “Μακεδονία” ή παραγώγου του από τη γειτονική χώρα.
Το διπλωματικό παρελθόν
Ωστόσο αυτή η θέση ουδέποτε εφαρμόστηκε από οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής. Τον όρο “Μακεδονία” στην ονομασία των γειτόνων τον απεδέχθη πρώτος ο κ. Σαμαράς. Με την υπογραφή του στον κοινοτικό κανονισμό 3567 για εμπορικές συμφωνίες, στις 2 Δεκεμβρίου του 1991, με τον οποίο για πρώτη φορά αναγνωριζόταν Δημοκρατία της Μακεδονίας.
Επίσης, η Ελλάδα ήταν αυτή που πρώτη πρότεινε τη σύνθετη ονομασία με τον όρο “Μακεδονία”, με πρωθυπουργό τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη το 1993, ενώ τον όρο “Μακεδονία” τον αποδεχτήκαμε έστω και ως προσωρινό όνομα, που κράτησε όμως 25 χρόνια, με τη λεγόμενη Ενδιάμεση Συμφωνία, που συνήφθη μόλις τρία χρόνια μετά από την κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου, το 1995. Όπου αποδεχθήκαμε το Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας.
Ειδικά μετά την αναγνώριση της γειτονικής χώρας από τις ΗΠΑ το 2004, επιδεινώθηκε σημαντικά η διαπραγματευτική θέση της χώρας μας, με την Ελλάδα να φαίνεται στα μάτια της διεθνούς κοινής γνώμης μέρος του προβλήματος για την αστάθεια στη περιοχή.
Έτσι φτάσαμε στο 2007 και τη λεγόμενη εθνική γραμμή:
Σύνθετη ονομασία με τον όρο Μακεδονία με γεωγραφικό προσδιορισμό έναντι όλων.
Μια θέση που την υποστήριξαν όλες οι κυβερνήσεις από το 2007 έως σήμερα.
Το 2008 στο Βουκουρέστι η κυβέρνηση Καραμανλή, χωρίς να ασκήσει βέτο όπως φημολογείται, προσπάθησε και κατάφερε να αποσπάσει τη συναίνεση των εταίρων στο ΝΑΤΟ ώστε να μην ενταχθεί η γειτονική χώρα με την προσωρινή της ονομασία, της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, μέχρις ότου υπάρξει αμοιβαία αποδεκτή λύση στη βάση της σύνθετης ονομασίας.
Και αυτό ήταν πράγματι μια επιτυχία, στον βαθμό που η ίδια η Ενδιάμεση Συμφωνία προέβλεπε ότι η Ελλάδα δεν έχει το δικαίωμα να ασκήσει βέτο στην ένταξη της γειτονικής χώρας με την προσωρινή ονομασία.
Ωστόσο, ο χειρισμός αυτής της επιτυχίας αργότερα από την ίδια κυβέρνηση που το πέτυχε, αλλά και από τις επόμενες, υπήρξε καταστροφικός. Διότι η ίδια η κυβέρνηση και στελέχη της με δημόσιες δηλώσεις τους πανηγύριζαν ότι η Ελλάδα έβαλε βέτο στο Βουκουρέστι. Και έτσι ήρθε το 2011 η δυσμενής απόφαση για την Ελλάδα του Δικαστηρίου του ΟΗΕ, που αναφερόταν σε παραβίαση της ενδιάμεσης συμφωνίας του 1995, κατά τη Σύνοδο του Βουκουρεστίου.
Η διπλή ονομασία
Η Κομισιόν είχε επανειλημμένως προτείνει την έναρξη διαπραγματεύσεων για την ένταξη της ΠΓΔΜ στην Ε.Ε. Αλλά με αυτά τα ευνοϊκά για την ίδια δεδομένα η γειτονική χώρα, σε όλες τις διαπραγματεύσεις στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, προσερχόταν αποδεχόμενη μόνον τη διπλή ονομασία. Μία για την Ελλάδα και μια άλλη για τον υπόλοιπο κόσμο. Και ουδέποτε συζήτησε κατοχύρωση οιωνδήποτε αλλαγών στο σύνταγμά της.
Τι πέτυχε η συμφωνία των Πρεσπών
Πρώτον: Σύνθετο όνομα με γεωγραφικό προσδιορισμό. Η γειτονική χώρα από Δημοκρατία της Μακεδονίας γίνεται «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας».
Δεύτερον: Ισχύ του νέου ονόματος erga omnes. Θα χρησιμοποιείται όχι μόνο στις διεθνείς σχέσεις της χώρας με άλλες χώρες και με διεθνείς οργανισμούς, αλλά θα αφορά και το εσωτερικό της χώρας.
