Live τώρα    
Πρέπει να ξεμπερδέψουμε με τον τουρμπολαϊκιστή Σαλβίνι
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Πρέπει να ξεμπερδέψουμε με τον τουρμπολαϊκιστή Σαλβίνι

Του Μάρκο Ρεβέλι*

Αυτοί που έλεγαν ότι «οι ‘Σαρδέλες’ είναι μια απάτη» πήραν την απάντησή τους, όπως και αυτοί που επαναλάμβαναν τη γνωστή ρήση «οι πλατείες είναι γεμάτες και οι κάλπες άδειες» λες και εξιστορούσαν μια προφητεία του μάγου του Οζ. Ή όπως οι άλλοι, που έψαχναν μέσα από τις ανακοινώσεις του κινήματος των “Σαρδελών” να βρουν κάτι, καμία αμφίβολη λέξη ή κάποιο θέμα που έλειπε, λες και ήταν συμβολαιογραφικές πράξεις. Αντίθετα οφείλουμε τη νίκη σ’ αυτές τις “Σαρδέλες”, ή καλύτερα στις γεμάτες πλατείες που χαμογελούσαν και τραγουδούσαν, οφείλουμε στις “Σαρδέλες” ότι σήμερα έχουμε ένα λιγότερο θλιβερό πολιτικό σενάριο στην Ιταλία και το ότι η συνταγματική δημοκρατία κέρδισε λίγο χρόνο. Το γεγονός ότι ο Σαλβίνι δεν κατάφερε να υλοποιήσει το σχέδιο πλήρους αποσταθεροποίησης της δημοκρατίας μας.

Το σχέδιο του «Καπετάνιου» σ’ αυτήν την πρωτοφανή τυχοδιωκτική περιπέτεια, που κινήθηκε θέλοντας να επιβάλει τη φυσική εδαφική κατάληψη για να τη χρησιμοποιήσει σαν ρόπαλο για την κατάκτηση «όλων των εξουσιών» ήταν ξεκάθαρο και το είχε ανακοινώσει δημοσίως: «Να δώσουμε ένα καίριο χτύπημα» στο ιταλικό πολιτικό και θεσμικό σύστημα. Να προκαλέσει ένα ντόμινο που θα ξεκίναγε από την περιφέρεια σύμβολο «της εξουσίας της Αριστεράς» για να καταλάβει μέχρι και την πρωτεύουσα, για να ανεβεί στους ιερούς λόφους της Προεδρίας της Δημοκρατίας, να μας εξαναγκάσει να υποστούμε «τις προεκλογικές ομιλίες προς τον λαό με το στιλ του Μουσολίνι» για να αμφισβητήσει ολόκληρο το θεσμικό πλαίσιο.

Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι αυτό το σχέδιο δεν ήταν το σχέδιο «της Λέγκας». Ήταν το σχέδιο του Ματέο Σαλβίνι, υπερπροσωποποιημένο, που χαρακτηρίζεται από την υπερβολική εξατομίκευση ενός τουρμπολαϊκισμού, καρπό ενός υπερτροφικού Εγώ, που τον οδήγησε να επικεντρώσει όλη την προεκλογική εκστρατεία βουλιμικά στο άτομό του, το σώμα του, αυτό των τραμπούκων φασιστών που φορούσαν τα μπουφάν των βομβαρδιστικών τη δεκαετία του ’70, κάνοντας τις βόλτες του στις συνοικίες και τις γειτονιές χωρίς να τον ενδιαφέρει εάν υπήρχαν οι αυτοδιοικητικές εκλογές, εάν υπήρχε κάποιος υποψήφιος, όσο καλός ή κακός και να είναι, και ότι παιζόταν το μέλλον μιας περιφέρειας που μέχρι σήμερα είχε μια καλή διαχείριση (με πολιτικές όχι ασφαλώς της ριζοσπαστικής Αριστεράς, αλλά αντίθετα ακόμη και της Δεξιάς εάν σκεφτούμε μάλιστα τη «διαφοροποιημένη αυτονομία- αυτοδιοίκηση» (που υποστηρίζει ο περιφερειάρχης του Δημοκρατικού Κόμματος μαζί με αυτούς της Λέγκας).

Δεν τον ενδιέφερε τίποτα από όλα αυτά, γιατί αυτό που ήθελε να κάνει ήταν να προκαλέσει μια τοποθέτηση της κοινωνίας γι’ αυτόν τον ίδιο, τη νομιμοποίησή του να μας διοικεί. Ήθελε ένα δημοψήφισμα γι’ αυτόν τον ίδιο. Και έχασε. Όπως ακριβώς συμβαίνει σ’ αυτούς που δεν μπορούν να ελέγξουν το Εγώ τους. Ας θυμηθούμε σ’ αυτό το σημείο τον άλλο Ματέο, τον Ρέντζι, και το δημοψήφισμα που έχασε στις 4 Δεκεμβρίου του 2016. Προσπάθησε να «υπερκεράσει» τους θεσμούς και συνθλίφτηκε. Έχασε από έναν σκληρό πυρήνα «αστικής πολιτικής κουλτούρας», με την έννοια του άστεως των πολιτών, πολιτισμένης και σεβαστής. Όχι εναντίον ενός αντίπαλου πολιτικού σχηματισμού ή εναντίον ενός «ισχυρού υποψηφίου». Κι ούτε εναντίον ενός «συνασπισμού» ή εναντίον ενός «κινήματος». Έχασε από μια βαθιά αίσθηση, το βαθύ κοινό συναίσθημα πάρα πολλών ανθρώπων, και το είδαμε στις πλατείες ότι ήταν από τους «πολλούς», τους «περισσότερους». Έχασε από τη διαγώνια παρουσία ανθρώπων που θεώρησαν αφόρητο και απαράδεκτο να πέσουμε «τόσο χαμηλά» και να ανοίξουμε τον δρόμο σε έναν εκβαρβαρισμό της πολιτικής σαν αυτή που ενσάρκωνε το «στιλ» του Σαλβίνι.

