Αν τελικά ο πόλεμος στο Ιράν λήξει με μια συμφωνία που θα κινείται στη λογική εκείνης του 2015, εκείνης δηλαδή που ο Ντόναλντ Τραμπ χαρακτήριζε «αδύναμη» και «καταδικασμένη» και από την οποία απέσυρε τη χώρα του το 2018, τότε το ερώτημα θα είναι αναπόφευκτο: Γιατί τελικά έγιναν όλα αυτά;
Η απόφαση του Αμερικανού προέδρου να αποχωρήσει από τη συμφωνία υπό την αιγίδα του ΟΗΕ δεν συνοδεύτηκε ποτέ από ένα σταθερό εναλλακτικό σχήμα. Αντιθέτως, άνοιξε μια περίοδο έντασης που τελικά μετατράπηκε σε ανοιχτή σύγκρουση. Με κόστος που αποτυπώνεται σε περισσότερους από 5.000 νεκρούς, δεκάδες χιλιάδες τραυματίες, εκατομμύρια εκτοπισμένους, τεράστια οικολογική καταστροφή και ανυπολόγιστο οικονομικό κόστος.
Όπως δήλωσε ο επικεφαλής της Υπηρεσία Συντονισμού Ανθρωπιστικών Υποθέσεων του ΟΗΕ, Τομ Φλέτσερ, το κόστος του πολέμου ανέρχεται σε περίπου 2 δισεκατομμύρια δολάρια την εβδομάδα. Το ίδιο ποσό, όπως υπογράμμισε, θα μπορούσε να είχε χρηματοδοτήσει την παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας για 87 εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Η σύγκριση αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα αν ληφθεί υπόψη ότι ο προϋπολογισμός του ΟΗΕ για τέτοιου είδους ανθρωπιστικές παρεμβάσεις παρουσιάζει φέτος έλλειμμα περίπου 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων, σε ένα συνολικό στόχο 23 δισεκατομμυρίων. Σύμφωνα με τον Φλέτσερ, η κρίση χρηματοδότησης είναι «κατακλυσμιαία», με περικοπές που φτάνουν το 50%, αποτέλεσμα όχι μόνο της ανοιχτής υπονόμευσης του διεθνούς οργανισμού από την κυβέρνηση Τραμπ αλλά και ευρύτερης διεθνούς στροφής προς την ενίσχυση των αμυντικών δαπανών εις βάρος της αναπτυξιακής βοήθειας. Παράλληλα, ο αξιωματούχος του ΟΗΕ προειδοποίησε για τον τρόπο με τον οποίο η σύγκρουση διαχέεται πέρα από το μέτωπο των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Οι επιπτώσεις της, όπως σημείωσε, έχουν ήδη αρχίσει να γίνονται αισθητές σε παγκόσμιο επίπεδο, με αυξήσεις σε τρόφιμα και καύσιμα που προσεγγίζουν το 20%. Οι πιέσεις αυτές αναμένεται να πλήξουν ιδιαίτερα περιοχές όπως η υποσαχάρια και η ανατολική Αφρική, οδηγώντας περισσότερους ανθρώπους στη φτώχεια. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στην ανησυχητική επικράτηση μιας όλο και πιο βάναυσης πολιτικής ρητορικής. Ο Φλέτσερ προειδοποίησε ότι η κανονικοποίηση εκφράσεων όπως η απειλή «να βομβαρδιστεί μια χώρα μέχρι τη λίθινη εποχή» ή να «αφανιστεί» ένας ολόκληρος πολιτισμός δημιουργεί ένα εξαιρετικά επικίνδυνο προηγούμενο.
Όπως ανέφερε, τέτοιου είδους ρητορική ενθαρρύνει «κάθε επίδοξο αυταρχικό ηγέτη» να υιοθετεί αντίστοιχες πρακτικές, στοχοποιώντας όχι μόνο στρατιωτικούς στόχους αλλά και αμάχους και κρίσιμες υποδομές, κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου. Η στάση του ΟΗΕ, όπως επισήμανε, για την επίλυση διεθνών κρίσεων διαφέρει από την προσέγγιση της κυβέρνησης Τραμπ όσο η μέρα με τη νύχτα. Από τη μία πλευρά, η κλασική διπλωματία -την οποία χαρακτήρισε ως προσέγγιση που δίνει έμφαση στη διαδικασία, τη σταθερότητα και τους θεσμούς- και από την άλλη μια λογική που δίνει προτεραιότητα στην απρόβλεπτη κίνηση και στις προσωπικές σχέσεις, ακόμη και εις βάρος της θεσμικής συνέχειας.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η επιστροφή στη διπλωματία -μέσω των προσπαθειών για νέα συμφωνία- δεν προκύπτει ως στρατηγική επιλογή, αλλά ως αναγκαστική εξέλιξη. Οι ίδιες πλευρές που επένδυσαν στην πίεση και την κλιμάκωση αναζητούν τώρα ένα πλαίσιο σταθεροποίησης. Αν αυτό το πλαίσιο αποδειχθεί τελικά παρόμοιο με εκείνο που εγκαταλείφθηκε το 2015, τότε η εξέλιξη δεν θα συνιστά τομή, αλλά επιστροφή. Ο πόλεμος αυτός δεν θα μείνει στην ιστορία ως σημείο καμπής για τη «νέα Μέση Ανατολή» που οραματίζονταν Τραμπ και Νετανιάχου αλλά ως προειδοποίηση για το πόσο εύκολα καταστρέφεται η σταθερότητα και πόσο ακριβά πληρώνεται η αυταπάτη ότι η διπλωματία μπορεί να αντικατασταθεί με τη βία.