Τρίτον: Οι γείτονες αναθεώρησαν το σύνταγμά τους τροποποιώντας τις διατάξεις εκείνες που περιείχαν αναφορές αλυτρωτισμού και αναθεωρητισμού. Ευθυγραμμίζουν μάλιστα το σύνταγμα τους με το ελληνικό σύνταγμα στις σχετικές διατάξεις περί διασποράς. Επιπλέον δεσμεύονται να μην υποκινούν οποιεσδήποτε πράξεις μη φιλικού χαρακτήρα κατά της χώρας μας, να μην προβαίνουν σε αλυτρωτικές δηλώσεις, να σέβονται τα υφιστάμενα σύνορα.
Τέταρτον: Η χρήση του όρου «Μακεδονία» και «μακεδονικός» σε σχέση με κρατικές δομές και όργανα του κράτους επιφυλάσσεται αποκλειστικά και μόνο για την Ελλάδα. Οι γείτονες δεν μπορούν να έχουν «Αεροδρόμιο Μακεδονία» ούτε «Πανεπιστήμιο Μακεδονία». Η Ελλάδα μπορεί.
Πέμπτον: Κατοχυρώνεται η ελληνική παράδοση και η ιστορική κληρονομιά της αρχαίας ελληνικής Μακεδονίας με τον πιο σαφή και νομικά δεσμευτικό τρόπο.
Είναι μια συμφωνία που καλύπτει πλήρως όλες τις εθνικές κόκκινες γραμμές.
Περί γλώσσας
Σε ό,τι αφορά το θέμα της γλώσσας, είναι προφανές ότι δεν μπορείς να αναγνωρίσεις κάτι που είναι ήδη αναγνωρισμένο. Η μακεδονική γλώσσα έχει αναγνωριστεί από την Ελλάδα ήδη κατά την Τρίτη Διάσκεψη του ΟΗΕ για την Τυποποίηση των Γεωγραφικών Ονομάτων που έλαβε χώρα στην Αθήνα το 1977. Η Ελλάδα δεν προέβαλε καμία επιφύλαξη ή αντίρρηση ούτε το 1994, αφού είχε προκύψει η διαφορά με τους γείτονες όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, στον Διεθνή Οργανισμό Τυποποίησης, ο οποίος είναι υπεύθυνος για την επίσημη κωδικοποίηση των ονομάτων των γλωσσών των κρατών - μελών του ΟΗΕ.
Υπενθυμίζεται ότι ο Ευάγγελος Αβέρωφ δήλωνε ήδη από το 1959 ως υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας τα εξής:
«Πρώτον, εις την ελληνικήν Μακεδονία δεν ομιλείται η μακεδονική γλώσσα, η οποία ομιλείται εις τα Σκόπια και έχει και γραμματικήν και συντακτικόν, ομιλείται ένα τοπικόν ιδίωμα το οποίο δεν έχει καμία σχέση με την μακεδονικήν γλώσσαν».
Αυτή η δήλωση είναι πραγματικά αποκαλυπτική. Κατεδαφίζει με μια και μόνη κίνηση όλες τις αντιεπιστημονικές, πατριδοκάπηλες ανοησίες που έχουν κατατεθεί το τελευταίο διάστημα στη δημόσια συζήτηση.
Η συμφωνία των Πρεσπών προσδιορίζει με σαφήνεια ότι το επίθετο «μακεδονικός», όταν χρησιμοποιείται από τους γείτονες, διαχωρίζεται πλήρως από την ελληνική μακεδονική παράδοση, ενώ διευκρινίζεται ότι η γλώσσα ανήκει στην οικογένεια των νότιων σλαβικών γλωσσών.
Περί εθνότητας
Το θέμα της εθνότητας δεν το ρυθμίζει η συμφωνία. Με τον όρο “nationality” εννοεί την ιθαγένεια και όχι την εθνότητα. Ειδικά δε στη ρηματική διακοίνωση τα πράγματα γίνονται τόσο σαφή, που είναι αυταπόδεικτα. Οι γείτονες ρητά αναφέρουν ότι η ιθαγένεια δεν προκαταλαμβάνει την εθνοτική ένταξη των πολιτών της Βόρειας Μακεδονίας.
Κι αυτό διότι, σε όλα τα διεθνή κείμενα, από την Οικουμενική Διακήρυξη έως την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την “ιθαγένεια”, ρητά ο όρος “ιθαγένεια” αποδίδεται με τον όρο “nationality” και δεν προσδιορίζει την εθνική ένταξη του ατόμου.
