Η αμεσότητα σίγουρα δεν ήταν το δυνατό σημείο του ντιμπέιτ για τις βρετανικές εκλογές της 8ης Ιουνίου. Αντί να βρεθούν πρόσωπο με πρόσωπο και να ανταλλάξουν απόψεις, η πρωθυπουργός Τερέζα Μέι και ο ηγέτης των Εργατικών Τζέρεμι Κόρμπιν προσπάθησαν να πείσουν τους ψηφοφόρους με παράλληλους μονολόγους από διαφορετικά τηλεοπτικά στούντιο.
Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι η πολιτική αντιπαράθεση απουσίαζε. Ο Κόρμπιν ξεκίνησε πρώτος με μια αναφορά στη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων στα χρόνια της διακυβέρνησης των Συντηρητικών. "Η χώρα είναι διχασμένη ανάμεσα στους πολύ πλούσιους και τους πολύ φτωχούς" τόνισε ρωτώντας τους ψηφοφόρους αν αισθάνονται ικανοποιημένοι όταν τα παιδιά πάνε νηστικά στα σχολείο ή κάνουν μάθημα σε κατάμεστες αίθουσες.
Φτάνοντας στο ακανθώδες ζήτημα του Brexit σημείωσε ότι οι Εργατικοί οφείλουν να αποδεχθούν "την πραγματικότητα του δημοψηφίσματος" και διαβεβαίωσε ότι η άνοδος του κόμματός του στην εξουσία δεν θα σημάνει την αύξηση των προσφυγικών ροών προς τη χώρα. Κέρδισε μάλιστα το θερμό χειροκρότημα του κοινού όταν υποσχέθηκε ότι δεν θα επιτρέψει στις μεγάλες επιχειρήσεις να φέρνουν μαζικά ξένους εργαζόμενους με χαμηλά ημερομίσθια.
Το κοινό δεν "χαρίστηκε" με τις ερωτήσεις του ούτε στην πρωθυπουργό και επικεφαλής των Τόρις Τερέζα Μέι. Στο επίκεντρο βρέθηκαν, όπως ήταν επόμενο, οι προτάσεις που περιλαμβάνονται στο εκλογικό πρόγραμμα του κόμματος για ανώτατο όριο χρηματοδότησης για κοινωνικές παροχές. Η Μέι υποσχέθηκε ότι θα ακούσει τις προτάσεις των ψηφοφόρων και των αρμόδιων φορέων για το θέμα υποστηρίζοντας πάντως ότι το κοινωνικό κράτος "θα καταρρεύσει" αν δεν προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις.
Η Βρετανίδα πρωθυπουργός αφιέρωσε μεγάλο μέρος της τοποθέτησής της στο Brexit εκφράζοντας τη βεβαιότητα ότι η αποχώρηση από την Ε.Ε. μπορεί να μετατραπεί σε "επιτυχία" της χώρας της. Από την πλευρά του ο Κόρμπιν επανήλθε χθες στο θέμα δίνοντας την υπόσχεση ότι το κόμμα του θα διασφαλίσει μια συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Ένωση για την αποχώρηση της Βρετανίας.