Live τώρα    
O αιώνας των κρίσιμων ορυκτών
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

O αιώνας των κρίσιμων ορυκτών

133361866_LITHIUM_CHILE.jpg
ΑΝΑΛΥΣΗ

Τα σύνορα των στρατηγικών ζωνών του κόσμου επαναχαράσσονται με βάση όχι πια το πετρέλαιο αλλά τα κρίσιμα ορυκτά από τα οποία παράγονται τα νέα πολύτιμα μέταλλα της ενεργειακής μετάβασης.  Όμως σ' έναν άπληστο κόσμο, διψασμένο για ενέργεια και κέρδος, ποιος θα πληρώσει το πανάκριβο περιβαλλοντικό αντίτιμο;

Ο κόσμος πάει μπροστά, αλλά σήμερα, για να πάει μπροστά, πρέπει να γυρίσει πίσω. Αν ο 20ός αιώνας ήταν ο αιώνας του πετρελαίου και των ορυκτών καυσίμων για κίνηση και παραγωγή ενέργειας, ο 21ος προδιαγράφεται να είναι ο αιώνας των μετάλλων. Ηλεκτροκίνηση και ανανεώσιμες πηγές βασίζονται στη πρόσβαση σε μια σειρά «κρίσιμων» μετάλλων για να λειτουργήσουν και να αποδώσουν. Το παγκόσμιο σαφάρι για τ’ αναντικατάστατα αυτά στοιχεία της ενεργειακής μετάβασης έχει αρχίσει επαναχαράσσοντας τα σύνορα των στρατηγικών ζωνών του κόσμου.

Οι τεχνολογίες της ενεργειακής μετάβασης, ανάμεσά τους οι ανεμογεννήτριες, οι ηλιακοί συλλέκτες, τα ηλεκτροκίνητα οχήματα αλλά και τα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας, βασίζονται σε ζωτικό βαθμό στην επαρκή πρόσβαση σε αυτά τα κρίσιμα μέταλλα, όπως ο χαλκός, το λίθιο, το νικέλιο, το κοβάλτιο, ο γραφίτης, οι σπάνιες γαίες, τα δυσεύρετα μέταλλα που υπάρχουν σε εξαιρετικά μικρές συγκεντρώσεις στον πλανήτη. Καθώς η ζήτησή τους εκτοξεύεται στα ύψη και οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν όλο και συχνότερα την προμήθειά τους από την άποψη τόσο της οικονομικής όσο και της εθνικής ασφάλειας, η απρόσκοπτη λειτουργία των αλυσίδων εφοδιασμού έχει αναχθεί τελευταία σε κορυφαίο πολιτικό ζήτημα, ιδιαίτερα στον αναπτυγμένο κόσμο. Για να υποστηριχθεί η μετάβαση των οικονομιών στην «καθαρή ενέργεια», οι κυβερνήσεις θεσπίζουν μέτρα για την ενίσχυση των εγχώριων ή «φίλιων» αλυσίδων εφοδιασμού, τα οποία φυσικά υποστηρίζονται συχνά από σημαντική ροή κυβερνητικού χρήματος. Αλλά ποια είναι αυτά τα σύγχρονα πολύτιμα μέταλλα, γιατί είναι τόσο σημαντικά και πού βρίσκονται; 

Ο νέος «χρυσός»

Για τους ειδικούς δεν υπάρχει ξεκάθαρος, καθολικής αποδοχής ορισμός ή συγκεκριμένη λίστα για τα «κρίσιμα ορυκτά». Το Αμερικανικό Γεωλογικό Ινστιτούτο εκδίδει έναν σχετικό κατάλογο κάθε χρόνο, όπως ορίζεται από τον Νόμο για την Ενέργεια του 2020, με βάση τρεις αξιολογήσεις: Μια ποσοτική, στην οποία, με βάση τα δεδομένα, περιλαμβάνονται μέταλλα των οποίων η προσφορά θεωρείται επισφαλής, μια ημι-ποσοτική, που εστιάζει στα προβλήματα των σχετικών αλυσίδων εφοδιασμού, και μια ποιοτική, όταν οι δύο άλλες αξιολογήσεις δεν είναι δυνατές. Με βάση τα παραπάνω κριτήρια, ο τελικός κατάλογος κρίσιμων ορυκτών του 2022 περιλαμβάνει συνολικά 50 μέταλλα και ορυκτά, ανάμεσά τους τα αλουμίνιο, κοβάλτιο, γραφίτη, ιρίδιο, λίθιο, μαγνήσιο, νικέλιο, νιόβιο, λευκόχρυσο, κασσίτερο, τιτάνιο, βολφράμιο και ψευδάργυρο. Κατά τον Λευκό Οίκο, πρόκειται για στοιχεία που είναι «αναγκαία για την οικονομική ή εθνική ασφάλεια, ενώ η διαθεσιμότητά τους είναι ευάλωτη σε διαταραχές».

