Live τώρα    
Tata, ένα ινδικό σήριαλ
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Tata, ένα ινδικό σήριαλ

Επιμέλεια: Βασίλης Παπακριβόπουλος

Στη Λωρραίνη, ο ινδικός όμιλος Tata κατασκευάζει σιδηροτροχιές στο εργοστάσιο της Αγιάνζ κι έχει τη φήμη του «καλού» σε σχέση με τον «κακό» συμπατριώτη του Mittal, που έκλεισε ξαφνικά τις δύο τελευταίες υψικαμίνους.1 Το γεγονός βέβαια δεν τον εμπόδισε να αποσυρθεί από τη γαλλική αγορά πουλώντας τη θυγατρική του. Όμως, και στην Ινδία, ο αγώνας για την αύξηση της κερδοφορίας δημιουργεί τριγμούς σε αυτήν την πολυεθνική εταιρεία, η οποία μέχρι σήμερα είχε κατορθώσει να συνδυάσει πατερναλισμό, εθνικισμό και καπιταλισμό.

Της ειδικής απεσταλμένης μας Jyotsna Saksena*

«Αξίες δυνατότερες κι από το ατσάλι». Το σύνθημα της Tata Steel, της μεγαλύτερης ινδικής σιδηρουργικής επιχείρησης, υπογραμμίζει την ιδιαιτερότητά της, καθώς αποτελεί τον μεγαλύτερο ιδιωτικό όμιλο επιχειρήσεων της χώρας, με εξαιρετικά πολυσχιδείς δραστηριότητες. Αξίες όπως εμπιστοσύνη, αξιοπιστία και κοινωνική ευθύνη παραπέμπουν στις αρχές που θέσπισε ο ιδρυτής του ομίλου, ο Τζαμσέτζι Νουσερβαντζί Τάτα (τον οποίο συχνά αποκαλούσαν απλά «Τζαμσέτζι»).

Στην Ινδία, όλος ο κόσμος γνωρίζει τον θρύλο της οικογένειας Τάτα, η οποία ίδρυσε μια αυτοκρατορία που παρεμβαίνει σχεδόν σε όλους τους τομείς της ζωής: από τη βιομηχανία τροφίμων ώς την πληροφορική, από τον χάλυβα ώς τη χημεία κι από την ενέργεια και τα αυτοκίνητα ώς τα καλλυντικά...2 Αδύνατον να ξεφύγει κανείς από τα προϊόντα που παράγει ο όμιλος. Για τον πληθυσμό της χώρας, η Tata εξακολουθεί να είναι αξεδιάλυτα συνδεδεμένη με τη δημιουργία του ινδικού κράτους: είναι συνυφασμένη με την εξέλιξη της χώρας και με το οικονομικό πεπρωμένο της, ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα.

Η ιστορία της αρχίζει το 1858, όταν ο Τζαμσέτζι αρχίζει να δραστηριοποιείται στην υφαντουργία, εγκαταλείποντας την οικογενειακή επιχείρηση εξαγωγών - εισαγωγών που επιδίδεται στο εμπόριο οπίου με την Κίνα.3 Στη συνέχεια, σε συνεργασία με τον μεγαλύτερο γιο του Ντοράμπ και τον εξάδελφό του Ρατνάν Ντανταμπχάι Τάτα, δημιουργεί την εταιρεία, η οποία σήμερα είναι γνωστή ως Tata Sons, την κύρια εταιρεία συμμετοχών του ομίλου. Ο Τζαμσέτζι πρόσκειται στο Κόμμα του Κογκρέσου -από τις τάξεις του οποίου θα αναδειχθεί μια κυρίαρχη φυσιογνωμία, ο Ματχάμα Γκάντι- και τάσσεται εξαρχής υπέρ της ανεξαρτησίας της χώρας. Πεπεισμένος ότι οι πολιτικές ελευθερίες εξαρτώνται από την οικονομική ισχύ, είχε την έμπνευση να επεκτείνει τον όμιλο επιχειρήσεών του σε μια μεγάλη ποικιλία τομέων όπως η σιδηρουργία, η ενέργεια και η επιστημονική έρευνα. Αποδεικνύεται τόσο οραματιστής στα ζητήματα ανάπτυξης κι εκσυγχρονισμού της χώρας ώστε, μισό αιώνα αργότερα, ο πρωθυπουργός Νεχρού θα πει ότι «από μόνος του ήταν ένα ολόκληρο υπουργείο σχεδιασμού της οικονομικής ανάπτυξης». Ωστόσο, όλα του τα σχέδια άρχισαν να υλοποιούνται μονάχα μετά τον θάνατό του το 1904.