Χρησιμοποιώντας και πάλι με μεταφορικό τρόπο την ιατρική ορολογία θα λέγαμε ότι για άλλη μια φορά το ανοσοποιητικό σύστημα αυτής της χώρας, παρ’ όλο που έχει εξασθενίσει από έναν μακρύ κύκλο απογοητεύσεων και στερήσεων, λειτούργησε τουλάχιστον σωστά και δημιούργησε τα αντισώματά του, τον μηχανισμό ενός άλλου πολιτικού επιπέδου με μια βαθιά ριζοσπαστική παράδοση θα έλεγα προπολιτική ή φυσιολογική. Για τον λόγο αυτό η κοινωνία των πολιτών θα έκανε καλά να σκεφτεί σε βάθος πριν να μιλήσει ή τραγουδήσει για τη νίκη. Γιατί τα προβλήματα τα έχουμε ακόμη όλα μπροστά μας, σκληρά και άλυτα. Θα έκανε καλά το Δημοκρατικό Κόμμα, κατά πρώτο λόγο, παρ’ όλο που γιορτάζει τη νίκη που έπεσε ως «θείο δώρο» και στον υποψήφιό του, να μην κρύψει ότι έχει να διαχειριστεί μια περιφέρεια που έχει διχοτομηθεί, γιατί η ψήφος μας έδειξε ότι υπάρχουν δύο Εμίλιες Ρομάνιες, μία των πόλεων και μία των επαρχιών, δύο εδαφικές περιοχές που φαίνονται ξένες η μία στην άλλη. Το Δημοκρατικό Κόμμα θα πρέπει επίσης να καταλάβει ότι οι εκλογές στην περιφέρεια της Καλαβρίας αποτέλεσαν μια παράδοση άνευ όρων, μια καταστροφή.

Τους επόμενους μήνες η κυβέρνηση θα έχει να αντιμετωπίσει πολλές κινητές νάρκες, που ξεκινούν από τη δομική κρίση των συμμάχων του Κινήματος Πέντε Αστέρων, με την πορεία προς το συνέδριό του να αποτελεί ένα μεγάλο ερώτημα για τον Μάρτιο και τους υπεύθυνους της ψηφιακής Πλατφόρμας Ρουσό να επιδεικνύουν μια ζοφερή πολιτική ανθυποκουλτούρα. Την ίδια στιγμή έχουμε την εμμονική ανυπομονησία του Ρέντζι και των ρεντζικών, που έχουν εξειδικευτεί στην αποσταθεροποίηση, πέρα από τη σημερινή πρωτεϊνική και αναποφάσιστη μορφή του ίδιου του κόμματος του Τζινγκαρέτι. Τρεις πολιτικοί οργανισμοί που αντιμετωπίζουν μαρμαρυγές, μερικές μάλιστα κάτω από νευρική κρίση, που καλούνται να στηρίζουν στα πόδια της μιας «αναγκαία» κυβέρνηση εάν δεν θέλουν να δωρίσουν στον Σαλβίνι αύριο αυτό που έχασε σήμερα.

Έρπονται από το ένα τηλεοπτικό talk show στο άλλο και ανάμεσα στα πρωτοσέλιδα σχόλια των μεγάλων εφημερίδων, με τα χειρότερα συναισθήματα και τις χειρότερες συμβουλές, με κάποιους να βιάζονται να ανακηρύξουν με διατάγματα ipso facto την πλήρη επιστροφή του διπολισμού, που πεισματικά συνεχίζει να κονταρομαχεί για να διατηρήσει το πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα, λες και τα χειμωνιάτικα χελιδόνια της Εμίλια Ρομάνια μας έφεραν μια ακμάζουσα άνοιξη μεταρρυθμίσεων και αλλαγών.

Πρέπει να το πούμε αμέσως ότι η επανέκδοση του διπολικού μοντέλου, με άξονα αυτό που έφτιαξαν ο Βελτρόνι και ο Μπερλουσκόνι το 2008, θα ήταν θανατηφόρα για την Αριστερά μας και θα επικύρωνε τη συντριπτική επικράτηση μιας Δεξιάς που θα καθοδηγείται από τους τουρμπολαϊκιστές εθνικιστές. Ένας πλειοψηφικός εκλογικός νόμος, ή μικτός, θα δώριζε στη Λέγκα, που έχει συγκεντρωθεί στις πιο πυκνοκατοικημένες περιφέρειες της χώρας, μια νίκη που δεν θα μπορούσε ούτε καν να ονειρευτεί με ένα σύστημα απλής αναλογικής.

Η υγιής αντίδραση των αντισωμάτων της Εμίλια Ρομάνια μας έσωσε από τα χειρότερα «τώρα». Ας μην χάσουμε ό,τι καταφέραμε από την στενοκεφαλιά μας ή τον κομματικό πατριωτισμό.

* Ο Μάρκο Ρεβέλι είναι πανεπιστημιακός και από τους πιο γνωστούς διανοούμενους της ιταλικής Αριστεράς. Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Il Manifesto” την Τρίτη 28 Ιανουαρίου, στο πρώτο της φύλλο μετά τις εκλογές στην Εμίλια Ρομάνια και την ήττα του Σαλβίνι

Μετάφραση - απόδοση: Αργύρης Παναγόπουλος

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0