Αλλες χώρες έχουν διαφορετικά κριτήρια για το ποια ορυκτά είναι κρίσιμης σημασίας με βάση τα μοναδικά γεωλογικά, εμπορικά ή άλλα χαρακτηριστικά τους. Έτσι, από το 2020, 73 ορυκτά έχουν χαρακτηριστεί ως κρίσιμης σημασίας σε 25 διαφορετικές αξιολογήσεις ανά τον κόσμο. Ένα υποσύνολο των κρίσιμων μετάλλων βρίσκονται στον πυρήνα της ενεργειακής μετάβασης και απαιτούνται σε τεράστιες ποσότητες. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, η μέση ποσότητα ορυκτών πόρων που απορροφά η κατασκευή μιας νέας μονάδας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές της ίδιας δυναμικότητας με μια αντίστοιχη θερμοηλεκτρική έχει αυξηθεί κατά 50% συγκριτικά με το 2010. Ενδεικτικά, για την παραγωγή ίσης ποσότητας ενέργειας, τα φωτοβολταϊκά συστήματα χρειάζονται 40 φορές περισσότερο χαλκό σε σύγκριση με τις γεννήτριες που κινούνται από καύση ορυκτών καυσίμων, ενώ για την αιολική ενέργεια χρειάζεται ώς και 14 φορές περισσότερος σίδηρος. Για να καλυφθεί η αυξανόμενη παγκόσμια ζήτηση για τεχνολογίες πράσινης ενέργειας, συμπεριλαμβανομένης της μαζικής μετάβασης σε συστήματα συσσωρευτών, η Παγκόσμια Τράπεζα εκτιμά ότι θα χρειαστούν 3 δισεκατομμύρια τόνοι κρίσιμων στρατηγικών ορυκτών μέχρι το 2050.

Αναζητώντας ασφάλεια

Υπό την αυξανόμενη πίεση της κοινής γνώμης, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής αντιλαμβάνονται ότι η προσφορά για κρίσιμα ορυκτά πρέπει να αυξηθεί γρήγορα, διαφορετικά οι δεσμεύσεις για περιορισμό των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου θα μείνουν κούφιες υποσχέσεις. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της εταιρείας συμβούλων White & Case, η ζήτηση για λίθιο αναμένεται να τετραπλασιαστεί έως το 2030 σε δύο εκατομμύρια τόνους ετησίως αλλά με τον τρέχοντα ρυθμό εξόρυξης και παραγωγής η ετήσια προσφορά θα υπολείπεται κατά 700.000 τόνους. Ομοίως, η προσφορά χαλκού προβλέπεται να μειωθεί κατά 4,7 εκατομμύρια τόνους σε σχέση με τη ζήτηση έως το 2030.

Στην προσπάθειά τους να αντιμετωπίσουν τα προβλεπόμενα ελλείμματα, ορισμένες κυβερνήσεις σπεύδουν να αναπτύξουν εγχώρια παραγωγική ικανότητα. Θέλουν να μετριάσουν πιθανούς οικονομικούς και γεωπολιτικούς κινδύνους, οι οποίοι κατά κάποιο τρόπο είναι, ή θεωρούνται, συνυφασμένοι με συγκεκριμένες αλυσίδες εφοδιασμού. Για παράδειγμα, από την αρχή της θητείας της η κυβέρνηση Μπάιντεν έχει αναγάγει την πρόσβαση στα κρίσιμα ορυκτά σε βασική προτεραιότητα της οικονομικής πολιτικής της και της πολιτικής της για την εθνική ασφάλεια. Άλλωστε, οι δημοσκοπήσεις στις ΗΠΑ και αλλού στον δυτικό αναπτυγμένο κόσμο δείχνουν ευρεία λαϊκή υποστήριξη στην ενεργειακή μετάβαση και τα μέτρα που θεσπίστηκαν για να τη στηρίξουν. Εννοείται πως οι κυβερνήσεις βλέπουν την πράσινη ενέργεια και ως ευκαιρία για πολιτική κεφαλαιοποίηση, ειδικά όσο παραμένει δημοφιλής στο κοινό. «Όσο η προώθηση της ενεργειακής μετάβασης θεωρείται πολιτικά δημοφιλής, η χρηματοδότηση θα συνεχίσει να ρέει προς αυτή την κατεύθυνση, ανεξάρτητα από το ευρύτερο μακροοικονομικό πλαίσιο»”, επισημαίνουν οι αναλυτές της White & Case.

