Έντονες πιέσεις να εγκαταλείψει την κούρσα για το χρίσμα του υποψηφίου των Δημοκρατικών για την αμερικανική προεδρία δέχεται ο Μπέρνι Σάντερς μετά την άνετη επικράτηση του αντιπάλου του Τζο Μπάιντεν στις τρεις τελευταίες προκριματικές εκλογές.
Επιβεβαιώνοντας τις προβλέψεις, ο πρώην αντιπρόεδρος των ΗΠΑ υπερίσχυσε σε Φλόριντα, Ιλινόι και Αριζόνα. Στη Φλόριντα, μια πολιτεία με παραδοσιακά μεγάλη εκλογική σημασία για τις ΗΠΑ, ο Μπάιντεν συγκέντρωσε 62% των ψήφων, έναντι 23% του Σάντερς. Κέρδισε έτσι ακόμη 130 εκλέκτορες, αφήνοντας στον γερουσιαστή από το Βερμόντ μόλις 48.
Εξίσου άνετη ήταν η επικράτησή του και στο Ιλινόι, όπου συγκέντρωσε ποσοστό 59%, έναντι 36% του Σάντερς. Η καταμέτρηση των ψήφων δεν είχε ολοκληρωθεί μέχρι χθες το βράδυ στην Αριζόνα, αλλά με βάση τα μερικά αποτελέσματα ο πρώην αντιπρόεδρος των ΗΠΑ εξασφάλιζε και εκεί διψήφιο προβάδισμα έναντι του αντιπάλου του.
Με βάση τις εκλογικές έρευνες στη Φλόριντα, εκείνο που βάρυνε περισσότερο στην επιλογή των ψηφοφόρων ήταν η προτίμηση για έναν υποψήφιο που μπορεί να νικήσει τον Τραμπ στις προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου. Τρεις στους τέσσερις απάντησαν ότι ο πρώην αντιπρόεδρος του Μπάρακ Ομπάμα θα είχε καλύτερες πιθανότητες να αποτρέψει την επανεκλογή Τραμπ. Περίπου μισοί από τους ψηφοφόρους έκριναν επίσης τις προτάσεις του αυτοπροσδιοριζόμενου ως “δημοκρατικού σοσιαλιστή” Σαντερς ως “υπερβολικά προοδευτικές”.
Παρά το κλίμα φόβου για την πανδημία, η συμμετοχή στη διαδικασία στη Φλόριντα ανήλθε σε 2 εκατομμύρια, ήταν δηλαδή σημαντικά υψηλότερη από τα επίπεδα του 2016. Αρκετές πολιτείες έχουν αναβάλει πάντως τις ψηφοφορίες για την επιλογή υποψηφίου. Ο Τομ Περέζ, πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής των Δημοκρατικών, παρότρυνε τις υπόλοιπες πολιτείες να μην αναβάλουν τη διαδικασία, αλλά να επεκτείνουν τις ώρες διεξαγωγής της ώστε να είναι ασφαλέστερη και ζήτησε από τα μέλη και τους υποστηρικτές της παράταξης να ψηφίσουν επιστολικά.
Οξύνεται η αντιπαράθεση Ουάσιγκτον-Πεκίνου για τον κορωνοϊό
Με τις απελάσεις ανταποκριτών αμερικανικών εφημερίδων απάντησε χθες το Πεκίνο στο τελευταίο tweet του Προέδρου Τραμπ περί “κινεζικού ιού”, εντείνοντας ακόμη περισσότερο την αντιπαράθεση μεταξύ των δύο χωρών σχετικά με τα αίτια και τη διαχείριση της πανδημίας.
Η Κίνα ανακοίνωσε ότι ανακαλεί τις διαπιστεύσεις Αμερικανών δημοσιογράφων που εργάζονται για τις εφημερίδες "New York Times", "Washington Post" και "Wall Street Journal", διευκρινίζοντας ότι σε αυτούς που αφορά το μέτρο αυτό δεν θα επιτρέπεται να εργαστούν ως δημοσιογράφοι ούτε στο Χονγκ Κονγκ.
Ο εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών Γκενγκ Σουάνγκ αρνήθηκε κατά τη σημερινή ενημέρωση των δημοσιογράφων να διευκρινίσει πόσους δημοσιογράφους θα αφορά το μέτρο αυτό. Ωστόσο, σύμφωνα με τη Λέσχη Ξένων Ανταποκριτών στην Κίνα (FCCC), πρόκειται για τουλάχιστον δεκατρείς δημοσιογράφους.
Στα τέλη Φεβρουαρίου, τρεις δημοσιογράφοι της "Wall Street Journal" απελάθηκαν από την Κίνα ως αντίποινα για ένα άρθρο που έφερε τον τίτλο "Η Κίνα είναι ο πραγματικός ασθενής της Ασίας". Ως αντίποινα, η αμερικανική κυβέρνηση μείωσε σημαντικά τον αριθμό των Κινέζων στους οποίους επιτρέπεται να εργάζονται σε κινεζικά μέσα ενημέρωσης στις ΗΠΑ.
Ακόμη μεγαλύτερη ένταση στις σχέσεις των δύο χωρών δημιούργησαν οι δηλώσεις Τραμπ περί “κινεζικού ιού”. "Ήρθε από την Κίνα. Πιστεύω ότι είναι μια πολύ ακριβής διατύπωση" σημείωσε ο Αμερικανός Πρόεδρος, με αποτέλεσμα το υπουργείο Εξωτερικών της Κίνας να εκφράσει "την έντονη αγανάκτησή του" για την προσπάθεια στιγματισμού της χώρας.