Οι πρώτες επιχειρήσεις χαλυβουργίας, ενέργειας, τσιμέντου, ελαιουργίας, ασφαλειών, χημείας, αεροναυπηγικής και αυτοκινητοβιομηχανίας ιδρύονται από την Tata την εποχή της βρετανικής αποικιοκρατίας. Το 1911 ιδρύεται το διάσημο Ινστιτούτο Επιστημών της Μπάνγκαλορ, της πόλης που μεταβλήθηκε σε πρότυπο εκσυγχρονισμού της χώρας, κυρίως στους τομείς των υπηρεσιών πληροφορικής και των τεχνολογιών της πληροφορίας. Το Ινστιτούτο Tata για τη Βασική Έρευνα ιδρύεται το 1944 στη Βομβάη και αργότερα μετατρέπεται στο Ινστιτούτο Ατομικής Έρευνας που χαίρει ιδιαίτερου κύρους. Μεγάλα ονόματα της επιστημονικής έρευνας και της βιομηχανίας έχουν συνδέσει το όνομά τους με αυτό το Ινστιτούτο, όπως ο Σ.Β. Ραμάν, Νόμπελ Φυσικής το 1930, ή ο καθηγητής Χόμι Μπάμπα, ο πατέρας της ινδικής ατομικής βόμβας.

Το 1947, μετά την ανεξαρτητοποίηση της Ινδίας, η επέκταση του ομίλου στηρίχθηκε στην πολιτική αυτοδύναμης ανάπτυξης της χώρας που προωθούσε η νέα ηγετική ομάδα της Ινδίας και η οποία στηριζόταν στον προγραμματισμό της οικονομίας, στην ανάπτυξη της βαριάς βιομηχανίας, στην εκπόνηση εθνικής βιομηχανικής πολιτικής για την «υποκατάσταση των εισαγωγών» και στην προστασία της εσωτερικής αγοράς. Ο Νεχρού εμπιστεύτηκε σε πολλά διευθυντικά στελέχη του ομίλου σημαντικά καθήκοντα στην κυβέρνησή του και στη δημόσια διοίκηση. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Τζον Ματάι, ο οποίος το 1948 διορίστηκε υπουργός Οικονομικών.

Έτσι, η Tata μπορούσε να δραστηριοποιηθεί σε μια αγορά προστατευμένη από τον ξένο ανταγωνισμό, γεγονός που της επέτρεψε να μετατραπεί σε έναν από τους μεγάλους μονοπωλιακούς ομίλους της εθνικής οικονομίας. Διαφοροποιήθηκε διαδοχικά στα κλιματιστικά, στο τσάι, στις τεχνολογίες της πληροφορικής, στην ωρολογοποιία, στα κοσμήματα, στην παραγωγή γυαλιών οράσεως... Δημιούργησε δε την πρώτη ινδική μάρκα καλλυντικών, την Lakmé, όταν ο Νεχρού ζήτησε την βοήθεια του ομίλου γιατί είχε βρεθεί αντιμέτωπος με τις αντιδράσεις του γυναικείου πληθυσμού επειδή είχε απαγορεύσει την εισαγωγή τέτοιων προϊόντων.

Ο όμιλος βρέθηκε αντιμέτωπος και με ορισμένες αποτυχίες όπως η εθνικοποίηση της αεροπορικής εταιρείας του Air India International το 1953 ή ο ασφαλιστικός του κλάδος. Αυτό δεν τον εμπόδισε να επεκταθεί, περνώντας από 14 εταιρείες το 1938 σε 95 το 1991, υπό τη διεύθυνση του Τζεχανγκίρ Ρατάν Ντανταμπάι Τάτα (γνωστού με τα αρχικά του ονόματός του, JRD). Ήταν ανιψιός του Τζαμσέτζι και άλλος ένας «θρύλος» της οικογένειας: ο μοναδικός επιχειρηματίας που τιμήθηκε από το ινδικό Κοινοβούλιο μετά τον θάνατό του, το 1993.