Και αυτό είναι λογικό καθώς στο διεθνές δίκαιο δεν υπάρχουν γενικώς αποδεκτά χαρακτηριστικά ή γενικά αποδεκτοί ορισμοί του έθνους ή του λαού.
Η συμφωνία δεν ρυθμίζει, γιατί δεν θα μπορούσε να ρυθμίζει, θέματα που αφορούν τον λαό και το έθνος. Τα κράτη αναγνωρίζουν κράτη, όχι λαούς.
Και τα θέματα της ιθαγένειας αφορούν ακριβώς τη σχέση του πολίτη με το κράτος. Καμία σχέση δεν έχουν με τα θέματα εθνικής ταυτότητας και ένταξης σε μια εθνότητα, που αφορούν την ατομική ή τη συλλογική συνείδηση και τον μη δυνάμενο να περιοριστεί αυτοπροσδιορισμό ενός ατόμου ή ενός λαού.
Πέρα από τον εθνικισμό και τις προκαταλήψεις
Το VMRO λέει ότι ο Ζάεφ πούλησε τη Μακεδονία, την ιστορία, την ψυχή της και άλλα τέτοια. Η Νέα Δημοκρατία λέει ακριβώς τα ίδια. Τελικά ποιος από τους δύο εθνικισμούς έχει δίκιο; Κανείς. Ποτέ ο εθνικισμός δεν έχει δίκιο.
Η συμφωνία των Πρεσπών πάει πέρα από τις προκαταλήψεις των εθνικιστών και από τις δύο πλευρές. Επιλύει με όρους κατανόησης και αλληλεγγύης μια από τις τελευταίες, ίσως την τελευταία ταυτοτική σύγκρουση στα Βαλκάνια. Γι’ αυτό σήμερα γράφουμε ιστορία.
Το τέλος της εκκρεμότητας
Με τη συμφωνία στερεύουν τα αποθέματα μίσους και διχασμού που έσπειραν στους δυο λαούς πολιτικά πρόσωπα και ηγεσίες που δεν σεβάστηκαν ούτε την ιστορία ούτε το μέλλον των δύο χωρών. Αποκαθίσταται η ιστορία.
Η Ελλάδα παίρνει πίσω αυτό που της ανήκει, την ιστορία, τα σύμβολα, την παράδοση, την κληρονομιά της αρχαίας ελληνικής Μακεδονίας.
Και η Βόρεια Μακεδονία γίνεται φίλη, σύμμαχος χώρα, συμπαραστάτης της Ελλάδας για τη συνεργασία, την ειρήνη και την ασφάλεια στην περιοχή.
Μακριά από τη σφαίρα επιρροής τρίτων χωρών που για ίδιον όφελος επιδιώκουν τη διαιώνιση της αστάθειας στα Βαλκάνια και την αποδυνάμωση του ρόλου της Ελλάδας.
Το ΚΚΕ και οι Ερινύες
Ο Αλέξης Τσίπρας αναφέρθηκε και στη στάση του ΚΚΕ θυμίζοντας λίγο την ιστορία:
* Το σλαβομακεδονικό αλφαβητάρι που μοίραζαν οι κομμουνιστές στην Τασκένδη στα παιδιά των Σλαβομακεδόνων μαχητών του ΔΣΕ.
* Τους 70.000 πρόσφυγες του Εμφυλίου που το ελληνικό κράτος τους στέρησε το δικαίωμα το 1983 να επιστρέψουν στην πατρίδα τους.
* Τη Σλαβομακεδόνισσα Ειρήνη Γκίνη / Μίρκα Γκίνοβα, την πρώτη γυναίκα που εκτελέστηκε στον Εμφύλιο.
Επί της ουσίας, όμως, απάντησε στις αιτιάσεις του ΚΚΕ ότι η συμφωνία είναι υπαγορευμένη από τη Δύση, τον διεθνή ιμπεριαλισμό. Και έθεσε το ερώτημα πώς θεωρεί το ΚΚΕ ότι πρέπει να αναγνωρίσει το ελληνικό κράτος τη γειτονική χώρα, με δεδομένη τη βούληση των γειτόνων να μπουν στο ΝΑΤΟ, που άλλωστε είναι δικό τους θέμα. Με ποιο όνομα;
Αυτό πρέπει να απαντήσει κάποια στιγμή το ΚΚΕ, χωρίς να ψάχνει υπεκφυγές, τόνισε ο πρωθυπουργός και επισήμανε ότι “ο κύριος εχθρός της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων σε αυτή τη χώρα είναι η ασίγαστη δίψα του ελληνικού εθνικισμού για εκδίκηση απέναντι στη δημοκρατία και την Αριστερά”.