Του Δημήτρη Π. Κυριακαράκου*
Σχεδόν δυο εβδομάδες έχουν περάσει από την μοιραία Παρασκευή και 13 οπότε σκοτείνιασε η πόλη του φωτός. Το σκοτείνιασμα το διαδέχθηκε ένα ανελέητο ανθρωποκυνηγητό στον ευρύτερο αστικό ιστό των Παρισίων που όμοιο του, ή συγκρίσιμο με αυτό, ενδεχομένως να έλαβε χώρα μόνο την εποχή της «βασιλείας του τρόμου», επί Ροβεσπιέρου, τότε που την Επανάσταση, ως φυσική συνέπεια, τη διαδέχθηκε ο εμφύλιος. Το σκότος όμως άπλωσε τη σκιά του και στις φιλειρηνικές Βρυξέλλες, την πρωτεύουσα της Ε.Ε., την κοινή μας πρωτεύουσα. Στο Βέλγιο, όπως και στις λοιπές χώρες της Μπενελούξ, ο πεζοναύτης θεωρείτο μέχρι πρότινος αργόμισθος δημόσιος υπάλληλος. Σήμερα, αναλαμβάνει οιονεί αστυνομικό ρόλο όπως ναζιστική κατοχή ένα πράγμα.
Όταν ένα αστικό κέντρο τελεί υπό το κράτος (ήτοι, την κυριαρχία) του τρόμου (εξ ου τρομοκρατία) οι πολίτες δεν μετακινούνται παρά μόνο για τα απαραίτητα, δε συναθροίζονται εύκολα και ως εκ τούτου δε συναλλάσσονται με κανονικούς ρυθμούς. Η βιαία διακοπή της καθημερινής οικονομικής ζωής, ακόμα και για το διάλειμμα του καφέ, συνεπάγεται το πλήγμα για την αλυσίδα των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων και επιτηδευματιών. Εάν, π.χ., στις Βρυξέλλες, την ακριβότερη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα, φοβούνται ακόμα και την κυκλοφορία του delivery του καφέ ή του φαγητού στα επιχειρηματικά και κυβερνητικά κτίρια, τότε οι Τζιχαντιστές μάλλον έκαναν «καλή δουλειά».
Η μικρή και μεσαία επιχειρηματικότητα είναι εκείνη που κατ' εξοχήν φωλιάζει στα αστικά κέντρα όπου λαμβάνει χώρα αυτό που, ως Αριστεροί, αγαπάμε να αναλύουμε κριτικά, η κατανάλωση. Η κατανάλωση είναι για μας το αναγκαίο κακό για τη συντήρηση των θέσεων εργασίας των νέων υπαλλήλων και των μικρών επιτηδευματιών που εκμεταλλεύονται την ιδία τους την εργατική δύναμη (για να μην ξεχνούμε τις φιλοσοφικές μας καταβολές). Η μικρή και μεσαία επιχειρηματικότητα είναι συν τοις άλλοις και εκ φύσεως φορολογικά πιο άμεσα ελέγξιμες και, ως εκ τούτου, πιο άμεσα προσοδοφόρες για το κάθε απανταχού δημόσιο.
Η μεγάλη, παραγωγική επιχειρηματικότητα εδρεύει εκτός των ευρωπαϊκών αστικών κέντρων και κατά συνέπεια πλήττεται μόνο στο μέτρο στο οποίο διατηρεί πελατεία στο πληγέν από την τρομοκρατική ενέργεια αστικό κέντρο. Η εν γένει λειτουργία της συνεχίζει ομαλά ως προς τις λοιπές κατευθύνσεις των συμφερόντων της, πόσο μάλλον όταν έχει και εξαγωγικό ρόλο.