Το 1992, τις παραμονές της απελευθέρωσης και του ανοίγματος της ινδικής οικονομίας, τα έσοδα του ομίλου αντιστοιχούσαν σχεδόν στο 2% του ινδικού ΑΕΠ. Εκείνη την εποχή, η Tata επένδυσε στο εξωτερικό, κυρίως στο Ηνωμένο Βασίλειο όπου και εξαγόρασε επιχειρήσεις όπως η μάρκα τσαγιού Tetley, η σιδηρουργία Corus και οι αυτοκινητοβιομηχανίες Jaguar και Land Rover. Δραστηριοποιήθηκε στην κινητή τηλεφωνία, απέκτησε τον έλεγχο του μεγαλύτερου παρόχου Ίντερνετ, κατασκεύασε το πρώτο αυτοκίνητο ολοκληρωτικά «made in India» και στη συνέχεια το Nano, το φτηνότερο αυτοκίνητο στον κόσμο... Το 2013, σε συνεργασία με την Singapore Airlines, ίδρυσε την αεροπορική εταιρεία Vistara.

Η Tata δημιούργησε τη φήμη «ξεχωριστού ομίλου» υιοθετώντας πατερναλιστική διαχείριση. Ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, ο Τζαμσέτζι ιδρύει συνταξιοδοτικό ταμείο για τους εργαζόμενους στα υφαντουργεία του και ασφαλιστικό ταμείο για την αποζημίωση των εργατικών ατυχημάτων, ενώ κατασκευάζει και κατοικίες για τους εργαζόμενους καθώς και αθλητικές εγκαταστάσεις. Όπως εξηγούσε, «δεν ισχυριζόμαστε ότι είμαστε περισσότερο αλτρουιστές, περισσότερο γενναιόδωροι, περισσότερο φιλάνθρωποι απ' ό,τι οι υπόλοιποι. Ωστόσο, ακολουθούμε ορισμένες απλές και στέρεες αρχές: για παράδειγμα, θεωρούμε ότι τα συμφέροντα των μετόχων μας ταυτίζονται με τα δικά μας συμφέροντα. Θεωρούμε επίσης ότι η υγεία και η ευεξία των εργαζομένων μας αποτελούν τα πλέον στέρεα θεμέλια της ευημερίας μας».4 Έτσι, το οκτάωρο, η δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και η άδεια μετ' αποδοχών καθιερώνονται στη σιδηρουργία Tata Iron and Steel Company Limited (Tisco), η οποία ιδρύθηκε το 1907 από τον Ντοράμπ, τον διάδοχο του Τζαμσέτζι.

Το 1908 ο Τζαμσέτζι δημιούργησε εκ του μηδενός μια πόλη, την Τζαμσεντπούρ, η οποία αποκλήθηκε Τατανγκάρ (πόλη της Tata), για να στεγάσει τους εργαζόμενους του εργοστασίου που δημιούργησε σε μια από τις φτωχότερες περιοχές της Ινδίας, στο σημερινό ομόσπονδο κρατίδιο του Τζαρκχάντ. Οι φυλές που κατοικούσαν στην περιοχή εκδιώχτηκαν από τη γη τους και η αντίστασή τους αντιμετωπίστηκε με βίαιη καταστολή. Για τον όμιλο επρόκειτο για επωφελή κίνηση: Του ενοικιάστηκαν σχεδόν δωρεάν ορισμένες εξαιρετικά σημαντικές εκτάσεις (δίπλα στα ορυχεία σιδήρου και με πρόσβαση σε νερό). Οι συμβάσεις ενοικίασης ανανεώθηκαν από τις διαδοχικές κυβερνήσεις με τους ίδιους ευνοϊκούς όρους, με αντάλλαγμα την ανάπτυξη της πόλης. Επιπλέον, ο όμιλος έχει το προνόμιο να εκπίπτουν από τους φόρους όλες οι δαπάνες που πραγματοποιεί για τις οικοδομικές εργασίες που συνεπάγεται η επέκταση της πόλης. Για να προσελκυστεί και να κρατηθεί στην περιοχή το εργατικό δυναμικό, οι εργαζόμενοι δικαιούνται στέγης, ενώ τα σχολεία, η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και η χρήση των αθλητικών εγκαταστάσεων είναι δωρεάν, όπως εξάλλου κι η παροχή νερού.

