Εκείνη την Τετάρτη βράδυ ήταν πολύ ωραία στο προαύλιο της ΕΡΤ. Δεν είχε πολύ κόσμο οι εξελίξεις όμως τρέχανε και οι εργαζόμενοι-απολυμένοι συνέχιζαν τα προγράμματα με αυτή την ιδιότυπη ενεργητική κατάληψη του χώρου δουλειάς τους: οι άμεσοι παραγωγοί μπορούν και χωρίς αφεντικά. Γιατί αυτές τις μέρες ζούμε την εμπειρία ενός νέου δημόσιου χώρου, ζωντανά και στο διαδίκτυο, όπου το «κοινό αγαθό» ΕΡΤ ανοίχτηκε στην κοινωνία με τρόπους που δεν μας είχε συνηθίσει. Η μνημονική κυβέρνηση κατόρθωσε το ακατόρθωτο, να κάνει την ΕΡΤ δημοφιλή.
Εκεί ήταν και τα μουσικά σύνολα της ΕΡΤ στο τακτικό ραντεβού αυτή τη φορά μαζί με χορωδία, έπαιζαν το Requiem (Ρέκβιεμ) του Μότσαρτ σε μια θαυμάσια εκτέλεση. Δεν γνωρίζω τα ονόματα των επιμέρους συντελεστών, ήμουν και μακριά, δεν έβλεπα καλά. Δεν έχει όμως σημασία γιατί εκείνη η εκτέλεση δεν ήταν για το κλασσικό κοινό των συναυλιών που απαιτεί ονόματα και φίρμες καλοντυμένες. Ήταν μια εκτέλεση για τους ίδιους τους συντελεστές, για τους συναδέλφους τους στα άλλα πόστα της ΕΡΤ, για μας που ήμασταν εκεί και όσους/ες άκουγαν διαδικτυακά. Έπαιζαν για το μείζον, το δημόσιο μέσο που χάνεται. Όσο το είχαμε δίπλα μας δεν το προσέχαμε, συχνά το βρίζαμε και τώρα που μαύρισε η οθόνη η ξαφνική απώλεια έγινε πανελλήνια κινητοποίηση.
Επειδή όμως το ρέκβιεμ είναι μουσική φόρμα για νεκρώσιμες επίσημες ακολουθίες, το άκουσμά του στο συγκεκριμένο προαύλιο, το γεμάτο με αριστερά συνθήματα κάθε είδους στην πρόχειρη εξέδρα δίπλα στη βιντεο-οθόνη που έπαιζε το δελτίο ειδήσεων, με συντρόφους/ες από όλους τους χώρους σε πηγαδάκια να αδιαφορούν ή να φεύγουν, με τα σουβλατζίδικα να τσικνίζουν, με γνωστούς δημοσιογράφους, παρουσιαστές και βουλευτές να λένε τα δικά τους, όλα αυτά συνέθεταν μια εξωπραγματική εικόνα με πολλά ερωτήματα, συνειρμούς και συμβολισμούς.
Προσπαθώ να τα βάλω σε τάξη. Η επιλογή του συγκεκριμένου έργου από τα μουσικά σύνολα είχε προφανή συμβολισμό και αποδέκτες: τον θάνατο για τις ορχήστρες και τη χορωδία, έναν θρήνο για την απόλυση των άλλων συναδέλφων και το τέλος της ΕΡΤ. Συμβόλιζε όμως και τη θέλησή τους να παλέψουν μέχρι τέλους, όπως ο ίδιος ο Μότσαρτ που πέθανε το 1791 γράφοντας τις παρτιτούρες τού συγκεκριμένου έργου, το οποίο άφησε ημιτελές. Η χήρα του Μότσαρτ, Κοστάνς, το παρέδωσε έπειτα από έναν χρόνο συμπληρωμένο από άλλον συνθέτη, τον Ζύσμαϋρ (ίσως και από περισσότερους, οι γνώμες διίστανται), στον παραγγελιοδόχο, κόμη φον Βάλσεγκ, με πλαστογραφημένη την υπογραφή του Μότσαρτ. Τι σύμπτωση για την ΕΡΤ: «κύκλοι» του Υπουργείου Οικονομικών θα παραποιήσουν και εκείνοι την απόφαση του ΣτΕ για άμεση έναρξη των προγραμμάτων.
Ρέκβιεμ όμως και για τις δεκάδες σέκτες της ελληνικής Αριστεράς που βρήκαν αφορμή να κρεμάσουν παντού κακοφτιαγμένα συνθήματα, συχνά άσχετα με την ΕΡΤ, να μοιράσουν έντυπα με κείμενα που μόνο αυτοί διαβάζουν, ανά τρεις-τέσσερις να μην μπορούν να μιλήσουν με κανέναν άλλο. Παρακολουθούσα τις προσπάθειές τους να οικειοποιηθούν τις κινητοποιήσεις και θυμήθηκα τις πρακτικές του κόμη φον Βάλσεγκ ο οποίος παρουσίαζε ως δικά του τα μουσικά έργα που είχε παραγγείλει σε τρίτους, κάτι που δεν τόλμησε να κάνει με το Ρέκβιεμ του Μότσαρτ, χωρίς να μάθει όμως ποτέ ότι δεν ήταν αυθεντικά δικό του.
Τις μέρες που ακολούθησαν το πραξικόπημα μου έκανε εντύπωση η ένοχη σιωπή -άλλο ένα ρέκβιεμ- των δεκάδων λαλίστατων πρώην αριστερών και φίλων διανοουμένων, δημοσιογράφων και συνθετών (με τιμητική εξαίρεση τον Μίκη Θεοδωράκη) που συχνά μας κατακεραυνώνουν για βία και έλλειψη δημοκρατικότητας που, υποτίθεται, υποθάλπουμε, για τα «άθλια» πανεπιστήμια, τις διαδηλώσεις, τις καταλήψεις, οι οποίοι δεν βρήκαν να πουν ούτε μια λέξη για τη βία και το μαύρο της ΕΡΤ. Ρέκβιεμ όμως και για τη δική μας Αριστερά, με τα προβληματικά συνδικαλιστικά τερτίπια στην ΕΡΤ από παλιά, από την εποχή του Μάνου Χατζιδάκι στο Τρίτο, που τρέχει σήμερα πίσω από τις εξελίξεις, συχνά χωρίς πειστικό λόγο, ακόμη και στο προνομιακό πεδίο του πολιτισμού. Γιατί σήμερα υπερασπιζόμαστε μια ΕΡΤ που δεν υπήρξε ποτέ ή μάλλον ένα τμήμα της ιστορίας της ξεχνώντας τα υπόλοιπα. Θα μου πείτε ότι τη στιγμή της μάχης δεν έχουμε χρόνο για γκρίνιες και αυτοκριτικές, το μείζον είναι η αυταρχική υφαρπαγή με πράξη νομοθετικού περιεχομένου του «κοινού αγαθού» της ενημέρωσης και του πολιτισμού. Όμως, την επόμενη βδομάδα πάει να κτιστεί κάτι καινούργιο και ελπιδοφόρο και το χειρότερο που μπορεί να συμβεί είναι στα θεμέλια να υπάρχουν ένοχες σιωπές.
Αυτές τις ένοχες σιωπές ας τις αφήσουμε πίσω. Καλό συνέδριο, συντρόφισσες και σύντροφοι.
_______________
*Ο Κ.Χατζημιχάλης είναι ομότιμος καθηγητής, Τμήμα Γεωγραφίας, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο.