Σε υψηλά επίπεδα παραμένει η ενεργειακή εξάρτηση της χώρας από εισαγωγές ορυκτού φυσικού αερίου και πετρελαίου, εντείνοντας την ακρίβεια για όλους τους καταναλωτές, παρά την αυξανόμενη διείσδυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) στο ενεργειακό μείγμα, ιδίως τα τελευταία χρόνια.
Η ενεργειακή εξάρτηση της χώρας αυξάνεται επικίνδυνα και μάλιστα τα τελευταία χρόνια έχει επιταχυνθεί με ανησυχητικούς ρυθμούς, καθώς από 70,7% το 2018 έφτασε το 79,6% το 2022 σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του Ινστιτούτου Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης (ΙΕΝΕ) για τον Ελληνικό Ενεργειακό Τομέα 2024, που δημοσιοποιήθηκε πρόσφατα. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε βάθος χρόνου ο βαθμός ενεργειακής εξάρτησης της Ελλάδας είναι υψηλός: το 2010 το 68,6% της ακαθάριστης διαθέσιμης ενέργειας στην Ελλάδα προερχόταν από εισαγωγές, ενώ το 2022 το μερίδιο αυτό αυξήθηκε στο 79,6%. Πιο συγκεκριμένα, το μερίδιο των εισαγωγών πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων το 2022 ανερχόταν σε 101,8% και του φυσικού αερίου σε 101,6%.
Ειδικότερα, στον χώρο της ηλεκτροπαραγωγής η χρήση του φυσικού αερίου έχει αυξηθεί σημαντικά, αντικαθιστώντας στην ουσία τον «βρόμικο» μεν, εθνικώς παραγόμενο δε λιγνίτη μετά την εφαρμογή της βίαιης και χωρίς σχέδιο απολιγνιτοποίησης που αποφάσισε με περισσή σπουδή η κυβέρνηση της Ν.Δ. το 2019, με σοβαρές επιπτώσεις στις τοπικές κοινωνίες των λιγνιτικών περιοχών. Το αρχικό σχέδιο βέβαια για «φυσικό αέριο παντού» δεν βγήκε, καθώς η κρίση του αερίου με αιχμή το 2022 και η συνακόλουθη έκρηξη των τιμών του εισαγόμενου καυσίμου κατέδειξαν πόσο εύκολα μπορούν να πυροδοτηθούν ανεξέλεγκτες ανατιμήσεις σε βάρος των καταναλωτών από την έντονη μεταβλητότητα στις χρηματιστηριακές τιμές του, στην οποία εισαγωγείς, όπως η Ελλάδα, δεν έχουν προφανώς καμία δυνατότητα παρέμβασης.
Ισχυρό αέριο
Το φυσικό αέριο, αν και χαρακτηρίζεται ως καύσιμο-γέφυρα προς την επίτευξη των κλιματικών στόχων για οικονομίες μηδενικού άνθρακα, φαίνεται πως θα κυριαρχεί τουλάχιστον για την επόμενη πενταετία με βαρύ κόστος. Θυμίζουμε ότι η χρηματιστηριακή τιμή του αερίου (ολλανδικό TTF) έσπαγε το ένα ρεκόρ μετά το άλλο το 2022, ξεπερνώντας τον Αύγουστο του ίδιου έτους και τα 300 ευρώ/μεγαβατώρα, ενώ η μεσοσταθμική τιμή εισαγωγής του αερίου ξεπέρασε και τα 175 ευρώ/μεγαβατώρα τον Σεπτέμβριο του 2022.
Μάλιστα, το τελευταίο, φετινό, ΕΣΕΚ (Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα) προβλέπει την προσθήκη δύο νέων μονάδων φυσικού αερίου στον υφιστάμενο στόλο χωρίς καμία απόσυρση, ανεβάζοντας τη συνολική εγκατεστημένη ισχύ, από 6,037 GW σήμερα, στα 7,885 GW. Όπως σχολιάζει το ΙΕΝΕ, η συγκεκριμένη εξέλιξη προκαλεί ερωτήματα για την οικονομική βιωσιμότητα των μονάδων φυσικού αερίου, που είναι πιθανό να εξαρτηθεί από επιδοτήσεις (σ.σ.: με αποζημιώσεις προς τους ηλεκτροπαραγωγούς), όπως οι μηχανισμοί διασφάλισης επάρκειας ισχύος, αυξάνοντας εντέλει το κόστος για τους καταναλωτές.