Σήμερα, η Τζαμσεντπούρ θεωρείται υπόδειγμα πολεοδομίας: μια πόλη τριγυρισμένη από πράσινους λόφους, με πλατιές δενδροφυτευμένες λεωφόρους, υπέροχους χώρους πρασίνου σχεδιασμένους από αρχιτέκτονες εξωτερικών χώρων, λίμνες και ποταμούς, συνοικίες με βίλες για τα στελέχη του ομίλου και πλήθος επιστημονικά, πολιτιστικά και αθλητικά κέντρα που λειτουργούν χάρη στις χορηγίες του ομίλου. Ωστόσο, το εντυπωσιακότερο στοιχείο είναι η καθαριότητα και η πρόσβαση σε πόσιμο νερό και ηλεκτρικό ρεύμα καθ' όλη τη διάρκεια του εικοσιτετράωρου, πραγματική πολυτέλεια στην Ινδία... Όσο για τον αέρα, είναι καθαρός παρά την παρουσία μεγάλων εργοστασίων της Tata Steel, της Tata Motors, Tata Power...

Ωστόσο, δεν επωφελούνται όλοι οι κάτοικοι από αυτήν την ποιότητα ζωής. Παρά το γεγονός ότι η Τζαμσεντπούρ έχει επεκταθεί σημαντικά, δεν διαθέτει ενοποιημένη δημόσια διοίκηση. Η ηγεσία μιας θυγατρικής της Tisco εξακολουθεί να διαχειρίζεται τις υποθέσεις του τμήματος της πόλης που έχει χτιστεί στην ενοικιασμένη έκταση, της «πόλης του χάλυβα» όπως την αποκαλούν, η οποία και καλύπτει περίπου το ένα τέταρτο του συνολικού πολεοδομικού συγκροτήματος. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, όσον αφορά τις υποδομές και τον υπόλοιπο εξοπλισμό της πόλης, να παρατηρείται αδιανόητη διαφορά ανάμεσα σε αυτό το τμήμα και στην υπόλοιπη πόλη. Περίπου τα τρία τέταρτα του πληθυσμού, τα άτομα που δεν εργάζονται για τον όμιλο, δεν έχουν τη δυνατότητα να επωφεληθούν από όλα αυτά τα πλεονεκτήματα.

Μια άλλη ιδιαιτερότητα της πολυεθνικής αποτελεί ο έλεγχος που ασκείται ακόμα και σήμερα από τα μέλη της οικογένειας χάρη σε ένα σύστημα φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, τα οποία κατέχουν το 66% των μετοχών της κυριότερης εταιρείας συμμετοχών του ομίλου, της Tata Sons. Λόγω του φιλανθρωπικού χαρακτήρα τους, απολαμβάνουν εξαιρετικά ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση, η οποία φτάνει μέχρι και την πλήρη απαλλαγή από τον φόρο επί των εταιρικών κερδών. Χρησιμοποιούν κατά μέσο όρο το 10% των τεράστιων εσόδων τους για να χρηματοδοτήσουν κοινωνικές και περιβαλλοντικές δραστηριότητες Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, εκπαιδευτικούς οργανισμούς, φορείς υγείας, πολιτιστικές δράσεις, ερευνητικά κέντρα... Όλα αυτά δημιουργούν μια βιτρίνα γενναιοδωρίας για τον όμιλο Tata.

