Live τώρα    
Η πορτογαλική εμπειρία και το σύνδρομο της φυγής
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Η πορτογαλική εμπειρία και το σύνδρομο της φυγής

ΤΟΥ ΑΝΕΣΤΗ ΤΑΡΠΑΓΚΟΥ

Τελικά η Πορτογαλία είναι η δεύτερη χώρα του ευρωπαϊκού Νότου που σ' αυτή την αρχή του Δεκεμβρίου του 2015 βλέπει να σχηματίζεται κυβέρνηση της Αριστεράς, με τη συμμαχία του Σοσιαλιστικού Κόμματος, του Κ.Κ. Πορτογαλίας και του Μπλόκου της Αριστεράς, μετά την ελληνική περίπτωση του Ιανουαρίου του 2015. Προφανώς, πρόκειται για το αποτέλεσμα της εφαρμογής των μνημονιακών πολιτικών σ' ολόκληρη την τελευταία εξαετία, που οδήγησαν τις αριστερές δυνάμεις στην κατάκτηση αθροιστικά του 50,9% των ψήφων και της πλειοψηφίας στο πορτογαλικό Κοινοβούλιο. Δεν πρόκειται τόσο για την αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών που επέφερε αυτή την εξέλιξη, όσο για τον μετασχηματισμό της πολιτικής στάσης των Πορτογάλων σοσιαλιστών έναντι της υλοποίησης των Μνημονίων των τελευταίων χρόνων που προκάλεσε αυτή την κυβερνητική συνεργασία σοσιαλιστών - ριζοσπαστών - κομμουνιστών. Το δεξιό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα διατήρησε βέβαια την εκλογική του επιρροή, ωστόσο υποσκελίστηκε από τη σχετική άνοδο του κεντροαριστερού Σοσιαλιστικού Κόμματος, τον διπλασιασμό των δυνάμεων του Μπλόκου της Αριστεράς και τη σταθερότητα των δυνάμεων του πορτογαλικού Κ.Κ.

Αριστερή αντιμνημονιακή συμπαράταξη σε επίπεδο διακυβέρνησης

Ξεκινάει έτσι μια εξαιρετικά σημαντική εμπειρία στην ιβηρική χερσόνησο, με σοβαρές εντούτοις διαφορές από ό,τι στην ελληνική περίπτωση, και ιδιαίτερα μετά την υιοθέτηση του 3ου Μνημονίου από την πλειοψηφία του ΣΥΡΙΖΑ με την ταυτόχρονη εγκατάλειψη των προοδευτικών λαϊκών του δεσμεύσεων, παρ' όλη την ελπιδοφόρα αφετηριακή εκκίνηση του ριζοσπαστικού κυβερνητικού εγχειρήματος. Μάλιστα, η πρώτη κριτική που διατυπώνεται για την πορτογαλική κυβερνητική συμμαχία Αριστεράς και Κεντροαριστεράς είναι ότι προφανώς αυτό το εγχείρημα δεν θα έχει καλύτερη μοίρα από εκείνην του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα και θα επιχειρηθεί να ακυρωθεί κάτω από την οικονομική ποδηγέτηση και τους νομισματικούς καταναγκασμούς της Ευρωζώνης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και παράλληλα τίθεται το ερώτημα για το είδος μιας τέτοιας κυβερνητικής συνεργασίας, τη στιγμή που οι Πορτογάλοι σοσιαλιστές αποδέχονται τον «ευρωμονόδρομο» και τους όρους της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής διεθνοποίησης.

