Της Nadia Urbinati
Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “La Repubblica” τον Φεβρουάριο του 2019 στο πλαίσιο μιας σειράς συζητήσεων για τα όσα διακυβεύονται και διαδραματίζονται ακόμη και τώρα στη γείτονα χώρα.
Η συζήτηση, σε εθνικό επίπεδο (Ιταλία), σχετικά με την ηγεσία του κόμματος της αντιπολίτευσης (σ.τ.μ.: αναφέρεται στο PD, Δημοκρατικό Κόμμα), εμπλέκει λίγο - πολύ όλους, έξω και πέρα από τις απόψεις και τις πολιτικές ταυτίσεις, καθότι αφορά την ίδια την ποιότητα της δημοκρατίας, η οποία τροφοδοτείται, όπως γνωρίζουμε, μέσα από τη διαλεκτική σχέση μεταξύ της (κυβερνητικής) πλειοψηφίας και της αντιπολίτευσης. Όλοι πρέπει να ενδιαφέρονται για την ύπαρξη μιας στιβαρής αντιπολίτευσης, ικανής να παρακολουθεί, να ελέγχει και να καταγγέλλει και, εκτός των άλλων, να έχει αντιληφθεί με σαφήνεια σε τι πρέπει να αποσκοπεί: δηλαδή στο να γίνει την επαύριο πλειοψηφία.
Μια αντιπολίτευση δεν μπορεί να αντιλαμβάνεται τον ρόλο της σαν αμετάκλητη αντιπολίτευση. Αυτό δεν συνάδει με την αντίληψη ενός δημοκρατικού κράτους. Με αυτήν την αντίληψη δεν μπορεί να συμπορεύεται ούτε η στάση της πλειοψηφίας, ως αν αυτή να ήταν τελεσίδικα και μόνιμα η πλειοψηφία. Αυτός είναι ο λόγος που οι πολιτικές θέσεις δεν είναι παγιωμένες, έστω και αν υπάρχει κίνδυνος να προσληφθούν σαν κάτι τέτοιο στην περίπτωση που η διάσταση μεταξύ «ελίτ» και «λαού» εκληφθεί ως προκαθορισμένη -σχεδόν ταυτίζοντας ως ελίτ όσους έχουν μεταβεί στην αντιπολίτευση και «λαό» όσους βρίσκονται στην πλειοψηφία, αναιρώντας έτσι τη μέχρι τώρα συμβολή του «λαού» στη διαμόρφωση τόσο της κυβερνητικής πλειοψηφίας όσο και αντιπολίτευσης.
Αυτή η αντίληψη είναι ό,τι πιο λανθασμένο και κυρίως πλούσιο σε αρνητικά επακόλουθα για τους δημοκρατικούς θεσμούς. Γιατί αυτό συνεπάγεται τη θεώρηση ότι η αντιπολίτευση, ταυτιζόμενη με την ελίτ, προορίζεται από αυτή καθαυτή την αριθμητική διάστασή της να παραμείνει μόνιμα αντιπολίτευση.
Εφόσον οι συνιστώσες της αντιπολίτευσης δεν κατανοήσουν την παγίδα αυτής της ιδεολογίας (χαρακτηριστικό του λαϊκισμού), στην οποία εγκλωβίζονται από την ακατάπαυστη προπαγάνδα, οι επιπτώσεις δεν θα βαρύνουν μόνο αυτούς, αλλά θα επηρεάσουν την ίδια τη λειτουργία της δημοκρατίας.
Στους λαϊκιστές θα πρέπει να αντιταχθεί και καταδειχτεί ότι ένα άλλο κατεστημένο (establishment) έγινε κυβέρνηση (νέο κατεστημένο που πήρε τη θέση του παλαιού) και πασχίζει να αποκτήσει χαρακτήρα, να καταλάβει όλα τα «πόστα», ακόμα και εκείνα που παραδοσιακά τα κόμματα έχουν δεχτεί ότι πρέπει να λειτουργήσουν έξω από κάθε πολιτική επιρροή, αναγνωρίζοντάς τους την αυτονομία των αποφάσεων (όπως η περίπτωση της Τράπεζας της Ιταλίας).