Σύμφωνα με τον Ασόκ Κουμάρ Ματού, ο οποίος εργάστηκε επί είκοσι δύο χρόνια στην Tata Steel, στη διοίκηση των Ανθρώπινων Πόρων και των Κοινωνικών Υπηρεσιών της εταιρείας, κάθε επιχείρηση του ομίλου είναι υποχρεωμένη να πραγματοποιεί φιλανθρωπικές δράσεις με τα ίδια κεφάλαιά της, γεγονός που επιτρέπει τη μείωση των φόρων που θα έπρεπε να καταβληθούν αλλά και «εξασφαλίζει την καλύτερη ενσωμάτωση της εταιρείας μέσα στο γεωγραφικό της περιβάλλον». Όλα αυτά συμβάλλουν στην ακτινοβολία του ομίλου. Η Tata Steel δημιούργησε μια ΜΚΟ στην Τζαμσεντπούρ, την Εταιρεία για την Ανάπτυξη της Υπαίθρου, της οποίας η δραστηριότητα αφορά περισσότερα από 600 χωριά στα ομόσπονδα κρατίδια του Ζαρκχάντ και του Οντίσα (πρώην Ορίσσα).

Ο μύθος του ομίλου τροφοδοτείται κι από άλλες πρακτικές. Το 2002, τη στιγμή που η θυγατρική του ομίλου Tata Finance βρισκόταν αντιμέτωπη με κρούσματα κατάχρησης και κακοδιαχείρισης κι ήταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης, ο Ρατάν Τάτα δεσμεύτηκε δημόσια ότι θα αποζημιώσει μέχρι και την τελευταία δεκάρα τους πελάτες της επιχείρησης, οι οποίοι στην πλειονότητά τους ήταν ιδιώτες που κινδύνευαν να δουν όλες τις οικονομίες τους να εξανεμίζονται μονομιάς. Τήρησε τον λόγο του με τίμημα ζημίες ύψους 700 εκατομμυρίων ευρώ. Αυτό που είχε ξεκινήσει ως απειλή για τη φήμη του ομίλου εξελίχθηκε -κατά παράδοξο τρόπο- σε στοιχείο που ενίσχυσε την εικόνα του.5

Η Tata προβάλλει επίσης τη δημιουργία προϊόντων που απευθύνονται σε οικογένειες με χαμηλά εισοδήματα: για παράδειγμα, την εφεύρεση οικιακής συσκευής που φιλτράρει το νερό και πωλείται στην εξαιρετικά χαμηλή τιμή των 1.000 ρουπιών (14 ευρώ), αποτελώντας ανεκτίμητη πρόοδο για μια χώρα όπου εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες δεν έχουν πρόσβαση στο πόσιμο νερό. Μετά το φονικό τσουνάμι του 2004, ο όμιλος δημιούργησε σύστημα μετεωρολογικού συναγερμού για τους ψαράδες. Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα αφορά το Nano: σύμφωνα με τον εταιρικό θρύλο, ο Ρατάν Τάτα το εμπνεύστηκε παρατηρώντας μια τετραμελή οικογένεια πάνω σε σκούτερ, πολύ επικίνδυνο τρόπο μετακίνησης, αλλά συνηθισμένο για τα ινδικά δεδομένα. Ο Τάτα σχεδίασε το αμάξωμα ενός αυτοκινήτου γύρω από ένα δίκυκλο και ζήτησε από τους μηχανικούς της Tata Motors να προβούν στην παραγωγή αυτού του οχήματος με τιμή 1.300 ευρώ.

Ο πατερναλιστικός τρόπος διοίκησης της εταιρείας κι ένα σύστημα αφοσιωμένων της συνδικάτων εγγυώνται την σχεδόν πλήρη ανυπαρξία εργατικών κινητοποιήσεων. Οι επιχειρήσεις του ομίλου λειτουργούν αυτόνομα και κάθε μια διαθέτει το δικό της διοικητικό συμβούλιο και το δικό της συνδικάτο. Με εξαίρεση τα στελέχη, οι μισθωτοί του ομίλου ενθαρρύνονται να συνδικαλιστούν. Στην πράξη, πρόκειται σχεδόν για υποχρέωσή τους. Παράλληλα, στον όμιλο υπάρχει κουλτούρα διαβούλευσης και διαπραγμάτευσης. Τα μισθολογικά ζητήματα καθώς και οτιδήποτε αφορά τις συνθήκες εργασίας ρυθμίζονται στο εσωτερικό των συμβουλευτικών επιτροπών που λειτουργούν σε κάθε εργοστάσιο. Τα τελευταία χρόνια έχουν ξεσπάσει μονάχα μερικές μεμονωμένες εργατικές κινητοποιήσεις, κυρίως στην Tata Motors το 1988, με αίτημα την αύξηση μισθού και την επαναπρόσληψη απολυμένου συνδικαλιστή (ικανοποιήθηκε μονάχα το μισθολογικό αίτημα), καθώς και στην Titan Industries (κατασκευή ρολογιών, οπτικών ειδών...) το 2003 ενάντια στην απόπειρα να συνδεθούν οι μισθοί με την παραγωγικότητα.

