Την εβδομάδα που πέρασε οι αντιπροσωπείες των χωρών της Ε.Ε. έδωσαν την τελική έγκριση στο πακέτο των πέντε συνολικά νομοθετικών κειμένων που ρυθμίζουν τα θέματα ασύλου και μετανάστευσης. Η διαδικασία αυτή ήταν τυπική, αφού τα πάντα ήταν ήδη συμφωνημένα, ενώ την έγκρισή του είχε δώσει πριν κλείσει ενόψει ευρωεκλογών το Ευρωκοινοβούλιο. Κάποιοι, πάντως, δεν κουράστηκαν να πανηγυρίσουν πάλι και να κάνουν λόγο για μια επιτυχία της Ε.Ε. σε μια διαδικασία που κράτησε χρόνια και πολλές φορές είχε βαλτώσει, μοιάζοντας αδιέξοδη.
Οι «ρεαλιστές» θεώρησαν καλό οιωνό το γεγονός ότι το σχετικό νομικό πλαίσιο αμφισβητήθηκε τόσο από την Αριστερά όσο και από την πιο συντηρητική έως την ακραία Δεξιά, άρα κινείται σε μια λογική πρακτικού συμβιβασμού. Ωστόσο η πραγματικότητα που θα κληθεί να αντιμετωπίσει το Σύμφωνο τους επόμενους μήνες και χρόνια είναι τέτοια, που δεν επιτρέπει υπέρμετρη αισιοδοξία. Και οι λόγοι είναι πολλοί.
Συμφωνία χωρίς ομοφωνία
Ας ξεκινήσουμε από το πιο προφανές. Στο συγκεκριμένο θέμα δεν υπήρξε ομοφωνία, αλλά απλώς ειδική πλειοψηφία, κάτι που δείχνει ότι τελικά ο συμβιβασμός δεν αφορούσε και τους 27. Η Πολωνία και η Ουγγαρία, οι πιο ένθερμοι επικριτές του σχεδίου, καταψήφισαν ολόκληρη τη δέσμη των νομοθετικών μέτρων. Από τότε που παρουσιάστηκε η μεταρρύθμιση το 2020 οι δύο αυτές χώρες αντιστέκονται σθεναρά στο σύστημα «υποχρεωτικής αλληλεγγύης», αρνούμενες να δέχονται μετανάστες «παρά τη θέλησή τους». Είναι, λοιπόν, ένα ζήτημα πώς θα κινηθούν στο εξής. Στην προκειμένη περίπτωση, πάντως, το εντυπωσιακό δεν ήταν τόσο η στάση του Βίκτορ Όρμπαν από την Ουγγαρία, που μίλησε για «ακόμη ένα καρφί στο φέρετρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Μεγάλη απογοήτευση υπήρξε στις Βρυξέλλες από τη στάση του Πολωνού ομολόγου του Ντόναλντ Τουσκ, πρώην προέδρου του Συμβουλίου, ο οποίος αντικατέστησε την προηγούμενη εθνολαϊκιστική κυβέρνηση του κόμματος Νόμος και Δικαιοσύνη, παρέμεινε όμως στην ίδια ακριβώς απορριπτική στάση, χωρίς να διστάσει να αποκαλέσει το νέο Σύμφωνο απαράδεκτο για τη χώρα του. Αρνητική ψήφο έδωσαν σε κάποιους φακέλους και η Τσεχία και η Σλοβακία, ενώ η Αυστρία καταψήφισε το κείμενο του Κανονισμού για την κρίση. Όλες αυτές οι διαρροές δημιουργούν ουσιαστικά πάλι χώρες διαφορετικών ταχυτήτων και δίνουν κάθε δικαίωμα σε εκείνες της πρώτης γραμμής να είναι εξαιρετικά ανήσυχες.
