Με ονομαστική ψηφοφορία την ερχόμενη Τρίτη θα ολοκληρωθεί η επεξεργασία του «πολύπαθου» αντιρατσιστικού νομοσχεδίου. Η συζήτηση επί των άρθρων ανέδειξε όμως ότι σε ένα σημαντικό τμήμα της Ν.Δ. κυριαρχεί το «πνεύμα Μπαλτάκου», καθιστώντας αμφίβολη της ύπαρξη πολιτικής βούλησης για την εφαρμογή των έστω και περιορισμένων ουσιαστικών παρεμβάσεων του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου. Ενδεικτικό ήταν το ομοφοβικό παραλήρημα του βουλευτή της Ν.Δ. και προέδρου της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής Τ. Νεράντζη. Έτσι δεν προκαλεί απορία που έπεσε στο κενό η προσπάθεια του ΠΑΣΟΚ, αλλά και του ΣΥΡΙΖΑ και της ΔΗΜ.ΑΡ. να επεκταθεί το σύμφωνο συμβίωσης και στα ομόφυλα ζευγάρια.
Η Χρυσή Αυγή κατέθεσε ονομαστική ψηφοφορία για τα τρία πρώτα βασικά άρθρα του νομοσχεδίου, σε μια σπάνια χρήση του σχετικού της δικαιώματος, προσπαθώντας να πιέσει τη συντηρητική πτέρυγα της Ν.Δ., όπως διαφάνηκε κι από τη σχετική τοποθέτηση του χρυσαυγίτη κοινοβουλευτικού εκπροσώπου Αρτ. Ματθαιόπουλου. Στο ίδιο κλίμα έλαβε χώρα και «κοκορομαχία» μεταξύ του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου της Ν.Δ., Άδ. Γεωργιάδη, και βουλευτών της Χρυσής Αυγής για το ποιος είναι... καλύτερος εθνικιστής.
Υποχώρηση Χ. Αθανασίου, αυστηρότερες ποινές για ρατσιστικά εγκλήματα
Ο υπουργός Δικαιοσύνης Χ. Αθανασίου προέβη σε νέες υποχωρήσεις, υιοθετώντας τροπολογία του ΠΑΣΟΚ η οποία αυξάνει τις κατώτερες ποινές σε εγκλήματα με ρατσιστικό κίνητρο, ενώ διπλασιάζει τις χρηματικές ποινές και εντάσσει αυτά τα εγκλήματα στις περιπτώσεις στέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης είχαν επικρίνει έντονα το νομοσχέδιο για έλλειψη ουσιαστική αντιμετώπισης του εγκλήματος με ρατσιστικό κίνητρο.
Εκκρεμής παρέμεινε όμως η προστασία των θυμάτων ρατσιστικών εγκλημάτων, ιδίως των μεταναστών χωρίς χαρτιά, με τον ΣΥΡΙΖΑ να σημειώνει ότι η ύπαρξη μιας σχετικής κοινής υπουργικής απόφασης δεν αρκεί και να τονίζει ότι το συγκεκριμένο σημείο είναι κομβικό για την εφαρμογή του ίδιου του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου, καθώς χωρίς καταγγελίες δεν θα υπάρχουν και διώξεις.
Ο Χ. Αθανασίου υποστήριξε ότι η προστασία των θυμάτων ρατσιστικής βίας προβλέπεται από το 2005, ενώ επιτέθηκε στον ΣΥΡΙΖΑ κατηγορώντας τους βουλευτές του ότι «ή δεν έχετε διαβάσει το νομοσχέδιο, ή ομιλείτε μόνο για να εντυπωσιάσετε». Για το ζήτημα του συμφώνου συμβίωσης για τα ομόφυλα ζευγάρια ο υπουργός Δικαιοσύνης σχολίασε ότι η επέκταση όπως προτείνεται θα έχει ως αποτέλεσμα τα ομόφυλα ζευγάρια να αποκτήσουν δικαιώματα αντίστοιχα του γάμου και υποσχέθηκε ότι το ζήτημα θα συζητηθεί μαζί με το οικογενειακό δίκαιο.
ΣΥΡΙΖΑ: Να προστατεύσουμε τα θύματα του ρατσισμού
Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ Θ. Δρίτσας τόνισε την ανάγκη «να προστατεύσουμε τα θύματα του ρατσισμού και να εξουθενώσουμε τον ρατσισμό δια της ελευθερίας», τασσόμενος εναντίον των περιορισμών στην ελευθερία της έκφρασης. Η εισηγήτρια του ΣΥΡΙΖΑ, Β. Κατριβάνου επέκρινε την απόρριψη της επέκτασης του συμφώνου συμβίωσης, παρατηρώντας ότι με αυτόν τον τρόπο επιβεβαιώνεται η «γραμμή Μπαλτάκου» και συμπληρώνοντας ότι περίμενε περισσότερη πίεση από το ΠΑΣΟΚ.
Ο γραμματέας της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ Ν. Βούτσης χαρακτήρισε το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο είναι «ένα πουκάμισο αδειανό» εκτιμώντας ότι στερείται «αυτών των προνοιών που θα εξόπλιζαν την ελληνική κοινωνία με μια συνείδηση ενάντια στα πολλαπλά ρατσιστικά εγκλήματα και τη δικαιοσύνη με ένα πλαίσιο που να μπορεί να τιμωρεί αυτά τα εγκλήματα».
«Αδιάφοροι» οι ΑΝ.ΕΛΛ., δύο γραμμές στη ΔΗΜ.ΑΡ., κατά το ΚΚΕ
Η Μ. Χρυσοβελώνη από τους ΑΝ.ΕΛΛ., αν και αναγνώρισε την ανεπάρκεια του υπάρχοντος νομικού πλαισίου να αντιμετωπίσει ουσιαστικά το ρατσιστικό έγκλημα, κατέφυγε στον λαϊκισμό των «προτεραιοτήτων» την περίοδο του Μνημονίου και της οικονομικής κρίσης. Ο Γ. Πανούσης από τη ΔΗΜ.ΑΡ. στήριξε το νομοσχέδιο επισημαίνοντας ότι «η ποινικοποίηση ενός επικίνδυνου περιεχομένου του λόγου πρέπει τουλάχιστον να ακολουθείται από την αρχή της αναλογικότητας». Η Μ. Ρεπούση διαφοροποιήθηκε από τη θετική στάση της ΔΗΜ.ΑΡ., δηλώνοντας ότι ψηφίζει "παρών" σε όλα τα άρθρα και κατά στο άρθρο 2 για την κακόβουλη άρνηση των γενοκτονιών.
Το ΚΚΕ απέρριψε το νομοσχέδιο, θεωρώντας ότι αποτελεί τμήμα του πλαισίου της Ε.Ε., που «στο όνομα δήθεν της αντιμετώπισης του ρατσισμού και της ξενοφοβίας, ποινικοποιεί πολιτική άποψη που είναι αντίθετη με αυτήν που επιβάλλουν οι διεθνείς ιμπεριαλιστικοί οργανισμοί» όπως σημείωσε ο Γ. Γκιόκας.