Η ιστορική εμπειρία από τη συνεργασία των δυνάμεων της Αριστεράς με εκείνες των Σοσιαλιστών είναι εξαιρετικά πλούσια από πολλά παραδείγματα, εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους: από τη Λαϊκή Ενότητα της Χιλής και τη συμμαχία ενός μαρξιστικού, εργατικού Σοσιαλιστικού Κόμματος με το χιλιανό Κ.Κ., μέχρι τη γαλλική εμπειρία της αντίστοιχης συμμαχίας που οδήγησε το γαλλικό Κ.Κ., εξαιτίας του δικού του καιροσκοπισμού, στην πλήρη του περιθωριοποίηση. Στην προκειμένη περίπτωση η κυβερνητική συμμαχία, με βάση τους υπαρκτούς συσχετισμούς των δυνάμεων (Σοσιαλιστές στο 32,4% και Αριστερά στο 18,5%), γίνεται με αποκλειστικό σκοπό τον τερματισμό της μνημονιακής πολιτικής λιτότητας, την προάσπιση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, τη βελτίωση μισθών και συντάξεων, την κατοχύρωση των εργατικών λαϊκών δικαιωμάτων κ.λπ. Μ' αυτούς τους συσχετισμούς δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετική, να θέτει δηλαδή στόχους κοινωνικοποίησης και αντικαπιταλιστικής πολιτικής, τη στιγμή που την κύρια επιρροή ασκεί το Σοσιαλιστικό Κόμμα σε σχέση με την Αριστερά (Μπλόκο + Κ.Κ.).

Ωστόσο, είναι συμμαχία σε καίρια σημεία αιχμής που αφορούν τις λαϊκές τάξεις, που, εφόσον υλοποιηθούν και στον βαθμό που έχουν τη συνεχή ενεργή παρέμβαση της πραγματικά αριστερής Εργατικής Συνδικαλιστικής Συνομοσπονδίας (το αντίστροφο της ελληνικής ΓΣΕΕ), μπορούν να αλλάξουν τους συσχετισμούς των δυνάμεων και να ανοίξουν δρόμους εμβάθυνσης μιας ριζοσπαστικής πορείας, εφόσον προφανώς η πορτογαλική Αριστερά κατορθώσει να διευρύνει την πολιτική της ισχύ και επιρροή. Σε διαφορετική περίπτωση αρνητικής στάσης των δυνάμεων της Αριστεράς (περιχαράκωσης και απομονωτισμού), τα πράγματα θα είχαν οδηγηθεί στον «μεγάλο συνασπισμό» Δεξιάς και Κεντροαριστεράς, που θα συνέχιζε τη μνημονιακή πολιτική από ισχυρές θέσεις, χωρίς βέβαια να είναι σίγουρο ότι σ' αυτή την περίπτωση το πολιτικό κενό που θα προέκυπτε θα καταλαμβάνονταν από ένα φαντασμαγορικό άλμα του Μπλόκου της Αριστεράς ή του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Από την άλλη πλευρά, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οποιαδήποτε υλοποίηση αυτού του κυβερνητικού προγράμματος θα προσκρούσει στις ρυθμίσεις της ζώνης του ευρώ και γρήγορα θα ακυρωθεί. Άρα, εκείνο που χρειάζεται αφετηριακά είναι η προοιμιακή πορεία αποχώρησης από την Ευρωζώνη και ενδεχόμενα και την Ευρωπαϊκή Ένωση, προκειμένου να γίνει εφικτή η εφαρμογή ενός προοδευτικού λαϊκού προγραμματισμού. Εντούτοις, μια τέτοια οπτική, και παρ' όλη την κριτική στάση της πορτογαλικής Αριστεράς, δεν θα γινόταν αποδεκτή κατά κανέναν τρόπο από το Σοσιαλιστικό Κόμμα, με αποτέλεσμα την πλήρη αδυναμία διαμόρφωσης μιας κυβερνητικής συμμαχίας. Αλλά κι αν έχουν έτσι τα πράγματα, η πρόσφατη ελληνική περίπτωση, ισχυρίζονται, δεν απέδειξε με πλήρη επάρκεια ότι η εφαρμογή ενός ριζοσπαστικού προγράμματος σε μια επιμέρους χώρα είναι αδύνατη και οδηγεί αναγκαστικά εκ νέου στην υιοθέτηση νέων μνημονιακών πολιτικών;

