Του Μανώλη Γλέζου
Η είδηση, Σοφιανέ και Βασίλη,
ήρθε έντυπη στην εφημερίδα,
που πήρε τα μερόνυχτα της ζήσης μας.
Δεν πίστευα στα μάτια μου,
έμοιαζε σαν όλα τα αβέβαια σημεία του ορίζοντα.
Οι μνήμες ανάκατες με τις γραμματοσειρές
να λαξεύουν τις προτομές της απόστασης,
με της εξορίας τα συρματοπλέγματα,
την κομματική γραμμή χωρίς παρεκκλίσεις,
τα εξάστηλα και ποιο είναι το κύριο θέμα,
να αστραποβολούν και να κονταροχτυπιούνται,
ανάμεσα στα μολύβια, τα στυλό και τις πέννες,
στα κεφαλαία και στα πεζά,
στις λινοτυπικές μηχανές και τα κασέ,
στους υπεύθυνους της ύλης και της ρουμπρίκας,
ενώ οι μελλοθάνατοι προσμένουν
ν' ανοίξουμε τις πύλες της ελευθερίας.
Θωρώ σας σκυμμένους πάνω σ' άσπρες κόλλες
να ζωγραφίζετε τα σημαίνοντα,
ενώ η ψύχα σπαρταρά στα σύβροχα σύννεφα της απάθειας.
Τα ρεπορτάζ γλιστράνε από τα δάχτυλά σας
και τα σχόλια περιμένουν όρθια,
όπως οι θνητοί της γης της επαγγελίας.
Νά, όρθιοι, με τα ωμοφόρια του χρέους στα χέρια,
ατενίζετε στα σύναυγα την ανατολή,
καθώς προβάλλει σιδεροδέσμια από τις αγκυλώσεις
κι όμως επιμένει να ροδίζει.
Όπου νά 'ναι θα ξετονίσει στον ορίζοντα.
Βρυξέλλες, 9 Δεκ. 2014