Live τώρα    
Τα περίτεχνα παιχνίδια της Σαουδικής Αραβίας
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Τα περίτεχνα παιχνίδια της Σαουδικής Αραβίας

133214668_Iran_Saudi_China.jpg
ΑΝΑΛΥΣΗ

Μια νέα τάξη πραγμάτων αναδύεται στη Μέση Ανατολή με τη μεσολάβηση του Πεκίνου και οδηγεί στην αναβάθμιση του Εμιράτου, αλλά και στην επιστροφή του Ιράν στη διεθνή σκηνή, εκνευρίζοντας την Ουάσιγκτον

Στις 6 Μαρτίου αντιπρόσωποι του Ιράν και της Σαουδικής Αραβίας συναντήθηκαν στο Πεκίνο για συνομιλίες υπό την αιγίδα της Κίνας. Η πρόταση αυτή πριν από λίγο καιρό θα προκαλούσε γέλιο. Τίποτε σε αυτήν δεν θα φαινόταν σωστό, σαν να προσπαθείς να βάλεις όλα τα απίθανα της διεθνούς διπλωματίας μαζί. Τέσσερις μέρες αργότερα, όμως, η Τεχεράνη και το Ριάντ ανακοίνωσαν επίσημα ότι αποφάσισαν να αποκαταστήσουν τις σχέσεις τους, ανοίγοντας και πάλι τις αντίστοιχες πρεσβείες στις πρωτεύουσές τους. Κάποιοι στον κόσμο πάγωσαν με όλα αυτά, κάποιοι χαμογελάνε. Με δεδομένη την διάσταση ανάμεσα στον αραβικό κόσμο και το Ιράν και την προσπάθεια της Κίνας να αναδυθεί ως το απόλυτο αντίπαλο δέος των ΗΠΑ (καθώς ο Πούτιν τα έχει βρει σκούρα με την Ουκρανία), τι ακριβώς παιχνίδι είναι αυτό που παίζει η Σαουδική Αραβία και πώς προσπαθεί να αναδιαμορφώσει την κατάσταση στη Μέση Ανατολή;

Αγναντεύοντας προς ανατολάς

Η Ουάσιγκτον παρακολουθεί φαινομενικά ψύχραιμη, αλλά πολύ μουδιασμένη. Οι εξελίξεις είναι μεγάλη ήττα για τις ΗΠΑ, σε πολλά επίπεδα. Το 2021 οι Αμερικανοί είχαν προτρέψει το Ιράν και τη Σαουδική Αραβία να ξεκινήσουν συνομιλίες, προσβλέποντας σε σταθεροποίηση της κατάστασης στην περιοχή και στο τέλος του αιματηρού πολέμου στην Υεμένη. Τον Ιούλιο του 2022 ο Μπάιντεν είχε πάει στο Ριάντ και ένα από τα θέματα πολύ ψηλά στην ατζέντα του ήταν η συμπερίληψη του Ιράν στο Συμβούλιο Συνεργασίας των χωρών του Περσικού Κόλπου. Και μετά απ' όλα αυτά, που έδειχναν να πηγαίνουν περίφημα, η Σαουδική Αραβία άφησε τον Μπάιντεν σύξυλο και στράφηκε στην Κίνα, θεωρώντας ότι είναι πολύ καλύτερος διαμεσολαβητής ανάμεσα στην Τεχεράνη και το Ριάντ. Τον Δεκέμβριο του 2022 ο Κινέζος Πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ πήγε στο Ριάντ, τα είπε με τον διάδοχο του θρόνου Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν και τον Φεβρουάριο προσκάλεσε τον Ιρανό Πρόεδρο Εμπραχίμ Ραΐσι στο Πεκίνο. Τα πράγματα από εκεί και μετά εξελίχθηκαν ταχύτατα. Η Σαουδική Αραβία έτσι κι αλλιώς είναι πολύ δύσπιστη απέναντι στον παραδοσιακό της σύμμαχο, τις ΗΠΑ, και οι μεταξύ τους σχέσεις βρίσκονται σε ιστορικό χαμηλό. Αυτό δεν φαίνεται να μπορεί να αλλάξει όσο στην εξουσία βρίσκεται ο Τζο Μπάιντεν. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες που έχει κάνει, οι Σαουδάραβες δεν ξεχνούν τον τρόπο που κατακεραύνωσε το καθεστώς μετά τη δολοφονία του Κασόγκι και ενώ ο ίδιος ήταν ακόμη στην αντιπολίτευση.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Σαουδική Αραβία έχει πάψει να χρειάζεται τις ΗΠΑ. Αυτό που διαπιστώνουν με έκπληξη οι δεύτερες, όμως, είναι ότι δεν τις χρειάζεται προκειμένου να παραμένει το «πόδι τους» στην αραβική χερσόνησο, αλλά προκειμένου να αναδειχθεί η ίδια σε τοπική υπερδύναμη και ρυθμιστή της κατάστασης στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Κάτι που έχει τη δυνατότητα να κάνει, κυρίως λόγω του ηγετικού της ρόλου στον ΟΠΕΚ+ και του γεγονότος ότι είναι μια από τις μεγαλύτερες πετρελαιοπαραγωγούς χώρες του κόσμου και εν πολλοίς ρυθμιστής των παγκόσμιων τιμών του μαύρου χρυσού. Το Ριάντ πιστεύει ότι οι ΗΠΑ δεν το στήριξαν αρκετά στα συμφέροντά του στη Συρία και την Υεμένη -κάτι που ο υπόλοιπος κόσμος βλέπει, φυσικά, εντελώς ανάποδα- και θεωρεί ότι η Ουάσιγκτον έχει άλλες προτεραιότητες από τη διατήρηση της συμμαχίας τους. Κυρίως, όμως, η Σαουδική Αραβία πιστεύει ότι οι ΗΠΑ δεν μπορούν πλέον να της παρέχουν τα εχέγγυα που χρειάζεται για την ασφάλειά της και την άμυνά της. Η Σαουδική Αραβία είναι πάμπλουτη και τεράστια, όμως στρατηγικά υστερεί έναντι των εχθρικών προς αυτήν γειτόνων της.