Ενα δεύτερο πρακτικό ζήτημα έχει να κάνει και με τους αριθμούς. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, το 2023 ο αριθμός των αιτήσεων για άσυλο έφτασε τα 1,14 εκατομμύρια, που είναι και ρεκόρ επταετίας. Το κομμάτι του Συμφώνου που μιλά για μετεγκατάσταση αφορά μόλις 30.000 ανθρώπους. Εδώ η διαφορά μεταξύ των αριθμών είναι πραγματικά χαώδης. Βεβαίως το πλάνο μελλοντικά είναι να περιοριστεί όσο το δυνατόν ο αριθμός εκείνων που θα καταφέρουν να πατήσουν το πόδι τους στην Ευρώπη. Αλλά το σχέδιο δεν λύνει ούτε το σημερινό υπάρχον πρόβλημα. Δεν μπορεί κανείς να αγνοεί τις ανθρωπιστικές διαστάσεις του προβλήματος. Όπως δεν μπορεί να καμαρώνει κανείς Ευρωπαίος πολιτικός για το γεγονός ότι ουσιαστικά οι πρόσφυγες / μετανάστες κοστολογούνται με 20.000 ευρώ το κεφάλι. Δεν είναι τυχαίο ότι οργανώσεις, όπως η Διεθνής Αμνηστία, προειδοποιούν για την κεντρική ιδέα του Συμφώνου και προβλέπουν ότι θα επιδεινώσει ακόμα περισσότερο την κατάσταση. Υπάρχουν, άλλωστε, και πάγια ζητήματα κριτικής, όπως το γεγονός ότι η Κομισιόν για να «προστατεύσει» τα σύνορα προχωρά σε αμφιλεγόμενες συμφωνίες με δικτατορικά ή αυταρχικά καθεστώτα, επιδοτώντας πολιτικές αποτροπής (Λιβύη, Τυνησία, Μαρόκο, Αίγυπτος και φυσικά η Τουρκία).
Πολιτική υψηλού κόστους
Δεν είναι, όμως, λίγα μόνο τα 20.000 ευρώ ανά κεφαλή μετανάστη που θεωρητικά θα πρέπει να πληρώνει όποια χώρα δεν αποδέχεται τους μετεγκατασταθέντες που της αναλογούν. Η αναθεώρηση του προϋπολογισμού που συμφωνήθηκε πριν από μερικούς μήνες από τις κυβερνήσεις της Ε.Ε. προβλέπει 2 δισ. ευρώ για την υλοποίηση των μέτρων του Νέου Συμφώνου μέχρι το 2027. Όμως το κονδύλι αυτό μοιάζει μικρό και προβλέπεται να… εξατμιστεί γρήγορα, αν οι κυβερνήσεις θελήσουν να υλοποιήσουν «ακριβές» προτάσεις για την κατασκευή υποδομών ελέγχου, αποτροπής ή και υποδοχής και την πρόσληψη νέου προσωπικού που θα τις στελεχώσει. Άλλωστε μέχρι σήμερα έχουν δαπανηθεί πολλαπλάσια κονδύλια για επιδοτήσεις στις γείτονες χώρες προκειμένου να κρατήσουν μακριά τους πρόσφυγες και να «χτυπήσουν», υποτίθεται, τα δίκτυα των σύγχρονων δουλεμπόρων. Υπάρχουν, λοιπόν, πολλά ερωτήματα για την επόμενη ημέρα, αν και η ηγεσία της Ε.Ε. στις Βρυξέλλες δείχνει να προσπαθεί να τα «κρύψει κάτω από το χαλί» έστω μέχρι τις ευρωεκλογές. Πώς θα τιμωρηθούν όσες χώρες δεν συμμορφωθούν, πού θα βρεθούν, αν χρειαστεί, τα έξτρα κονδύλια, πόσο φερέγγυα θα είναι όποια συμφωνία με χώρες της Αφρικής;
Μέσα σε όλα αυτά ήρθε και μια άλλη δύσοσμη είδηση από τον θαυμαστό κόσμο των Βρυξελλών. Ο άνθρωπος που επί επτά χρόνια είχε αναλάβει να «προστατεύσει τα σύνορα της Ε.Ε.» ως επικεφαλής της Frontex, o Φαμπρίς Λεζερί, επιβεβαίωσε τις πληροφορίες που τον ήθελαν να είναι υποψήφιος στις ευρωεκλογές με τον Εθνικό Συναγερμό της Μαρίν Λεπέν.