Ωστόσο, ο καιρός του γενναιόδωρου πατερναλισμού φαίνεται ότι έχει πλέον παρέλθει. Τώρα, το ζητούμενο είναι η παγκοσμιοποίηση, οι αναδιαρθρώσεις και η μείωση του μισθολογικού κόστους. Παντού, η διοίκηση επιτυγχάνει «μείωση του κόστους παραγωγής» χωρίς να θίξει τους μισθούς των μόνιμων εργαζόμενων, καταφεύγοντας όμως στην απασχόληση εργαζόμενων με επισφαλείς θέσεις εργασίας και αυξάνοντας την παραγωγικότητα. Για παράδειγμα, μεταξύ 1994 και 2013, στην Tata Steel Ινδίας καταργήθηκαν οι μισές θέσεις εργασίας: από 77.448 έμειναν μόνον 36.199. Ενθαρρύνθηκαν η εθελούσια έξοδος και η πρόωρη συνταξιοδότηση. Σύμφωνα με μισθωτό της Tisco που επιθυμεί να διατηρήσει την ανωνυμία του, το πρώτο πρόγραμμα αναδιάρθρωσης της δεκαετίας του '90 στη Τζαμσεντπούρ πρότεινε τη συνέχιση της καταβολής του μηνιαίου μισθού στον αποχωρούντα μισθωτό μέχρι την ηλικία των 60 ετών, χωρίς ωστόσο την αναπροσαρμογή του λόγω πληθωρισμού (ο οποίος είναι της τάξης του 12%-15% ετησίως)∙ σε περίπτωση θανάτου, η παροχή καταβαλλόταν στην οικογένειά του. Πολύ γρήγορα, τα επόμενα προγράμματα αναδιάρθρωσης της εταιρείας που ακολούθησαν προσέφεραν πολύ λιγότερο ευνοϊκούς όρους. Επιπλέον, καταργήθηκαν ορισμένα από τα κεκτημένα δικαιώματα των εργαζόμενων, όπως ο όρος να προσλαμβάνεται υποχρεωτικά ένα μέλος της οικογένειας του συνταξιοδοτούμενου εργαζόμενου. Ο συγκεκριμένος όρος είχε εισαχθεί το 1968 από τον JRD Τάτα στη Χάρτα του εργοστασίου. Τα σχέδια αναδιάρθρωσης τέθηκαν προς διαπραγμάτευση με την ηγεσία του Tata Workers Union (TWU), του μοναδικού συνδικάτου της Tata Steel, το οποίο είναι ένα εξαιρετικά πλούσιο νομικό πρόσωπο που διαθέτει κοινωνικό ταμείο για τα μέλη του και τις οικογένειές τους. Όπως εξηγούν μακρηγορώντας οι συνδικαλιστικοί υπεύθυνοι στην έδρα της TWU, ένα ωραίο διώροφο κτήριο με κλιματισμό στο κέντρο της πόλης, τα σχέδια κρίθηκαν «αναπόφευκτα για την επιβίωση της επιχείρησης».