Την περασμένη δεκαετία η, στα όρια της παράνοιας, η αγωνία αυτή του Ριάντ έγινε ολοφάνερη, μέσα από τις στρατηγικές συμμαχίες που επιδιώκει, όπως η πρόσφατη με την Κίνα, αλλά και μέσα από την προσέγγιση που επιχειρεί με τους παραδοσιακούς του εχθρούς, το Ιράν, την Τουρκία και τη Συρία. Σε αυτό το πλαίσιο, η Σαουδική Αραβία έρχεται πλέον σε σύγκρουση με την πολιτική των ΗΠΑ στην περιοχή, που θέλει την απομόνωση του Ιράν και τον εκ του μακρόθεν έλεγχο της περιοχής. Τα πετρέλαια και η οικονομική ισχύς δεν αρκούν πλέον στους Σαουδάραβες. Θέλουν -και έχουν δηλώσει ότι θα το κάνουν- να εξελιχθούν σε μια πιο σύγχρονη χώρα, να περιορίσουν τον απομονωτισμό τους, να γίνουν μια χώρα προηγμένη τεχνολογικά και πολιτισμικά και τουριστικά. Όλα αυτά απαιτούν χρήματα, που τα έχουν, αλλά απαιτούν και σταθερότητα, που δεν την έχουν. Και για να την αποκτήσουν, επιδιώκουν εν πολλοίς να τα έχουν καλά με όλους· σε διαβάθμιση και ανάλογα με τα δικά τους συμφέροντα. Το δόγμα της σχέσης ανάμεσα στη Σαουδική Αραβία και τις ΗΠΑ έως τώρα ήταν «φτηνά πετρέλαια έναντι εξοπλισμών και υποστήριξης». Τώρα το Ριάντ αφενός στρέφεται σε άλλους εταίρους, αφετέρου στοχεύει στη δημιουργία της δικής του στρατηγικής αυτονομίας. Μιας αυτονομίας που θα του επιτρέψει να έχει εξίσου καλές σχέσεις με τις ΗΠΑ, την Κίνα και τη Ρωσία, χωρίς να εξαρτάται από καμία τους. Μέσα στο 2022 η Σαουδική Αραβία αποκατέστησε τις σχέσεις της με την Τουρκία και τώρα κάνει το ίδιο με το Ιράν. Μετά, έρχεται η σειρά του Ισραήλ. Διότι εάν τα έχει καλά με την Τεχεράνη, θα μπορέσει να προσεγγίσει το Ισραήλ χωρίς τον φόβο να κατηγορηθεί ότι δημιουργεί περιφερειακή συμμαχία εναντίον μιας άλλης μουσουλμανικής χώρας.