Ο νόμος για την μείωση του πληθωρισμού (Inflation Reduction Act) που υπέγραψε πέρυσι ο Μπάιντεν προβλέπει πρόσθετες φοροαπαλλαγές ώς και 3.750 δολαρίων αν τουλάχιστον το 50% των εξαρτημάτων μιας μπαταρίας ηλεκτρικού οχήματος έχει κατασκευαστεί ή συναρμολογηθεί στη Βόρεια Αμερική - και το ποσοστό αυτό θα αυξηθεί στο 100% ώς το 2029. Η παραγωγή και επεξεργασία κρίσιμων ορυκτών είναι ιδιαίτερα συγκεντρωμένη σε μικρό αριθμό χωρών και συχνά σε εκείνες που η Δύση θεωρεί ανταγωνιστικές ή γεωπολιτικά «ασύμβατες» με τα συμφέροντά της. Για παράδειγμα, στοιχεία σπάνιων γαιών όπως το νεοδύμιο και το δυσπρόσιο, που χρησιμοποιούνται σε ηλεκτρικά οχήματα, ανεμογεννήτριες και άλλες τεχνολογίες καθαρής ενέργειας, βρίσκονται συγκεντρωμένα στη Κίνα, το Βιετνάμ και τη Ρωσία. Επίσης, ένα σημαντικό ποσοστό των παγκόσμιων αποθεμάτων κοβαλτίου βρίσκεται στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Το «χειρότερο» είναι πως η Κίνα είναι αυτή τη στιγμή ο κορυφαίος παραγωγός παγκοσμίως των πλέον κρίσιμων ορυκτών που σχετίζονται με την ενεργειακή μετάβαση και επίσης ηγείται της παραγωγής βασικών ενδιάμεσων προϊόντων, όπως οι κυψέλες μπαταριών, το πολυπυρίτιο που χρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη στη βιομηχανία των ηλιακών συλλεκτών και για εξαρτήματα ανεμογεννητριών.

Ο χάρτης της παραγωγής

Η Βραζιλία επίσης, λόγω της τεράστιας έκτασης και της γεωλογίας της, είναι ιδιαίτερα πλούσια σε πολύτιμα κρίσιμα ορυκτά. Έχει στο υπέδαφός της το 94% των γνωστών αποθεμάτων νιοβίου παγκοσμίως, ενός γυαλιστερού, λευκού μετάλλου ζωτικής σημασίας για την ενίσχυση του χάλυβα. Το 22% του συνόλου του γραφίτη και το 16% των γνωστών αποθεμάτων μετάλλων σπάνιων γαιών παγκοσμίως βρίσκονται κι αυτά στο βραζιλιάνικο υπέδαφος. Η χώρα δεν εξορύσσει ακόμη αρκετές ποσότητες ώστε να κατατάσσεται μεταξύ των μεγάλων παραγωγών. Όμως αυτό θα μπορούσε σύντομα να αλλάξει ως αποτέλεσμα της αυξανόμενης ζήτησης και της προσπάθειας της Δύσης να βρει πιο «προσεγγίσιμους» και σαφώς πιο αξιόπιστους ενεργειακούς εταίρους. Η Βραζιλία εξορύσσει ήδη 70 ορυκτά, η αξία των οποίων έφτασε το 2021 τα 62 δισ. δολάρια. Και ενώ, συγκριτικά, τα αποθέματα της Ασίας και της Αφρικής είναι καλά γνωστά και εξερευνημένα, μεγάλο μέρος του ορυκτού πλούτου της Βραζιλίας δεν έχει ακόμη χαρτογραφηθεί πλήρως, λένε οι ειδικοί.

