Του Διονύση Καφούσια*
Γενάρης 2015. Οι κάλπες σε επίτοκο κατάσταση. Η αγωνία και οι «ωδίνες» που έχουν ήδη αρχίσει ταυτίζονται με το απόλυτο της οδύνης της ελληνικής κοινωνίας που, εγκλωβισμένη στο αδιέξοδο μιας κοινωνικοοικονομικής κρίσης, οδηγείται μεθοδικά από την κυβέρνηση σε αυτοκτονία. Με τον αποτρόπαιο μαρτυρικό τρόπο του αργού και επώδυνου ακρωτηριασμού. Οικονομικού ακρωτηριασμού, ακρωτηριασμού του ηθικού και της ηθικής των αξιών. Να θυμίσουμε το κουτί της Πανδώρας και ότι, παρά τα πλείστα δεινά που εμπεριείχε, περιείχε και το «θείο» δώρο της ελπίδας. Μέσα σ' αυτή την κοινωνική δίνη που γεννά πληθώρα καθοδικών περιδινήσεων, η κοινωνία εύλογα αναρωτιέται ποια είναι η πραγματική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, τι θα γίνει με το αδηφάγο χρέος που συνεχώς διογκώνεται, αν υπάρχει διέξοδος από την κρίση και ποιος θα κάνει την ελπίδα πραγματικότητα.
Η αδυναμία βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους διαπιστώθηκε από το 2009, όταν η Eurostat αναθεώρησε το δημόσιο χρέος στα 298 δισεκατομμύρια ευρώ, δηλαδή 126,8% του ΑΕΠ. Τον Σεπτέμβριο του 2013 το χρέος ήταν 317,3 δισ., δηλαδή 171,8% του ΑΕΠ. Σύμφωνα με αυτά τα στοιχεία, η ελληνική οικονομία βρίσκεται στην πρώτη θέση χρέους στην Ε.Ε. και ακολουθούν Ιταλία (132,9%), Πορτογαλία (128,7%) και Ιρλανδία (124,8%).
Υπήρχε λύση εκτός δανεισμού;
Τον Οκτώβριο του 2009 το επιτόκιο δανεισμού για το ελληνικό ομόλογο δεκαετούς διάρκειας ήταν 4,41%, για να φτάσει πάνω από 12% τον Μάιο του 2010. Οι αγορές έδειξαν με ανελέητο τρόπο τη δυσπιστία τους στη φερεγγυότητα της ελληνικής οικονομίας και η πιθανότητα πτώχευσης εκτίναξε το επιτόκιο «αφερεγγυότητας». Η εκτίναξη του επιτοκίου δανεισμού της χώρας ήταν καταλυτική. Αυτή ήταν και η αιτία για την προσφυγή της χώρας στο ΔΝΤ και στην Ε.Ε. Θα μπορούσαν να αναζητηθούν άλλες λύσεις; Ασφαλώς, γιατί τότε η Ε.Ε. δεν ήταν έτοιμη να αφομοιώσει τις ασύμμετρες ταλαντώσεις από τον ελληνικό «σεισμό» στη νομισματική της συνοχή.
Νέο Μνημόνιο τον Μάρτιο αν δεν αλλάξει η κυβέρνηση
Από το 2010, η Ελλάδα μπήκε σε πρόγραμμα εξυπηρέτησης του χρέους της υπογράφοντας το Μνημόνιο. Με τη «Σύμβαση Δανειακής Διευκόλυνσης» που υπογράφηκε έμμεσα και χωρίς την έγκριση της Βουλής, αλλά είναι μνημειώδης για τους «λεόντειους» όρους που επιβάλλει στην Ελλάδα και τον «Διακανονισμό Χρηματοδότησης Αμέσου Ετοιμότητας με το ΔΝΤ». Από το 2012 η χρηματοδότηση γίνεται μόνο από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Χρηματοπιστωτικής Στήριξης (EFSF) και το ΔΝΤ. Αυτή η χρηματοδότηση λήγει στο τέλος του 2014 και το ΔΝΤ θα είναι ο μόνος χρηματοδότης της Ελλάδας μέχρι τον Μάρτιο του 2016. Μέχρι τον Φεβρουάριο του 2015 η Ελλάδα έχει την κάλυψη του παλιού Μνημονίου. Για τη συνέχεια, έχει προβλεφθεί η υπαγωγή της ελληνικής οικονομίας στην «Πιστωτική Γραμμή με Ενισχυμένες Προϋποθέσεις» (ECCL) που θα εξασφαλίσει χρηματοδότηση 22 δισεκατομμυρίων για το 2015 και το 2016.
Η ενεργοποίηση όμως της Πιστωτικής Γραμμής προϋποθέτει την υπογραφή νέου Μνημονίου, με βαθύτερα μέτρα λιτότητας. Ήδη διανύουμε τον πρώτο μήνα του 2015 μέσα σε μια προεκλογική περίοδο με διακύβευμα την κρίση στην οικονομία και την κοινωνία. Το ύψος του ελληνικού χρέους βρίσκεται στο 175% του ΑΕΠ για το 2014, το δεύτερο μεγαλύτερο στον πλανήτη, και το 2022 περίπου στο 130%.
Έξι χρόνια λιτότητας και κοινωνικής κρίσης, 2009-2014, χωρίς να ενισχυθούν οι εγχώριες δυνάμεις συσσώρευσης που θα αναλάβουν νέες επενδύσεις. Χωρίς ίχνος ξένων επενδύσεων εκτός από υποσχέσεις. Έκθεση του ΟΟΣΑ προβλέπει την ανεργία να παραμένει στο 27% όλο το 2015. Το φαινόμενο της μετανάστευσης της δεκαετίας του 1950-1960 κορυφώνεται μεταξύ των νέων και κυρίως των νέων επιστημόνων. Το μέλλον της χώρας μεταναστεύει για να αναζητήσει αλλού την αξιοπρέπεια και το δικαίωμα στη εργασία.
Ώρα ευθύνης. Από τη μία η επιλογή ανάμεσα σε μια αδιέξοδη πορεία εσωτερικής υποτίμησης. Εκεί που ευημερούν οι αριθμοί και εξαθλιώνονται οι άνθρωποι. Από την άλλη, η μάχη των εθνικών επιδιώξεων με όρια και κόκκινες γραμμές στην επιβεβλημένη λιτότητα. Μαγική λύση δεν υπάρχει. Μπροστά μας ανοίγεται ο μοναδικός δρόμος της σκληρής διαπραγμάτευσης που ο ΣΥΡΙΖΑ υπόσχεται με αίσθημα ιστορικής ευθύνης και αιχμή την πολύπαθη κοινωνία και είναι ο μόνος που πρέπει να χαλυβδωθεί από τη λαϊκή εντολή για να τηρήσει τα υπεσχημένα. H κατάργηση των επαχθών και αναποτελεσματικών μέτρων της Δανειακής Σύμβασης είναι μονόδρομος. Η σύνδεση των υποχρεώσεων της χώρας με ρήτρα ανάπτυξης και κυρίως η εφαρμογή μιας κοινωνικοοικονομικής πολιτικής σε σύνδεση με τον Ευρωπαϊκό Νότο βρίσκονται απέναντι στο αδιέξοδο μονεταριστικό μοντέλο της Γερμανίας και του ΔΝΤ.
*Ο Διονύσης Καφούσιας είναι οικονομολόγος, αναπληρωτής καθηγητής ΑΤΕΙ Δ. Ελλάδας