Μέσα σε όλα αυτά, η Σαουδική Αραβία ανακοίνωσε την πρόθεσή της να προσκαλέσει τον Σύρο ηγέτη Μπασάρ αλ-Άσαντ σε συνάντηση κορυφής της Αραβικής Συμμαχίας στο Ριάντ τον ερχόμενο Μάιο. Η κίνηση αυτή θα σημάνει και επίσημα την επανένταξη του «κακού παιδιού» του αραβικού κόσμου, μετά από μια δεκαετία απομόνωσης. Η συνάντηση κορυφής θα γίνει στις 19 Μαΐου και θα ακολουθήσει την επαναλειτουργία των πρεσβειών της Συρίας και της Σαουδικής Αραβίας στο Ριάντ και τη Δαμασκό αντίστοιχα. Όλα αυτά γίνονται στο πλαίσιο της συμφωνίας «κανονικοποίησης», τους όρους της οποίας επέβαλε η Σαουδική Αραβία στη Συρία, κατά τη διάρκεια επίσκεψης του Μαχέρ αλ-Άσαντ, αδελφού του Μπασάρ, στο Ριάντ στα μέσα Μαρτίου. Ο Άσαντ επανακάμπτει σταδιακά στην αγκαλιά των «αδελφών» αραβικών κρατών, είχε επισκεφθεί το Ομάν τον περασμένο Φεβρουάριο για πρώτη φορά μετά την έναρξη του εμφυλίου στη χώρα του και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα λίγο αργότερα, όμως τίποτε από όλα αυτά δεν μπορεί να του δώσει τη νομιμοποίηση που θέλει όσο η «σφραγίδα» έγκρισης της Σαουδικής Αραβίας. Και η Σαουδική Αραβία αναλαμβάνει τον ηγετικό ρόλο που τόσο θέλει. Οι ΗΠΑ αντιτίθενται σθεναρά στην «κανονικοποίηση» και την επιστροφή του Άσαντ στο προσκήνιο, έχοντας στο πλευρό τους κάποιες από τις χώρες της περιοχής, όπως το Κατάρ. Κανείς όμως δεν φαίνεται να τους δίνει σημασία.

Το παιχνίδι με τα πετρέλαια και η κίνηση του ΟΠΕΚ+

Η πρέσβης του βασιλείου της Σαουδικής Αραβίας στον ΟΗΕ, πριγκίπισσα Ρίμα μπιντ Μπαντάρ Αλ Σαούντ, είχε πει, τον περασμένο Οκτώβριο, ότι «αυτό το βασίλειο δεν είναι το βασίλειο που ήταν πριν από πέντε χρόνια ούτε το βασίλειο που ήταν πριν από δέκα χρόνια. Έτσι, κάθε ανάλυση που είχε γίνει τότε για τη Σαουδική Αραβία δεν έχει πλέον καμία σημασία». Η ίδια πρόσθεσε, παρ' όλα αυτά, ότι η συμμαχία της Σαουδικής Αραβίας με τις ΗΠΑ είναι «μεγάλης εμβέλειας και στιβαρή, αν και χρειάζεται επανεξέταση». Η σύγκλιση των ευρύτερων στρατηγικών συμφερόντων της Κίνας, του Ιράν και της Σαουδικής Αραβίας θέτει αναμφίβολα τα θεμέλια για μια νέα γεωπολιτική πραγματικότητα στη Μέση Ανατολή.

