Την επόμενη εβδομάδα η Σαβίνα Γιαννάτου κυκλοφορεί τον δέκατο έκτο της συνολικά ως μοναδική ερμηνεύτρια – δεν θα απαριθμήσω καν τις συμμετοχές της σε δουλειές άλλων – και έκτο μαζί με τους Primavera En Salonico δίσκο «Songs Of Thessaloniki». Οπως είναι προφανές ήδη από τον τίτλο αυτή τη φορά η Σ. Γιαννάτου και οι Γιάννης Αλεξανδρής - ούτι, κιθάρα, Κώστας Βόμβολος - κανονάκι, ακορντεόν, Kυριάκος Γκουβέντας – βιολί, Χάρης Λαμπράκης – νέι, Μιχάλης Σιγανίδης – κοντραμπάσο και Κώστας Θεοδώρου – κρουστά επιλέγουν να δώσουν τις δικές τους εκδοχές για κάποια τραγούδια από την γενέτειρα των περισσοτέρων μελών του σχήματος πλην της κορυφαίας ερμηνεύτριας, την Θεσσαλονίκη. Η Σ. Γιαννάτου μου μίλησε για την σχέση της με την Θεσσαλονίκη, την μουσική της πόλης, τους Primavera En Salonico μα και, πάνω απ' όλα, για εκείνη την μαγική διανοητική και ψυχική διασύνδεση μεταξύ κάποιων ομάδων μουσικών η οποία κάνει την δουλειά τους, ακόμα και όταν απλά διασκευάζουν μια σειρά παλαιότερων τραγουδιών όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο όμορφη αλλά και ουσιαστική για τον συνειδητό ακροατή!
Οταν έκανες τον δίσκο με τα σεφαραδίτικα τραγούδια με τον Κώστα Βόμβολο μπορούσες να φανταστείς ότι τόσα χρόνια μετά θα έπαιζες ακόμα με τους ίδιους μουσικούς;
Ωχ, ούτε μου πέρναγε από το μυαλό ότι θα ενδιαφέρονταν να γίνουν γκρουπ και να συνεχίσουμε την συνεργασία, ούτε ότι τόσοι διοργανωτές θα μας ζητούσαν να κάνουμε συναυλίες σε τόσα μέρη του κόσμου.
Εχεις συμπράξει με τους περισσότερους από τους κορυφαίους Έλληνες μουσικούς - όλων σχεδόν μάλιστα των χώρων - αλλά και με αρκετές από τις καλύτερες ορχήστρες και σύνολα της χώρας μας. Τι σε έκανε λοιπόν να δεθείς τόσο πολύ με αυτούς τους έξι ώστε σχεδόν να αποτελούν πια - έστω και άτυπα - την προσωπική σου μπάντα; Ενα παραπάνω μάλιστα όταν όλοι τους είναι Θεσσαλονικείς ενώ εσύ γεννήθηκες, ζεις και κατά κύριο λόγο εργάζεσαι στην Αθήνα...
Στην αρχή η αλήθεια είναι ότι και εγώ πίστευα ότι η απόσταση Αθήνα - Θεσσαλονίκη θα ήταν απαγορευτική για τη συνεργασία. Και όμως περιέργως τα έχουμε καταφέρει...Πολλές φορές έχω σκεφτεί ότι αυτή η σχέση είναι σαν γάμος που ξεκίνησε από συνοικέσιο, χωρίς δηλαδή πολλές προσδοκίες, άρα και χωρίς διαψεύσεις, χωρίς δράματα. Συνεργαζόμαστε όταν υπάρχει λόγος, ανακαλύπτοντας ο ένας τον άλλον, βλέποντας ότι μπορούμε να εμπιστευόμαστε, να ευχαριστιόμαστε και τελικά να απολαμβάνουμε.
Υπάρχει σ' αυτό το γκρουπ μια έλλειψη «δραματοποίησης», θέματα που σε άλλες ομάδες μπορεί να φαίνονται βουνό και να χαλάνε τη διάθεση όλων σε εμάς συχνά ξεπερνιούνται μάλλον φυσικά και συνήθως με χιούμορ. Πολύ χιούμορ, ευτυχώς! Δεν πλήττουμε από την συνύπαρξη στα ταξίδια, ακριβώς το αντίθετο αλλά και δεν διεκδικούμε ο ένας τον άλλον. Μπορεί ο καθένας να δουλεύει τα δικά του, την δική του μουσική και ταυτόχρονα να συνεργάζεται με τους υπόλοιπους.
