Live τώρα    
Οι "επενδυτές - μεσσίες" και οι Γερμανοί ψευδομεσσίες
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Οι "επενδυτές - μεσσίες" και οι Γερμανοί ψευδομεσσίες

Του Γιάννη Σιώτου

Αν προσπαθήσει κανείς να περιγράψει με μία λέξη τις επίσημες δηλώσεις των ιθυνόντων για την οικονομία της Ε.Ε., ίσως η πιο κατάλληλη θα ήταν: υποκρισία. Ποια άλλη λέξη θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει κανείς, προκειμένου να ερμηνεύσει τη διγλωσσία και την πλήρη αναντιστοιχία μεταξύ λόγων και πράξεων; Τα παραδείγματα πολλά, αλλά ίσως το πιο πρόσφατο -και το πιο αντιπροσωπευτικό συνάμα- είναι εκείνο της νόμιμης φοροαποφυγής των πολυεθνικών και των πλουσίων του πλανήτη. Έτσι, ενώ ως ιεροκήρυκες της ηθικής κατακευραυνώνουν όλους εκείνους που φοροδιαφεύγουν, την ίδια στιγμή ως σύγχρονοι Αρσέν Λουπέν τους ανοίγουν με αντικλείδι την πόρτα για να το πετύχουν. Αυτό όμως τελικά αποδεικνύεται «πταίσμα» μπροστά σε άλλα: όπως, για παράδειγμα, τις μεγαλοστομίες τους για ανάπτυξη, την ίδια ώρα που με τις πολιτικές τους καταδικάζουν σε οικονομικό -καταρχήν- και κοινωνικό στη συνέχεια μαρασμό ανθούσες οικονομικές δραστηριότητες, οι οποίες στήριζαν χιλιάδες ανθρώπους, ενώ την ίδια ώρα ανοίγουν διάπλατα τον δρόμο σε κάποιους άλλους, τους οποίους τους χαρακτηρίζουν «επενδυτές», όχι μόνο για να ξεθεμελιώσουν όλα τα δικαιώματα στην εργασία αλλά και για να διαλύσουν την οικονομία των χωρών και να εξασφαλίσουν την άνευ όρων υποταγή. Όλη αυτή η υποκρισία έγινε φανερή με την υπόθεση VW, η οποία με τη στάση και την πρακτική της ευτέλισε όλες τις «ηθικές αξίες» που προβάλλουν οι Γερμανοί «ιέρακες» της νοικοκυροσύνης.

Στην πραγματικότητα, τα τελευταία χρόνια βιώνουμε μια πολιτική ηθική α λα καρτ. Μια ηθική η οποία προσαρμόζεται στη βάση των "εισοδηματικών κριτηρίων", αφού είναι το έπαθλο για όσους κατάφεραν να διαθέτουν το απαραίτητο τίμημα για να το αποκτήσουν. Όλοι οι υπόλοιποι καλούνται να επιλέξουν μεταξύ της πείνας, της εξαθλίωσης και ενίοτε της περιθωριοποίησης.

Αυτή η υποκριτική στάση χαρακτηρίζει όλες τις πολιτικές τους. Έτσι, τη στιγμή που εμφανίζονται υπέρμαχοι της ανάπτυξης, του επιχειρείν και της ποιοτικής υπεροχής της ευρωπαϊκής παραγωγής και των Ευρωπαίων παραγωγών, οργανώνουν ταυτόχρονα την εξαφάνιση όλων εκείνων που δημόσια εκθειάζουν ως πρότυπα. Το ανησυχητικό στην όλη υπόθεση είναι ότι σκέπτονται και το μέλλον, αφού με συμφωνίες όπως αυτή του εμπορίου με τις ΗΠΑ προσπαθούν να δημιουργήσουν τετελεσμένα και να διαιωνίσουν την ανισότητα και την εκμετάλλευση που προσπαθούν να επιβάλουν.

Τα θύματα της υποκρισίας των γερακιών του Βερολίνου και των συνεργατών του είναι ήδη πολλά: από τους Γάλλους μικροπαραγωγούς τυριών μέχρι τις μικρές γεωργικές μονάδες παραγωγής επώνυμων ποικιλιών στην Ιταλία και από τους μικρούς Γάλλους οινοποιούς μέχρι τις μικρές ποιοτικές κλωστοϋφαντουργικές επιχειρήσεις.