Οι ΗΠΑ είναι μπροστά σε μια τεράστια πρόκληση. Είναι φανερό ότι χάνουν το πάνω χέρι στην περιοχή, καθώς δεν μπορούν πλέον να προβάλουν καμία απαίτηση από τους συμμάχους τους στον αραβικό κόσμο. Όπως το έθεσε ένας Σαουδάραβας αξιωματούχος, «οι ΗΠΑ δεν καταλαβαίνουν ότι η συμμαχία μας μαζί τους δεν μπορεί να γίνεται με κόστος τα δικά μας συμφέροντα». Κι αυτά τα συμφέροντα δεν περιλαμβάνουν ούτε τον πόλεμο με το Ιράν ούτε την αντιπαράθεση με την Κίνα. Πολλοί αναλυτές πιστεύουν ότι είναι μάλλον απίθανο να μεταβληθεί η Μέση Ανατολή σε πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα, κυρίως επειδή η δεύτερη δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα να παίζει περιφερειακά πολιτικά παιχνίδια, περισσότερο τη νοιάζει να βάλει στη γωνία τις ΗΠΑ. Και η οικονομία.

Το παιχνίδι είναι περισσότερο στα χέρια της ίδιας της Σαουδικής Αραβίας, η οποία είναι και ο βασικός εξαγωγέας πετρελαίου στην Κίνα. Και η Κίνα με τη σειρά της είναι ο μεγαλύτερος αγοραστής πετρελαίου από τη Σαουδική Αραβία. Οι συναλλαγές αυτές, όμως, γίνονται σε δολάρια, νόμισμα με το οποίο είναι επί του παρόντος απόλυτα συνδεδεμένη η οικονομία της Σαουδικής Αραβίας. Η Σαουδική Αραβία θέλει να απεμπλακεί σταδιακά από το δολάριο, αλλά και από τα πετρέλαια ως βασικό πυλώνα της οικονομίας της, γνωρίζοντας ότι μακροπρόθεσμα θα αναγκαστεί έτσι κι αλλιώς να το κάνει. Ο πόλεμος στην Ουκρανία της έδωσε επιπλέον χρόνο, αλλά κι αυτός θα τελειώσει κάποτε. Για να το κάνει αυτό, πέρα από συμμαχίες, χρειάζεται πάρα πολλά χρήματα, τα οποία και μαζεύει από τα πετρέλαια, συχνά δημιουργώντας τεχνητές κρίσεις στις τιμές τους, όπως έκανε και πριν από λίγες μέρες.

Η ανακοίνωση ότι κόβει την παραγωγή, όπως και οι άλλες χώρες του ΟΠΕΚ+, ανέβασε την τιμή του πετρελαίου κατά 6%. Οι ΗΠΑ αντέδρασαν αμέσως και σε έναν σχετικό πανικό, καθώς θέλουν να κρατήσουν χαμηλά το κόστος της ενέργειας και να συγκρατήσουν τον πληθωρισμό, ένα από τα βασικά τους προβλήματα αυτήν την εποχή, αν όχι το βασικότερο. Ο ΟΠΕΚ+ έχει περίπου το 40% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου, με τη Σαουδική Αραβία να είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός και να θεωρείται ο ντε φάκτο ηγέτης της ομάδας. Η μείωση στην παραγωγή αιφνιδίασε τους πάντες, καθώς οι τιμές του πετρελαίου ήδη ήταν υψηλές και η αύξησή τους είναι δεδομένο ότι θα ασκήσει μεγάλη πίεση στον πληθωρισμό των δυτικών χωρών και κινδυνεύει να οδηγήσει σε μια ακόμη οικονομική κρίση. Κι όλα αυτά ενώ ο Μπάιντεν είναι ήδη πιεσμένος και του χρόνου έχει εκλογές. Επιπλέον, μια μέρα πριν από τη συνάντηση των χωρών - μελών του ΟΠΕΚ+, στην οποία αποφασίστηκε η μείωση, εκπρόσωποι των χωρών άφηναν να εννοηθεί ότι θα διατηρήσουν την παραγωγή ως έχει. Μετά, άλλαξαν γνώμη. Είναι η δεύτερη φορά μέσα σε έξι μήνες που ο ΟΠΕΚ+ αγνοεί τις εκκλήσεις των ΗΠΑ και μειώνει την παραγωγή. Η πρώτη ήταν τον περασμένο Οκτώβριο. Τότε ο Μπάιντεν είχε πει ότι «απογοητεύεται από την κοντόφθαλμη αυτή απόφαση». Τώρα είναι πιθανώς υπερβολικά συγχυσμένος για να κάνει οποιοδήποτε σχόλιο.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0