Τα διαβόητα «έκτακτα μέτρα» θίγουν κατά κανόνα τη μικρή οντότητα και δυστυχώς όχι ‘εκτάκτως' αλλά επισταμένως.Για τον λόγο αυτό λοιπόν οι κ.κ. ιθύνοντες της Ε.Ε. συνετό θα ήταν να μην κάνουν λόγο για πόλεμο ούτε καν υπό μορφή λογοτεχνικής μεταφοράς. Η ποιητική αδεία δεν αρμόζει στους πολιτικούς. Ο πόλεμος αποτελεί δικαιοπραξία στο πλαίσιο του Δημόσιου Διεθνούς Δικαίου, έχει συγκεκριμένες έννομες διατυπώσεις και συνέπειες που έχουν διάρκεια και δύνανται να τροποποιούν ακόμα και θεμελιώδεις συνταγματικές λειτουργίες.
Το Παρίσι και οι Βρυξέλλες τελούν υπό απειλή, όχι σε πόλεμο. Εάν οι Βρετανοί είχαν συνομολογήσει τέτοιας μορφής «έκτακτη ανάγκη», το Λονδίνο για δεκαετίες θα είχε γίνει μια απέραντη ήσυχη γειτονιά, και στο σημείο αυτό δεν επικαλούμαι καμία λογοτεχνική μεταφορά.
Μία πιθανή παρατεταμένη παράταση της «έκτακτης ανάγκης» θα σημάνει την άμεση υποβάθμιση των δύο πιο ζωντανών αστικών κέντρων της Ε.Ε., του Παρισιού και των Βρυξελλών, είτε πρόκειται για τουρισμό είτε πρόκειται για real estate είτε για δραστηριότητες πολιτισμικής επιχειρηματικότητας. Με ρέγουλα λοιπόν η «έκτακτη ανάγκη», ειδάλλως θα προκληθεί εκνευρισμός σε κοινωνίες πολιτών που δυσκολεύονται να συνηθίσουν την καθημερινότητα των επί ναζιστικής κατοχής προγόνων της, βλ. ελέγχους εγγράφων, τσαντών, ταυτοτήτων κάθε τρία ή πέντε οικοδομικά τετράγωνα, υποδείξεις αναφορικά με τη συχνότητα της κυκλοφορίας ή τις οδούς της κυκλοφορίας.
Αρκεί να θυμηθούμε τον εκνευρισμό και τον πανικό που προκλήθηκε το καλοκαίρι που μας πέρασε συνεπεία της θεσμικής βίας που μας ασκήθηκε «εκτάκτως» από τα capital controls την εβδομάδα προ του Δημοψηφίσματος. Πολλοί πρεσβύτεροι συμπολίτες μας παρομοίασαν τις ουρές στις ΑΤΜ με τις αντίστοιχες των συσσιτίων της Κατοχής. Για να μη θυμηθούμε τα σενάρια, μιντιακά και έξω μιντιακά, περί κατάρρευσης της οικονομίας, των τραπεζών, της κοινωνικής συνοχής και το ενδεχόμενο εμφυλίου, Ευρωπαϊστές κατά Αντιευρωπαϊστών, λέω εγώ τώρα, κ.ο.κ.
Σε καμία περίπτωση βεβαίως δε συγκρίνονται τα «έκτακτα». Στη μεν πρώτη οι έχοντες γαλατικό φλέγμα Γάλλοι και Βέλγοι έχουν εθιστεί στις αξίες του κοινωνικού φιλελευθερισμού, στη δε δεύτερη οι έχοντες θυμικό Έλληνες έχουν εθιστεί στη υπερβολή και στο μεταπολιτευτικό ανάθεμα.
Το ζήτημα παραμένει πως οι Ευρωπαίοι Πολίτες δεν διατίθενται να εθιστούν σε «έκτακτες» καταστάσεις για το «καλό» τους και κανείς δε μπορεί να τους κατηγορήσει για αυτό.
*Ο Δημήτρης Π. Κυριακαράκος είναι δικηγόρος LL.M. Διεθνούς και Συγκριτικού Δικαίου Οικονομίας/ Εμπορίου του Μητροπολιτικού Πανεπιστημίου Λονδίνου.