Σημαντικός παραγωγός, που ανήκει μάλιστα στο «φίλιο» στρατόπεδο, είναι και η Αυστραλία. Ο εξορυκτικός τομέας της χώρας είναι ο μεγαλύτερος σε ποσοστό του εθνικού ΑΕΠ και τα ορυκτά και τα καύσιμα αποτελούν περισσότερο από το ήμισυ του συνόλου των αυστραλιανών εξαγωγών. Ενώ τα κορυφαία ορυκτά προϊόντα της Αυστραλίας είναι το σιδηρομετάλλευμα, ο άνθρακας, ο χρυσός και το αλουμίνιο, η κυβέρνηση της Καμπέρα έχει δώσει τελευταία προτεραιότητα τόσο στην εξόρυξη όσο και στην επεξεργασία κρίσιμων ορυκτών. Η χώρα είναι ήδη ο μεγαλύτερος παραγωγός λιθίου παγκοσμίως καλύπτοντας το ήμισυ της παγκόσμιας προσφοράς. Ταυτόχρονα, είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος παραγωγός κοβαλτίου και ο τέταρτος σε στοιχεία σπάνιων γαιών. Πέρυσι, η αυστραλιανή κυβέρνηση ανακοίνωσε τη νέα στρατηγική της για τα κρίσιμα ορυκτά με στόχο την περαιτέρω ανάπτυξη του τομέα και την επέκταση της μεταποιητικής δραστηριότητας. 

Σχέδιο δράσης, γεωπολιτική και περιβάλλον

Προσπαθούμε να σώσουμε τον πλανήτη από τα ορυκτά καύσιμα αλλά στο τέλος μπορεί να τον καταστρέψουμε ξεκοιλιάζοντας κάθε σπιθαμή γης για να εξορύξουμε αυτά που χρειαζόμαστε για την ενεργειακή μετάβαση

Ανάλογο σχέδιο είχε ξεδιπλώσει το 2020 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με στόχο περισσότερο τη μείωση της εξάρτησης της Ε.Ε. από τρίτες χώρες και την αναζήτηση εναλλακτικών πηγών. Το μπλοκ εξακολουθεί να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην Κίνα και τη Ρωσία για την προμήθεια στοιχείων που είναι απαραίτητα σε τεχνολογίες καθαρής ενέργειας. Το σχετικό σχέδιο δράσης είναι ευθυγραμμισμένο με το πρότζεκτ της «Πράσινης Συμφωνίας Βιομηχανικής Στρατηγικής» και θέτει το πλαίσιο για τα επόμενα βήματα για την εξασφάλιση ομαλής ροής προμηθειών κρίσιμων ορυκτών, συμπεριλαμβανομένου του σχήματος χρηματοδότησης.

Ας σημειωθεί ότι η Ευρώπη διαθέτει κι αυτή αποθέματα κρίσιμων ορυκτών. Ενδεικτικά, η Γερμανία είναι ένας σημαντικός παραγωγός γαλλίου, στοιχείου που χρησιμοποιείται στους ημιαγωγούς και στη κατασκευή των γνωστών LED. Η Φινλανδία παράγει το ήμισυ του γερμανίου που απορροφούν οι χώρες της Ε.Ε., βασικού συστατικού της τεχνολογίας των οπτικών ινών, ενώ η Γαλλία παράγει περισσότερο από το ένα τέταρτο του ιριδίου που χρησιμοποιείται στις οθόνες υγρών κρυστάλλων. Η Ε.Ε. είναι επίσης εξαγωγέας ινδίου και αφνίου, ενός σπάνιου μετάλλου, από τα πλέον δύστηκτα, που χρησιμοποιείται σε ευρύ φάσμα εφαρμογών, από την ιατρική ώς τη στρατιωτική βιομηχανία, και εικάζεται ότι μεγάλες ποσότητές του υπάρχουν στην Ουκρανία και τη Ρωσία. Σύμφωνα με τους αναλυτές, η αυξανόμενη ζήτηση για κρίσιμα ορυκτά θα επηρεάσει ιδιαίτερα τη Λατινική Αμερική, η οποία διαθέτει το 40% των παγκόσμιων αποθεμάτων χαλκού αλλά και μεγάλο μερίδιο του κοβαλτίου και του νικελίου. Σε τρεις μόνο χώρες της Λατ. Αμερικής, την Αργεντινή, τη Βολιβία και τη Χιλή, αντιστοιχούν τα δύο τρίτα της παγκόσμιας προσφοράς λιθίου. Η πίεση για την εξόρυξη κρίσιμων ορυκτών θα αυξηθεί καθώς η Κίνα, ο μεγαλύτερος παραγωγός στον κόσμο, κινείται για να περιορίσει τις εξαγωγές της και καθώς άλλες χώρες κινούνται αντίστροφα για να μειώσουν την εξάρτησή τους από το Πεκίνο. Παράλληλα, χώρες που διαθέτουν αυτούς τους πολύτιμους πόρους κινούνται, με τη σειρά τους, για να τους προστατεύσουν και να εγγυηθούν ότι τους όρους της εκμετάλλευσής τους θα τους βάζουν οι ίδιες, όχι οι πολυεθνικές μεταλλευτικές εταιρείες. Πρόσφατο παράδειγμα, η Χιλή, όπου ο αριστερός Πρόεδρος της Γκάμπριελ Μπόριτς έκανε πράξη την προεκλογική υπόσχεσή του να εθνικοποιήσει τα πλούσια κοιτάσματα λιθίου, τα οποία εκμεταλλεύονται τώρα μόλις δύο εταιρείες.