Πώς και από πού αλήθεια προέκυψε η τόση αγάπη σου για την Θεσσαλονίκη και ιδιαίτερα την μουσική της; Γιατί δεν είναι μόνον ο καινούργιος δίσκος αλλά και τα σεφαραδίτικα από τα οποία, κατά κάποιο τρόπο, ξεκίνησε η όλη ιστορία. Ποιο ήταν το κίνητρο περισσότερο παρά ο λόγος που σε ώθησε να κάνεις αυτό το album;
Η Θεσσαλονίκη μου άρεσε ανέκαθεν. Η πρώτη μου επαφή μαζί της ήταν με το φεστιβάλ χορωδιών, αρχές δεκαετίας του ‘70. Ήταν μια μαγική εμπειρία καθώς τότε ήμουν πολύ μικρή. Από τότε κάτι ωραίο μου συμβαίνει σ' αυτήν την πόλη κάθε φορά που βρίσκομαι εκεί μέχρι και σήμερα. Την έχω συνδέσει με ενδιαφέροντες ανθρώπους, πολύ καλούς φίλους, διασκέδαση, ελευθερία και ευχάριστες εκπλήξεις.
Οσον άφορα στο θέμα «τραγούδια της Θεσσαλονίκης»...αυτό μας διάλεξε! Προ διετίας συμμετείχαμε σε μια συναυλία με αφορμή τα εκατό χρόνια της πόλης διοργανωμένης από το πανεπιστήμιο .Ηδη παίζαμε τα σεφαραδίτικα της Θεσσαλονίκης, προσθέσαμε λοιπόν διάφορα τραγούδια από τα Βαλκάνια, τουρκικά, αρμενικά και ελληνικά, σε όλες τις γλώσσες δηλαδή που μιλούσαν οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης μέχρι τις αρχές του εικοστού αιώνα. Αμέσως μόλις ανακοινώθηκε η συναυλία υπήρξε ενδιαφέρον και από κάποιους χώρους στο εξωτερικό για το πρόγραμμα. Αργότερα ενδιαφέρθηκε και η ECM και έτσι το πήραμε πιο σοβαρά και έχουμε τώρα αυτόν τον δίσκο.
Για την Ιστορία της πόλης δεν ήξερα το παραμικρό πριν ασχοληθώ με τα σεφαραδίτικα το '93. Λόγω των τραγουδιών τότε και λόγω των τραγουδιών πάλι τώρα διάβασα και ρώτησα και ξαναδιάβασα και μπορώ να πω ότι έχω μιαν εικόνα για την πόλη που είναι κοντά στην Ιστορία της και έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Η καταγωγή μου είναι από τα νησιά, Ιόνιο και Αιγαίο, καμιά σχέση με την βόρεια Ελλάδα και είναι πολύ ενδιαφέρον το τι δεν μαθαίνει κανείς στο σχολείο.
Είναι πολύ μεγάλη η έκπληξη όταν έρχεσαι σε επαφή με την Ιστορία διαφορετικών περιοχών μιας χώρας που νομίζεις ότι ξέρεις και στην οποία ανήκεις αλλά συνειδητοποιείς ότι δεν έχεις ουσιαστικά καμιά ιδέα για αυτήν, όταν από ένα μικρό στοιχείο που σου λέει κάποιος ξεδιπλώνονται και άλλα και συνδέεις ανθρώπους τους οποίους γνωρίζεις με το παρελθόν τους που σου είναι άγνωστο. Και είναι ακόμα πιο ενδιαφέρον όταν οι άνθρωποι που έχουν σχέση με έναν τόπο σου παρουσιάζουν τις διαφορετικές τους εκδοχές για τα γεγονότα...