Το παράδειγμα μιας μικρής ιταλικής πόλης είναι χαρακτηριστικό των στρατηγικών που ακολουθούν: Μέχρι την τελευταία δεκαετία του προηγούμενου αιώνα, η πόλη του Πράτο ήταν περίφημη για την παραγωγή κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων υψηλής ποιότητας. Οι επιχειρήσεις της περιοχής ήταν οι παγκόσμιοι ηγέτες στην παραγωγή υψηλής ποιότητας μάλλινων υφασμάτων, με εξαγωγές που η αξία τους το 2000 έφτανε τα 7 δισ. δολάρια. Με βάση τον δημόσιο λόγο των πολιτικών του Βερολίνου και των Βρυξελλών, η οικονομική δραστηριότητα της περιοχής ήταν πρότυπο, αφού συνδύαζε όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία προβάλλουν ως πρότυπα ανάκαμψης. Και ενώ θα περίμενε κανείς ότι σε αυτό το "οικονομικό στολίδι" θα επιφύλασσαν την ίδια "συμπεριφορά" με εκείνη των κοσμημάτων τους, δηλαδή θα το προστάτευαν, έκαναν το ακριβώς αντίθετο: το άφησαν ανυπεράσπιστο. Άφησαν δηλαδή τις επιχειρήσεις της περιοχής εκτεθειμένες, χωρίς όπλα και εφόδια, στον ανταγωνισμό από χώρες με φθηνό εργατικό δυναμικό: την Ανατολική Ευρώπη, την Αφρική, το Μπαγκλαντές και φυσικά την Κίνα. Αποτέλεσμα; Περισσότερες από τις μισές επιχειρήσεις χρεοκόπησαν και όσες απέμειναν αναγκάστηκαν να μετακομίσουν στις αγορές χαμηλού εργατικού κόστους για να επιβιώσουν.

Η συνηθισμένη ιστορία, θα σκεφτούν όσοι έχουν μνήμες από την άλλοτε κραταιά ελληνική κλωστοϋφαντουργία. Και θα είχαν δίκιο, αν η ιστορία τελείωνε στο σημείο αυτό. Όμως έχει συνέχεια. Τα κτήρια που στεγάζονταν οι άλλοτε κραταιές ιταλικές επιχειρήσεις, οι οποίες προσέφεραν απασχόληση στον τοπικό πληθυσμό, πλήρωναν φόρους και εισφορές στα ασφαλιστικά ταμεία, σύντομα βρήκαν άλλους ενοίκους. Τους Κινέζους ανταγωνιστές των ιταλικών επιχειρήσεων, οι οποίες ήταν θύματα της ελεύθερης διακίνησης και της κατάργησης των φραγμών και των αντικινήτρων στο παγκόσμιο εμπόριο, σύμφωνα με τις επιταγές του ΠΟΕ. Η διαφορά των νέων από τους παλαιούς ενοίκους ήταν, ότι οι δεύτεροι συντηρούσαν την οικονομία μιας ολόκληρης περιοχής, ενώ οι πρώτοι είχαν γραμμένη στα παλιά τους τα υποδήματα όλη την ιταλική νομοθεσία για την ασφάλεια και την εργασία. Άλλωστε γι' αυτούς ήταν εύκολο να κάνουν τα λόγια πράξη, αφού απασχολούσαν ομοεθνείς τους. Αυτό έγινε φανερό όταν το 2008 οι ιταλικές αρχές, μετά από εκτεταμένους ελέγχους, έκλεισαν περίπου 2.000 επιχειρήσεις οι οποίες λειτουργούσαν με αυτόν τον τρόπο.

Η ιστορία όμως έχει και συνέχεια. Πολλές από αυτές τις επιχειρήσεις που υποτίθεται ότι έκλεισαν, συνέχισαν να λειτουργούν. Είτε άλλαξαν κτήριο είτε εμπορική επωνυμία. Και όλα κυλούσαν ομαλά μέχρι το 2013, όταν πήρε φωτιά μια τέτοια "επιχείρηση" και κάηκαν επτά εργαζόμενοι. Το θέμα έγινε πρωτοσέλιδο στον ιταλικό Τύπο αλλά και αυτό ξεχάστηκε. Οι επιχειρήσεις συνέχισαν τη λειτουργία τους απασχολώντας Κινέζους -και όχι μόνο- με αμοιβές πολύ χαμηλότερες από εκείνες των Ιταλών εργαζομένων. Στο μεταξύ, το ιταλικό και το κινεζικό υπουργεία Δικαιοσύνης υπέγραψαν μνημόνιο συνεργασίας για την καταπολέμηση του διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος αλλά αυτό το μνημόνιο έμεινε στα χαρτιά, αφού, όπως δήλωσε ο F. Roberti, εθνικός εισαγγελέας κατά της μαφίας, η κινεζική κοινότητα στο Prato είναι πολύ κλειστή και αυτό σημαίνει ότι είναι πολύ δύσκολο στις αρμόδιες αρχές να διεισδύσουν σε αυτήν, επομένως η συνεργασία με τις κινεζικές αρχές είναι ανύπαρκτη. Και η ζωή συνεχίζεται...

Ανάλογες ιστορίες μπορεί να βρει κανείς και στην Ελλάδα, θα ανταπαντούσαν κάποιοι "πονηροί". Σίγουρα έχουν δίκιο, αλλά αγνοούν ή αποσιωπούν την ουσία. Έτσι λοιπόν, στις αρχές του καλοκαιριού, Ιταλοί εισαγγελείς ζήτησαν την ποινική δίωξη των υπευθύνων του υποκαταστήματος της Τράπεζας της Κίνας στο Μιλάνο, για ξέπλυμα χρήματος και φοροδιαφυγή. Είπαν ότι 4.500.000.000 ευρώ πέρασαν λαθραία από την Ιταλία προς την Κίνα υπό την εποπτεία της κρατικής τράπεζας. Η δραστηριότητα των κινεζικών συνδικάτων εγκλήματος στην περιοχή της Τοσκάνης της Ιταλίας, εκεί που ήταν και το "εργοστάσιο" που πήρε φωτιά, βρέθηκε στο επίκεντρο της έρευνας.

Η ιστορία αυτή ουσιαστικά δείχνει όχι μόνο την υποκρισία, αλλά και τα αδιέξοδα στα οποία οδηγεί ο πολιτικός λόγος και οι πρακτικές των Γερμανών οικονομικών εγκεφάλων του Βερολίνου και των συνεργατών τους στις Βρυξέλλες. Όλη αυτή η άκριτη θεοποίηση των «επενδυτών», που τις περισσότερες φορές οδηγεί στην εξαθλίωση και στη φτωχοποίηση, οδηγεί σε πολιτικά και οικονομικά αδιέξοδα. Η ιστορία του Πράτο σίγουρα είναι ένα χρήσιμο μάθημα για όλους εκείνους που αντιμετωπίζουν τους "επενδυτές" περίπου ως μεσσίες. Η πραγματικότητα όμως αποδεικνύεται στην πράξη εντελώς διαφορετική. Η πραγματικότητα αποδεικνύει ότι αυτοί οι μεσσίες τις περισσότερες φορές δεν είναι τίποτα άλλο παρά περιφερόμενοι τυχοδιώκτες που βγάζουν λεφτά από τις προσδοκίες των απελπισμένων και από τον ιδρώτα των φτωχών. Αγοράζουν φτηνά και πωλούν ακριβά, ενίοτε στα ίδια τα θύματά τους. Και όταν τα οικονομήσουν, κάνουν το αυτονόητο: πάνε τα λεφτά σε ασφαλείς προορισμούς, με τη βοήθεια και την αρωγή των πολιτικών τους μεντόρων.

Για όποιον το αμφισβητεί, δεν χρειάζεται να ψάξει στην Ιταλία. Και στην Ελλάδα έχουμε τέτοια παραδείγματα. Για να τα εντοπίσει δεν έχει παρά να ανατρέξει στο παρελθόν. Να μελετήσει μερικές από τις «επενδύσεις» που έγιναν και τα «μπόνους» που εξασφάλισαν. Να δει πόσα και πώς πλήρωσαν οι «επενδυτές-μεσσίες» για τα φιλέτα που απόκτησαν. Και το σημαντικότερο: Να διαπιστώσει τη μεθοδολογία που θα ακολουθήσουν για να τα οικονομήσουν. Τότε θα κατανοήσει το τεράστιο μέγεθος της υποκρισίας των Γερμανών -και όχι μόνο- τιμητών των μεταρρυθμίσεων. Γιατί οι περίφημες επενδύσεις δεν είναι τίποτα άλλο παρά να αποκτά ο «επενδυτής», ακόμα και τσάμπα, την περιουσία των πολλών και στη συνέχεια να ζητάει από τους ίδιους λεφτά για να αποκτήσουν ένα μέρος της.

Τότε θα συνειδητοποιήσει τα πάντα και κυρίως ότι τελικά όλα αυτές οι ρητορικές περί «νοικοκυροσύνης» και «ηθικής» δεν είναι παρά το προκάλυμμα για να βγάλουν λεφτά από την εξαθλίωση των φτωχών και των αδυνάτων. Και γι' αυτό ενδεχομένως η λέξη υποκρισία είναι πολύ ήπια για να περιγράψει αυτήν την πραγματικότητα.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0