Σε κάθε περίπτωση, η πρόβλεψη του ΕΣΕΚ για την εγκατεστημένη ισχύ ηλεκτροπαραγωγής με βάση το φυσικό αέριο βρίσκεται στα 7.045 MW το 2025 και αυξάνεται στα 7.885 MW το 2030 - περίοδος εντός της οποίας πάντως αυξάνεται σημαντικά η ισχύς των ΑΠΕ.
Ομως και φέτος η τάση είναι ανοδική. Με βάση τα τελευταία στοιχεία του διαχειριστή (ΔΕΣΦΑ), η εγχώρια κατανάλωση φυσικού αερίου αυξήθηκε το εννεάμηνο του 2024 κατά 25,16%, φτάνοντας τις 47,65 τεραβατώρες (TWh), από 38,07 TWh στην αντίστοιχη περίοδο για το 2023. Οι ηλεκτροπαραγωγοί παραμένουν οι μεγαλύτεροι καταναλωτές αερίου, καλύπτοντας το 69,52% της εγχώριας ζήτησης (βιομηχανίες και σταθμοί CNG έχουν μερίδιο 13,73% και τα δίκτυα διανομής -οικιακοί καταναλωτές κ.λπ.- καταγράφουν το 16,75% της συνολικής ζήτησης αερίου).
Σύμφωνα δε με ανάλυση των στοιχείων από το Green Tank, η κατανάλωση αερίου τον Νοέμβριο (6,7 TWh) ήταν η υψηλότερη μηνιαία κατανάλωση από τον Μάρτιο του 2022 (6,94 TWh) και προήλθε από τη χρήση αερίου στον ηλεκτρισμό (+2,23 TWh). Συνολικά στο ενδεκάμηνο το αέριο αυξήθηκε κατά 28,3%, το ρωσικό αέριο παρέμεινε στην πρώτη θέση με μερίδιο 52,1%, ενώ η χώρα μας κατέστη ουραγός στον εθελοντικό στόχο μείωσης της κατανάλωσης, καθώς είναι η μοναδική που έχει αυξήσει την κατανάλωση αερίου κατά 14,2%.
Παράλληλα, πρέπει να σημειωθεί η αύξηση στις δαπάνες συντήρησης των υποδομών μεταφοράς φυσικού αερίου κατά 29,6% και των επενδύσεων σε νέες υποδομές κατά 47,6% έναντι του 2022, καθώς μέρος του κόστους αυτού μετακυλίεται στην ηλεκτροπαραγωγή και στη λιανική.
Κυρίαρχο πετρέλαιο
Την ίδια στιγμή, σε υψηλά επίπεδα παραμένει η κατανάλωση πετρελαιοειδών. Το μεγαλύτερο μερίδιο στον τομέα της τελικής κατανάλωσης ενέργειας αντιστοιχεί στην κατανάλωση πετρελαιοειδών προϊόντων (54,1% για το 2022), με δεύτερη την ηλεκτρική ενέργεια (26,9%). Ο τομέας των μεταφορών είχε τη μεγαλύτερη συνεισφορά ως μερίδιο στην τελική ενεργειακή κατανάλωση (38,1%)
Η Ελλάδα εξαρτάται από εισαγωγές μεγάλων ποσοτήτων αργού πετρελαίου και προϊόντων πετρελαίου για να καλύψει τις ανάγκες της και, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΕΝΕ, το Ιράκ ήταν ο μεγαλύτερος προμηθευτής αργού πετρελαίου της Ελλάδας το 2022 με 10,4 εκατομμύρια τόνους, ακολουθούμενο από τη Ρωσία με 5,95 εκατομμύρια τόνους και το Καζακστάν με 3,13 εκατομμύρια τόνους. Μόνο οι εισαγωγές από το Ιράκ αντιστοιχούσαν στο 32,2% των συνολικών εισαγωγών αργού πετρελαίου και πετρελαιοειδών της Ελλάδας το 2022, που ανήλθαν σε 32,316 εκατομμύρια τόνους. Από το 2013 οι εισαγωγές πετρελαϊκών προϊόντων ακολούθησαν μια ανοδική πορεία μέχρι το 2021, με εξαίρεση το 2019 και το 2020 και σταθεροποίηση το 2021 και 2022, παράλληλα με αύξηση των εξαγωγών, όμως η Ελλάδα παρέμεινε καθαρός εισαγωγέας πετρελαϊκών προϊόντων για όλο το χρονικό διάστημα 2000-2022.