Πέραν του ότι όλα αυτά τα τραγούδια έχουν ως θέμα ή έστω μιλούν για την Θεσσαλονίκη προσπαθήσατε και να έχουν κάποια κοινά μουσικά στοιχεία ή χαρακτηριστικά ή αυτή η παράμετρος δεν σας απασχόλησε καν;
Δεν ψάχναμε κοινά στοιχεία, το αντίθετο. Θέλαμε διαφορετικά ύφη μουσικής, ένα δημοφιλές «ελαφρό» τραγούδι, ένα ρεμπέτικο, έναν θρησκευτικό ύμνο, ένα παραδοσιακό. Και μας ενδιέφερε να αντιπροσωπεύονται οι γλώσσες που ακούγονταν τότε, τέλος δεκάτου ενάτου - αρχές εικοστού αιώνα. Ήταν μια εποχή που ο κόσμος άλλαζε, συνυπήρχαν πολύ διαφορετικές τάσεις. Δεν θέλαμε να αναπαραστήσουμε μιαν εποχή αλλά μια μνήμη. Όταν θυμάσαι κάτι κάποιες λεπτομέρειες σβήνουν και κάποιες άλλες υπερτονίζονται. Με τις ενορχηστρώσεις τα κομμάτια έρχονται κοντά το ένα στο άλλο, όσο διαφορετικές και αν είναι οι αυθεντικές τους εκτελέσεις. Το απολυτίκιο του Αγίου Δημητρίου για παράδειγμα δεν θυμίζει σε τίποτα ορθόδοξη ελληνική λειτουργία, ούτε το «Γεντί Κουλέ» θυμίζει ρεμπέτικο όπως έχει διασκευαστεί και ερμηνευτεί.
Γιατί και πώς επιλέξατε το ιρλανδικό τραγούδι το οποίο ως τόπο προέλευσης, γλώσσα, ύφος μα ακόμα και περιεχόμενο είναι πολύ διαφορετικό και σίγουρα πολύ «μακρινό» από όλα τα υπόλοιπα;
Αφορά την Θεσσαλονίκη, μια στιγμή της Ιστορίας της. «Ο άντρας μου είναι στη Θεσσαλονίκη και αναρωτιέμαι αν έχει πεθάνει και αναρωτιέμαι αν γνωρίζει ότι έχει ένα παιδί με κόκκινα μαλλιά». Είναι ένα αντιπολεμικό τραγούδι της εποχής του πρώτου παγκοσμίου πολέμου που αφορά και την περιοχή και μας άρεσε
Και ποιο από τα τραγούδια αυτού του δίσκου αισθάνεσαι πιο κοντά σε εσένα την ίδια, όχι την ερμηνεύτρια μα τον άνθρωπο Σαβίνα;
Νομίζω το «aAla Scola Del Allianza» και το «Jelena», το σερβικό τραγούδι. Οι λόγοι είναι μουσικοί και δεν μπορώ να τους αναλύσω ιδιαίτερα.
Είναι η εντύπωση μου ή ο δίσκος ηχογραφήθηκε στο μεγαλύτερο μέρος του ζωντανά;
Πάντα με τους Primavera ηχογραφούμε «ζωντανά», ταυτόχρονα εκείνοι όλοι μαζί σε μια αίθουσα και εγώ σε μιαν άλλη ακούγοντας από ακουστικά. Εάν χρειάζεται να διορθώσω μπαίνω μετά και το κάνω γιατί εγώ ηχογραφώ αλλού, δεν τους διακόπτω εκείνη την ώρα. Μ' αυτήν την έννοια είναι ζωντανή η ηχογράφηση, ημι-ζωντανή δηλαδή.
Πώς πείστηκε ο Manfred Eicher να αφήσει το στούντιο του - όχι γιατί το αγαπά τόσο πολύ αλλά επειδή σίγουρα εκεί αισθάνεται «σαν στο σπίτι» του από μουσικής πλευράς - και να έρθει να δουλέψει σε ένα άλλο και μάλιστα στην Αθήνα;
Έρχεται και για την Ελένη (Καραϊνδρου) στο στούντιο Sierra. Γνωρίζεται ήδη καλά λόγω της Ελένης και με τον Καρυώτι, τον ηχολήπτη εκεί και έτσι μάλλον νιώθει πλέον και εδώ λίγο σαν στο σπίτι του. Εχουμε ηχογραφήσει μαζί και το «Songs Of An Other» εκεί.
Είσαι μια από τους ελάχιστους και ελάχιστες που δεν εντάχθηκαν ποτέ ούτε στο «λαϊκό» αλλά ούτε και στο λεγόμενο «έντεχνο», δηλαδή το λόγιο ελληνικό τραγούδι αλλά στέκουν κάπου ανάμεσα, όντας σε μια δική τους, ξεχωριστή αν όχι μοναδική κατηγορία. Σου αρέσει αυτό ή όχι, τελικά και κοιτάζοντας πίσω το θεωρείς πλεονέκτημα ή μειονέκτημα;
Το θεωρώ σαφώς πλεονέκτημα γιατί μου έχει δώσει μεγάλη δυνατότητα ευελιξίας. Νομίζω συνέβη μέσα στα χρόνια κάπως από μόνο του, κάτι μου πρότειναν, κάτι αποδεχόμουν, κάτι απέφευγα, κάτι επιθυμούσα, κάτι προσπαθούσα, κάτι δεν κατάφερνα. Ετσι σιγά - σιγά φτιάχνεται μια πορεία και δημιουργούνται κάποια δεδομένα πάνω στα οποία πατάς και συνεχίζεις.