Προτεραιότητα των λαϊκών αναγκών έναντι των ευρωπαϊκών επιταγών

Κατ' αρχάς, η πολιτική και κοινωνική διαπάλη των δυνάμεων της εργασίας δεν γίνεται ποτέ στην ιστορική περίοδο που διανύουμε στο δικό τους γήπεδο, αλλά αναγκαστικά στο γήπεδο που ορίζουν οι αντίπαλες κυρίαρχες αστικές τάξεις, σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Όπως στην περίοδο της δημιουργίας των εθνικών κρατών από τις δυνάμεις του ανερχόμενου καπιταλισμού διαμορφώνονταν στον εθνικό κοινωνικό σχηματισμό, ως το πεδίο ανάπτυξης της ταξικής πάλης, έτσι και στην περίπτωση της καπιταλιστικής ευρωπαϊκής διεθνοποίησης, αυτή η διαπάλη διεξάγεται ταυτόχρονα το εθνικό και το υπερεθνικό επίπεδο. Κατά συνέπεια, καίρια προτεραιότητα μιας εθνικής αντιμνημονιακής διακυβέρνησης είναι η προαγωγή του λαϊκού της προγράμματος ενάντια στους «θεούς και δαίμονες» των όποιων διεθνικών καπιταλιστικών επικαθορισμών, εν προκειμένω της ευρωπαϊκής "Ιερής Συμμαχίας". Απ' αυτή την άποψη αυτή είναι η κατεύθυνση που αναδεικνύεται στις συμφωνίες των Πορτογάλων σοσιαλιστών με τις αριστερές δυνάμεις. Αυτή άλλωστε ήταν και η αφετηριακή πολιτική κατεύθυνση του ΣΥΡΙΖΑ: Η υλοποίηση των συμφερόντων των εργαζομένων πάνω από οποιουσδήποτε καταναγκασμούς της Ευρωζώνης και των δανειστών (άλλο τελικά τι επικράτησε με την επιβολή της προτεραιότητας των αστικών μνημονιακών συμφερόντων και την «προσαρμογή» των λαϊκών επιδιώξεων μέχρις ακύρωσης στον ασφυκτικό κορσέ της ζώνης του ευρώ).

Μια τέτοια κυβερνητική πορεία, εφόσον προφανώς γίνεται με όρους «μαζικής πολιορκίας» της κυβέρνησης συνεργασίας από το εργατικό λαϊκό συνδικαλιστικό κίνημα (ας θυμηθεί κανείς τις παραινέσεις του Λ. Αλτουσέρ στο «Τι πρέπει να αλλάξει στο γαλλικό Κ.Κ.»), προφανέστατα και θα έρθει σε αντιπαράθεση με την πορτογαλική εργοδοσία όπως και με την ένωση των αστικών τάξεων στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Μια τέτοια αντιπαράθεση μπορεί να έχει πολλαπλές εκδοχές στην εξέλιξή της, εφόσον διατηρείται μια άτεγκτη στάση της κυβερνητικής συμμαχίας και του κινήματος για τη σε πρώτη προτεραιότητα εφαρμογή των μέτρων αναδιανομής προς όφελος των λαϊκών τάξεων. Σ' αυτή την περίπτωση, όποιοι λεονταρισμοί, εκβιασμοί και καταναγκασμοί υιοθετηθούν από τις διευθυντικές ευρωπαϊκές ελίτ μπορούν να αποκρουστούν αποτελεσματικά και να έχουν ευρύτερη έμπρακτη στήριξη στους εργαζόμενους λαούς του ευρωπαϊκού Νότου. Είτε θα γίνει de facto αποδεκτή η τροποποίηση του συσχετισμού των δυνάμεων, είτε θα δρομολογηθούν εξελίξεις αποδέσμευσης από τους μηχανισμούς της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής ολοκλήρωσης, είτε θα επέλθουν αλλαγές στη λειτουργία τους, είτε αποδόμησή τους με πανευρωπαϊκές οικονομικές συνέπειες. Σε κάθε περίπτωση, η πρωταρχικότητα της υλοποίησης των κυβερνητικών προοδευτικών δεσμεύσεων είναι το καθοριστικό στοιχείο έναντι οποιουδήποτε υποχωρητισμού, καταναγκασμού και εκβιασμού.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0