Ο Τζο Μπάιντεν σήκωσε το γάντι του ανταγωνισμού εναντίον της Κίνας, καταφέρνοντας μάλιστα να διασπάσει τους Ρεπουμπλικανούς, αφού το σχέδιό του πέρασε με 69 υπέρ και 30 κατά, λαμβάνοντας θετική ψήφο από 19 από τους 50 συντηρητικούς γερουσιαστές που τάχθηκαν υπέρ του σχεδίου των Δημοκρατικών για επενδύσεις συνολικού ύψους 1,2 τρισ. δολαρίων σε υποδομές.
Ο Μπάιντεν επίσης έδωσε ένα μάθημα στη συντηρητική Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τις μεγάλες εθνικές κυβερνήσεις της Γηραιάς Ηπείρου, αφού το σχέδιό του φθάνει τα 1 τρισ. ευρώ, κατά 33% παραπάνω από τον ευρωπαϊκό Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, ενώ την ίδια στιγμή καθιστά σαφές ότι οι ΗΠΑ ξεκινούν έναν πραγματικό ανταγωνισμό έναντι της Κίνας, στον οποίο η Ευρώπη και ασφαλώς η νοτιοανατολική Ασία θα πρέπει να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στήριξης της προσπάθειας.
Ο Μπάιντεν προσφάτως έλαβε την έκθεση της δύναμης κρούσης των ειδικών, οι οποίοι μέσα από 250 σελίδες υποδείκνυαν τους τρόπους απεξάρτησης των ΗΠΑ από την Κίνα και την Ινδία, που σε κάποιες περιπτώσεις είναι απόλυτη.
Υπογράμμιζαν μάλιστα ότι μόνο για την παραγωγή μικροτσίπ οι ΗΠΑ θα πρέπει να δαπανήσουν τουλάχιστον 50 δισ. δολάρια, για να μην αναφερθούμε στην ενίσχυση του ανταγωνισμού της στην αγορά ηλεκτρικών αυτοκινήτων, σπάνιων μετάλλων και γαιών, την άμυνα και τον φαρμακευτικό τομέα, όπου μαίνεται ακόμη ο πόλεμος των εμβολίων.
Η αντιπαράθεση της αμερικανικής αυτοκρατορίας με την Κίνα θα κριθεί στο μακροπρόθεσμο διάστημα και ο Μπάιντεν φαίνεται αποφασισμένος να ανοίξει τη μάχη για την τεχνολογική πρωτοπορία των ΗΠΑ ξεκινώντας αμέσως με τον εκσυγχρονισμό των υποδομών της χώρας, για να φθάσει να στηρίξει την παραγωγή ημιαγωγών για την παραγωγή νέων υπολογιστών, ρομπότ και άλλων ηλεκτρονικών μηχανών.
Ο Μπάιντεν, πάντως, χρειαζόταν αυτή τη νίκη στη Γερουσία μετά την αποτυχία του να περάσει από τη Βουλή την προστασία των νοικοκυριών που αντιμετωπίζουν άμεσο κίνδυνο έξωσης και αφορά 3,5 εκατομμύρια οικογένειες, ενώ τώρα θα πρέπει να αντιμετωπίζει την πρόεδρο της Βουλής Νάνσι Πελόζι και το πιο αριστερό και κοινωνικά ευαίσθητο τμήμα του Δημοκρατικού Κόμματος, που ζητάει να συζητηθεί αμέσως ο προϋπολογισμός των 3,5 τρισ. δολαρίων για τη στήριξη των φτωχών Αμερικανών, της Υγείας, της Παιδείας και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.
Η αριστερή πτέρυγα του Δημοκρατικού Κόμματος στήριξε το πρόγραμμα για τις υποδομές του Μπάιντεν αποσκοπώντας σε ανταλλάγματα σε ό,τι αφορά τη στήριξη της κοινωνίας.
Το γεγονός ότι οι Δημοκρατικοί επιδιώκουν να περιορίσουν κάπως τη λογική της έκδοσης νέου χρέους για να χρηματοδοτήσουν τον προϋπολογισμό και τα πολυδάπανα σχέδιά τους με την αύξηση της φορολογικής πίεσης στον πλούτο οδηγεί σε σκληρή αντιπαράθεση με τους Ρεπουμπλικανούς.
Το φιλόδοξο σχέδιο θα χρηματοδοτηθεί επίσης από τα 200 δισ. δολάρια που περίσσεψαν από την αντιμετώπιση της πανδημίας, τη μείωση των δαπανών για την Υγεία κατά 50 δισ. δολάρια και τα 28 δισ. δολάρια που υπολογίζεται ότι θα οδηγηθούν στα δημόσια ταμεία από την φορολόγηση των συναλλαγών σε ψηφιακά νομίσματα.