Δείχνοντας τον δρόμο

Ορυχεία
Στο Αφγανιστάν υπάρχουν πλούσια κοιτάσματα λιθίου, χαλκού, κοβαλτίου και χρυσού, αλλά οι
συνθήκες εκεί κάνουν σχεδόν αδύνατη την εκμετάλλευσή του από τη Δύση

Αλλά δεν είναι μόνο η κλασική διελκυστίνδα ανάμεσα σε αυτούς που έχουν τους ενεργειακούς πόρους και σ’ εκείνους που τους θέλουν διακαώς, ο λόγος που το σαφάρι για κρίσιμα μέταλλα είναι σήμερα πολύ διαφορετικό από εκείνο του πετρελαίου πριν από έναν και πλέον αιώνα, όταν αυτοκρατορίες και αποικιοκράτες όριζαν ακόμη τις τύχες του κόσμου. Είναι και το ακριβό περιβαλλοντικό αντίτιμο που πρέπει να πληρώσουν οι χώρες που διαθέτουν αυτούς τους πόρους για να καλύψουν την αυξανόμενη ζήτηση και η οποία απειλεί να αντιστρέψει τους όρους του παιχνιδιού: Προσπαθούμε να σώσουμε τον πλανήτη από τα ορυκτά καύσιμα αλλά στο τέλος μπορεί να τον καταστρέψουμε ξεκοιλιάζοντας κάθε σπιθαμή γης για να εξορύξουμε αυτά που χρειαζόμαστε για την ενεργειακή μετάβαση.

Τελευταία, το γεγονός ότι αυτό το σαφάρι για «πράσινους» πόρους επεκτείνεται και στο πιο παρθένο οικοσύστημα της Γης, τον Αμαζόνιο, φέρνει πολλούς αντιμέτωπους με μια άβολη αλήθεια, γράφει το Foreign Policy. Η κλιματική πολιτική και η προστασία του περιβάλλοντος δεν είναι το ίδιο πράγμα. Καθώς η ενεργειακή μετάβαση επιταχύνεται, αυτή η αντίφαση γίνεται όλο και πιο έντονη. Τα τροπικά δάση της Ινδονησίας έχουν αποψιλωθεί για φυτείες φοινικέλαιου που παράγουν βιοκαύσιμα και τα δάση της Δυτικής Αφρικής υλοτομούνται για τα πέλετ που θερμαίνουν τα «πράσινα» σπίτια στην Ευρώπη. Ακόμη χειρότερα, οι εξορύξεις ανοιχτού λάκκου είναι μια από τις πιο καταστροφικές βιομηχανίες, που ισοπεδώνει τα πάντα στο πέρασμά της, ενώ οι τοξικές απορροές, τα απορρίμματα και τα απόβλητα μπορούν να δηλητηριάσουν τα ποτάμια και να προκαλέσουν τον όλεθρο σε ακτίνα χιλιομέτρων. Όπως σκωπτικά συμπληρώνουν οι αρθρογράφοι, «ο τρόπος με τον οποίο η Βραζιλία θα χειριστεί την αυξανόμενη δίψα για πόρους της ενεργειακής μετάβασης, θα δείξει αν η στρατηγική μας για τη διάσωση του πλανήτη θα μας αφήσει τελικά δίχως κανένα πλανήτη να σώσουμε»... 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0