Αυτή δεν είναι η εκάστοτε νέα ελίτ; Σίγουρα είναι. Όπως διδάσκει ο Gaetano Mosca,1 ο ανταγωνισμός και η προσφυγή στη λαϊκή αποδοχή είναι τα εργαλεία που χρησιμοποιούν τα κοινοβουλευτικά πολιτεύματα για την εναλλαγή (στην εξουσία) των πολιτικών τάξεων, των ελίτ.
Η αντιπαράθεση δεν είναι μεταξύ της ελίτ του χθες, η οποία τιμωρήθηκε (PD), και του “λαού” που σήμερα βρίσκεται στην κυβέρνηση (Λέγκα - Κ5Α). Αυτός ο “λαός” που συνεχώς κανακεύεται (σ.τ.μ.: από τους εκάστοτε μνηστήρες της εξουσίας) έχει μετατραπεί σε ακροατήριο και εργαλείο για την εγκαθίδρυση και το “λιβάνισμα” της νέας ελίτ αποφεύγοντας ταυτόχρονα να την εμφανίσει σαν τέτοια.
Η αντιπολίτευση θα πρέπει να απελευθερωθεί από τις πλεκτάνες αυτής της αντίληψης και να διαμορφώσει μια στρατηγική αντι-λαϊκιστική ξεσκεπάζοντας το παιχνίδι, που δεν προσπαθούν ούτε να το αποκρύψουν πλέον, κατάληψης (των κυβερνητικών και κρατικών θέσεων) που η νέα ελίτ υλοποιεί. Οι αντικαθεστωτικές πρακτικές είναι ένα δημοκρατικό παιγνίδι που όσοι είναι σήμερα στην αντιπολίτευση θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν.
Θα κατορθώσει το κόμμα της αντιπολίτευσης (PD) να κάνει κάτι τέτοιο; Δεν το γνωρίζουμε. Είναι δεδομένο ότι, για να διαμορφώσει το στίγμα του και τη μαχητικότητά του, θα πρέπει να απελευθερωθεί από το βάρος των επωνύμων και των ελίτ που το επιβραδύνουν. Το υπογράμμιζε η Rosy Bindi (σ.τ.μ.: ιστορικό στέλεχος PD) στη συνέντευξη που είχε δώσει στην εφημερίδα “Repubblica” όταν υποστήριζε την άποψη της ασυνέχειας μεταξύ της παλιάς και της νέας κομματικής ηγεσίας. Γι’ αυτό επείγει να απαγκιστρωθούμε από την προσωπολατρία που αποπροσανατολίζει την πολιτική συζήτηση και απομακρύνει από εκείνο που θα έπρεπε να είναι ο πρωταρχικός στόχος: να εξοπλιστεί κατάλληλα με όλα εκείνα τα εφόδια που θα κάνουν το κόμμα της αντιπολίτευσης να ηγηθεί της μελλοντικής κυβέρνησης.
Αυτός που θα είναι επικεφαλής θα φέρει την υποχρέωση να διαμορφώσει ένα κλίμα ουσιαστικής και όχι συμβολικής ενότητας στο χωριό της Κεντροαριστεράς (ανεξαρτήτως των κομματικών επιγραφών), αλλά και να ενσκήψει στις τοπικές πραγματικότητες, στις κοινωνικές δομές και στα μικρά και μεγάλα προγράμματα που αναπτύχθηκαν αυτή την περίοδο σε πολλές ιταλικές πόλεις: σε θέματα που αφορούν το περιβάλλον, τα κοινωνικά δικαιώματα, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την εργασία.
Αυτές είναι οι κατευθύνσεις που θα αφαιρέσουν έδαφος από τους αντιπάλους και είναι το αντικείμενο της αντιπολίτευσης. Η υιοθέτηση δυο αρετών της πολιτικής που σήμερα σπανίζουν: το θάρρος να κάνουν αναφορά στις αρχές μιας αναγνωρίσιμης πολιτικής διαδρομής, όπως εκείνη της δημοκρατίας και της χειραφέτησης, και η πρόνοια της υιοθέτησης ενός ορθού ρυθμού και μιας συνεχούς κινητικότητας στις παρεμβάσεις για την αποφυγή της ακινησίας.
* Η Nadia Urbinati είναι καθηγήτρια Πολιτικών Επιστημών στο τμήμα Πολιτικών στο Columbia University
Μετάφραση: Μ. Γαβαλά
1 Gaetano Mosca: Ιταλός συνταγματολόγος και πολιτικός επιστήμονας, βασικός εκφραστής της θεωρίας των ελίτ