Τα παπαγαλάκια της Wall Street, που ενδιαφέρονται μόνο για το χρήμα αδιαφορώντας για την προέλευσή του, αντέδρασαν θετικά στην ψήφιση του σχεδίου χρηματοδότησης των υποδομών της χώρας με άξονα την άνοδο των μετοχών των τραπεζών Goldman Sachs, Wells Fargo και Bank of America.
Για να κερδίσει την πολυπόθητη ψήφο των 19 Ρεπουμπλικανών γερουσιαστών ο Μπάιντεν υποχρεώθηκε σε συμβιβασμούς μειώνοντας το αρχικό σχέδιο χρηματοδότησης των υποδομών με 2,3 τρισ. δολάρια, καταφέρνοντας κατά τη γνώμη του να επιβληθεί στα πιο ακραία τμήματα και των δύο κομμάτων, όπως θα φανεί τις επόμενες ημέρες στη Βουλή, όπου η Αριστερά του Δημοκρατικού Κόμματος θα εκφράσει τις ενστάσεις της στη μείωση των πόρων για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και τις μεταφορές.
Τι προβλέπει το σχέδιο Μπάιντεν;
Το σχέδιο του Μπάιντεν προβλέπει επενδύσεις 65 δισ. δολαρίων για τις ευρυζωνικές συνδέσεις, που θα επιτρέψουν την πρόσβαση σε 30 εκατομμύρια Αμερικανούς, 110 δισ. στο εγκαταλελειμμένο οδικό δίκτυο και τους αυτοκινητοδρόμους, 55 δισ. για δίκτυα ύδρευσης, 16 δισ. για μεγάλα σχέδια, 39 δισ. στις δημόσιες μεταφορές, 66 δισ. για την ενίσχυση των τρένων μεγάλης ταχύτητας και την ενίσχυση του σιδηροδρομικού δικτύου, 17 δισ. για την κατασκευή και ανακατασκευή λιμένων, 25 δισ. για την κατασκευή και ανακατασκευή αεροδρομίων, ενώ 7,5 δισ. δολάρια θα δαπανηθούν για την ηλεκτροκίνηση των αυτοκινήτων, συμπεριλαμβανομένης της κατασκευής 500.000 σταθμών επαναφόρτισης ηλεκτρικών οχημάτων.
Οι ΗΠΑ θα εκσυγχρονίσουν τις υποδομές τους για να διεκδικήσουν από την Κίνα, την Ταϊβάν και τη Νότια Κορέα την αγορά ημιαγωγών και μνήμης ηλεκτρονικών μηχανών και θα ενισχύσουν την παραγωγή ηλεκτρικών αυτοκινήτων, όπου οι ΗΠΑ βρίσκονται σε καθυστέρηση έναντι της Ευρώπης και της Κίνας, ενώ την ίδια στιγμή στοχεύουν στη στήριξη των στρατηγικών μικρών και μεσαίων επιχειρήσεών τους.
Όταν μέσα σε 30 χρόνια η ζήτηση λιθίου θα έχει αυξηθεί κατά 4.000% και γραφίτη κατά 2.500%, πώς θα μπορέσουν οι ΗΠΑ να σταθούν στον διεθνή ανταγωνισμό, όταν η Κίνα ελέγχει ήδη το 54% της εξόρυξης και το 85% της επεξεργασίας των σπάνιων γαιών, όπως το νικέλιο, το λίθιο, το κοβάλτιο, που βρίσκεται σχεδόν όλο στο Κονγκό, το οποίο στην πράξη ελέγχεται από το Πεκίνο;
Το ίδιο το Πεντάγωνο έχει παραδεχθεί ότι οι ΗΠΑ εξαρτώνται κατά 75% από τις εισαγωγές 38 μετάλλων, εκ των οποίων τα 19 προέρχονται από την Κίνα, εξαναγκάζοντας πολλές φορές ακόμη και τον αμερικανικό στρατό να ανακυκλώνει παλιά υλικά εξαιτίας της έλλειψης καινούργιων.
Το παράδοξο -και αυτές είναι οι αντιφάσεις του παλιού κακού ιμπεριαλισμού, εάν μπορεί κάποιος να χρησιμοποιεί αυτές τις ορολογίες- είναι ότι οι ΗΠΑ επιβάλλουν κυρώσεις στην Κίνα επειδή στηρίζει με δημόσιους πόρους τις εταιρείες της αλλοιώνοντας τους κανόνες της ελεύθερης αγοράς και ανταγωνισμού, την ίδια δηλαδή πολιτική που χρησιμοποιεί σήμερα ο Τζο Μπάιντεν για να διασφαλίσει την κυριαρχία της χώρας του σε έναν πολύ πιο δύσκολο και κατακερματισμένο κόσμο.