Πρέπει να περιμένουν και κάτι άλλο, κάποιες εκπλήξεις ίσως, εκτός φυσικά από την παρουσίαση του νέου δίσκου όσοι θα έρθουν στο «Gazarte» στις 8 Μαρτίου;
Οχι, δεν θα υπάρχουν εκπλήξεις. Φαντάζομαι απλώς ότι θα παίξουμε και άλλα τραγούδια εκτός από εκείνα του CD.
Και τα σίγουρα σχέδια σου για το υπόλοιπό της χρονιάς;
Θα γίνουν δέκα συναυλίες τον Μάρτιο, με τα το υλικό αυτού του δίσκου, σε Αυστρία, Ελβετία, Γερμανία, Βέλγιο. Ολλανδία και επίσης θα παίξουμε στην Αθήνα, στο Μέγαρο Μουσικής, τις «Παναγιές Του Κόσμου» στις 6 Απριλίου, δηλαδή την Μεγάλη Δευτέρα. Επίσης θα συνεργαστώ ξανά με τον Barry Guy το καλοκαίρι για ένα κομμάτι που έχει συνθέσει με αφορμή την «Guernica», τον γνωστό πίνακα του Πικάσο και με τον G .B. Sommer για τα τραγούδια για το χωριό Κομμένο.(«Songs Of Kommeno»).
Και πάντα φυσικά με την προσοχή, την αγάπη και εκείνο τον «ολιστικό» τρόπο που αντιλαμβάνεται και προσεγγίζει την μουσική, σα να είναι ένα ενιαίο και αδιάσπαστο σύνολο ενώ ταυτόχρονα η απαράμιλλη τεχνική που διαθέτει της επιτρέπει να σέβεται μα και να αναδεικνύει τις ιδιαιτερότητες των πιο πολλών από τα ιδιώματα που την αποτελούν...
ΘΑΝΟΣ ΜΑΝΤΖΑΝΑΣ
ΣΑΒΙΝΑ ΓΙΑΝΝΑΤΟΥ & PRIMAVERA EN SALONICO
SONGS OF THESSALONIKI
ECM/ΜΙΚΡΗ ΑΡΚΤΟΣ
Δεν θα μπω καν στον κόπο να κάνω οποιοδήποτε σχόλιο για την πλέον ολοκληρωμένη Ελληνίδα ερμηνεύτρια της γενεάς της και πιθανότατα και αρκετών από τις επόμενες. Οι απεριόριστες δυνατότητες, η εκπληκτική τεχνική στην οποία δεν επαναπαύεται αλλά την αυξάνει και την βελτιώνει περαιτέρω με συνεχή μελέτη, ο απίστευτος έλεγχος των εκφραστικών μέσων και το συναίσθημα – και μαζί αυτή η μοναδική για τα εγχώρια δεδομένα χροιά που ολοένα ωριμάζει με το πέρασμα του χρόνου, κάνουν την Σαβίνα Γιαννάτου να μην επιδέχεται συγκρίσεις και καθιστούν κάθε «κριτική» για εκείνη περιττή. Θα σταθώ μόνο στους έξι μουσικούς που αποτελούν τους Primavera En Salonico, το μοναδικό σχήμα με το οποίο συνεργάζεται επί τόσο μακρόν και κατ' επανάληψη. Παίζουν απλά, ακουστικά και στην πλειοψηφία τους παραδοσιακά όργανα και εδώ κάποια παλαιά, κάποτε και πολυεκτελεσμένα τραγούδια. Να είναι λοιπόν η σε υπερβατικό βαθμό μεταξύ τους «όσμωση» που οδηγεί σε ένα τόσο λιτό, ανεπιτήδευτο αλλά και αξιοθαύμαστο αποτέλεσμα; Και τι ακριβώς, ρωτάτε, είναι αυτό που παίζουν; Πείτε το world music στην κυριολεξία της, δηλαδή παγκόσμια, υπερκόσμια και γι' αυτό ακριβώς και...πανανθρώπινη μουσική!