Το «πάρτι» κερδοσκοπίας των μεγάλων εταιριών με την ανοχή και πολλές φορές την στήριξη της κυβέρνησης Μητσοτάκη, αποκαλύπτουν τα ευρήματα έρευνας της PwC για το πώς κινούνται οι επιχειρήσεις στην Ελλάδα.
Σε έρευνα για το 2022 που συμμετείχαν 4.702 CEOs από όλο τον κόσμο, 78 εκ των οποίων από την Ελλάδα, αποτυπώνεται ότι οι ελληνικές εταιρείες εμφανίζουν το υψηλότερο ποσοστό σε επίπεδο περιθωρίου κέρδους.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τη μελέτη της PwC το περιθώριο κέρδους των 78 μεγάλων εταιριών που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα και μετείχαν στην έρευνα διαμορφώθηκε στο 15,8%, όταν ο παγκόσμιος μέσος όρος ήταν 10,8% αντίστοιχα.
Στη δεύτερη θέση βρίσκεται η Ισπανία με 12,7% περιθώριο κέρδους, στην τρίτη η Πορτογαλία με 11,5%, στην τέταρτη η Ιταλία με 10,6%, και στην πέμπτη η Γαλλία με 10,5%.

Αύξηση των εσόδων
Στην ερώτηση «ποια ήταν η αύξηση των εσόδων της εταιρείας και το περιθώριο κέρδους για το πιο πρόσφατα ολοκληρωμένο οικονομικό έτος» όσον αφορά στο πρώτο σκέλος οι ελληνικές εταιρείες εμφανίζουν τη δεύτερη υψηλότερη αύξηση πωλήσεων.
Στην πρώτη θέση βρίσκεται η Πορτογαλία με 18% αύξηση στις πωλήσεις. Έπεται η Ελλάδα με αύξηση 17,8% ακολουθούν η Ιταλία και η Ισπανία με αύξηση 14,2% και στην πέμπτη θέση η Γαλλία 13,1%.
Λιγότερο προβληματισμένες οι εταιρίες στην Ελλάδα για τον πληθωρισμό
Σημαντική απόκλιση μεταξύ των Ελλήνων και των υπολοίπων CEO’s από όλο τον κόσμο εντοπίζεται και σε ότι αφορά τις «ανησυχίες». Παγκοσμίως η μεγαλύτερη έννοια των CEO’s είναι ο πληθωρισμός σε ποσοστό 24%, η μικροοικονομική μεταβλητότητα (24%), οι κυβερνοεπιθέσεις (21%), οι γεωπολιτικές συγκρούσεις (18%), η κλιματική αλλαγή (11%), οι κίνδυνοι για την υγεία (11%) και η κοινωνική ανισότητα (5%).
Ωστόσο στην Ελλάδα, τα ευρήματα είναι λίγο διαφορετικά. Οι διευθύνοντες σύμβουλοι ανησυχούν περισσότερο για την κλιματική αλλαγή σε ποσοστό 27% και τις γεωπολιτικές συγκρούσεις (27%), ενώ λιγότεροι δείχνουν ανησυχία για τον πληθωρισμό (22%), τη μακροοικονομική αστάθεια (15%), τους κινδύνους στον κυβερνοχώρο (13%), τους κινδύνους για την υγεία (8%) και την κοινωνική ανισότητα (2%).