Πιο πολύπλοκο κι από τη... θεωρία της σχετικότητας -και απόλυτα άδικο- μοιάζει το ιταλικό εκλογικό σύστημα, που επέβαλε στην Ιταλία ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι το 2005. Πρακτικά αποφασίζουν οι αρχηγοί των κομμάτων ποιος θα εκλεγεί στη Βουλή και τη Γερουσία, αφού αυτοί φτιάχνουν τη λίστα και κανονίζουν τη σειρά των υποψηφίων.
Επιπλέον η πρώτη λίστα, είτε είναι ενός μόνο κόμματος είτε μιας εκλογικής συμμαχίας κομμάτων, παίρνει αυτόματα ένα τεράστιο μπόνους και την απόλυτη πλειοψηφία. Οι Ιταλοί χαρακτηρίζουν αυτό το σύστημα “Porcellum”, σαν να λέμε «γουρουνιά», αλλά από το 2005 μέχρι σήμερα καμία εκλογική συμμαχία δεν θέλησε να το αλλάξει, παρά τις συνεχείς υποσχέσεις, αφού δίνει στον πρώτο χορταστική κοινοβουλευτική πλειοψηφία με χαμηλά ποσοστά: το λιγότερο 340 βουλευτές (54%) στους 630.
Το ίδιο ισχύει και για τις 315 έδρες της Γερουσίας, μόνο που αυτές κρίνονται από τα αποτελέσματα στις ιταλικές περιφέρειες. Η πρώτη λίστα σε κάθε περιφέρεια παίρνει αυτόματα την απόλυτη πλειοψηφία - κι έχει μεγάλη σημασία πόσο ισχυρή είναι η εκπροσώπηση κάθε περιφέρειας. Οι περιφέρειες του Βένετο, της Λομβαρδίας και της Σικελίας βγάζουν 98 γερουσιαστές και όποιος κερδίσει σ' αυτές μπορεί να ελπίζει ότι θα έχει την απόλυτη πλειοψηφία, ακόμη και με ποσοστά κάτω του 30%.
Τα μέλη και των δύο Σωμάτων εκλέγονται για μια πενταετή θητεία. Το Σώμα της Γερουσίας διαθέτει σχεδόν την ίδια εξουσία με την Κάτω Βουλή. Οποιοσδήποτε νόμος εκτός του προϋπολογισμού μπορεί να παρουσιαστεί προς ψήφιση σ' ένα από τα δύο Σώματα, πρέπει όμως να ψηφιστεί στην ίδια μορφή και από τα δύο για να έχει ισχύ. Επιπλέον η κυβέρνηση πρέπει να τυγχάνει της συναίνεσης και των δύο Σωμάτων ώστε να μπορεί να κυβερνά.
Ένα κόμμα για να μπει στη Βουλή πρέπει να πάρει το 4% και μια εκλογική συμμαχία το 10%. Για τη Γερουσία τα ποσοστά που απαιτούνται είναι 8% και 20% αντίστοιχα, ενώ για να βγάλει γερουσιαστή ένα κόμμα που συμμετέχει σε συμμαχία πρέπει να πάρει το 3%.
Για τη Βουλή ψηφίζουν όλοι οι Ιταλοί πολίτες άνω των 18, ενώ για τη Γερουσία πρέπει να έχουν κλείσει τα 25.