Πάντοτε με τη συναίνεση του συνδικάτου της επιχείρησης, η διοίκηση του ομίλου αποφάσισε το 2008 να αποχωρήσει από την Εθνική Επιτροπή για τη Μεταλλουργία, η οποία διαπραγματεύεται τους μισθούς του κλάδου σε εθνικό επίπεδο. Το 2010, στην Tata Steel επιβλήθηκε -μετά από διαπραγματεύσεις- ή αναθεώρηση του μισθολογίου. Παρά το γεγονός ότι στον βασικό μισθό ενσωματώθηκε το «επίδομα αντιμετώπισης της ακρίβειας», η συμφωνία προβλέπει ότι οι νέες προσλήψεις εργατών, εργοδηγών και μηχανικών θα πραγματοποιούνται με βάση νέο μισθολόγιο, με το οποίο οι μισθοί θα μειωθούν κατά 25%. Όσο για το «επίδομα αντιμετώπισης της ακρίβειας» που θα λαμβάνουν οι νεοπροσληφθέντες, δεν θα είναι πλέον αυτόματα συνδεδεμένο με την εξέλιξη του πληθωρισμού (ο οποίος είναι ωστόσο υψηλός). Τα υπόλοιπα επιδόματα (κατοικίας, μετακινήσεων, νυχτερινής εργασίας) μειώθηκαν επίσης. Έτσι, για την ίδια ακριβώς δουλειά, οι εργαζόμενοι λαμβάνουν διαφορετική αμοιβή, ανάλογα με την ημερομηνία πρόσληψής τους. Στην ερώτηση γιατί το συνδικάτο δέχθηκε παρόμοια οπισθοδρόμηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, η ηγεσία της συνδικαλιστικής οργάνωσης ρίχνει την ευθύνη στους προκατόχους της. Ωστόσο, δεν αμφισβητεί τη συμφωνία που υπογράφηκε, καθώς, όπως υποστηρίζουν, η Tata περιέκοψε «μονάχα» το 20% των ιστορικών δικαιωμάτων που απολαμβάνουν οι εργαζόμενοι. Εξάλλου, η υπερηφάνεια του να ανήκεις στην Tisco της Τζαμσεντπούρ συμβάλλει στην εξασφάλιση της συναίνεσης.

Αν και ορισμένοι μισθωτοί που συναντήσαμε αμφισβητούν τους συμβιβασμούς με την εργοδοσία, δεν τους φαίνεται εφικτή η δημιουργία άλλου συνδικάτου. Όπως εξηγεί ένας από αυτούς, «όταν προσλαμβάνεσαι, είσαι υποχρεωμένος να γραφτείς στο συνδικάτο. Είναι άγραφος κανόνας. Εξάλλου, όλοι οι μόνιμοι εργάτες είναι μέλη του. Μερικές φορές, τα μέλη του Centre of Indian Trade Unions (CITU), της συνδικαλιστικής οργάνωσης που πρόσκειται στο Μαρξιστικό Κομμουνιστικό Κόμμα Ινδίας, έρχονται να μοιράσουν προκηρύξεις μπροστά στο εργοστάσιο. Καλό θα ήταν να μην σε δουν κοντά τους: αυτό μπορεί να σημαίνει μέχρι και απόλυση». Ωστόσο, προσθέτει: «Όσο κι αν ορισμένα από τα κεκτημένα μας ροκανίζονται -ή ενδέχεται να ροκανιστούν στο μέλλον- μέσα σε αυτό το κλίμα απελευθέρωσης της οικονομίας που επικρατεί σήμερα, η Tisco δεν θα πάρει πίσω πολλές από τις παροχές που έδωσε σε εμάς και στις οικογένειές μας κατά τη διάρκεια του προηγούμενου αιώνα, την ποιότητα ζωής που απολαμβάνουμε σήμερα...» Σε κάθε περίπτωση, πολλοί εργαζόμενοι συμμερίζονται τη γνώμη του.

Η Tisco προσφεύγει ολοένα περισσότερο σε ενοικιαζόμενο εργατικό δυναμικό, το οποίο της παρέχει ανεξάρτητος από την εταιρεία μεσάζων. Οι προσωρινά εργαζόμενοι δεν καλύπτονται από την TWU και δεν απολαμβάνουν το καθεστώς των μονίμων εργαζόμενων. Παρ' όλα αυτά, προτιμούν να εργάζονται σε αυτήν. Συναντήσαμε την ώρα που σχόλαγε τριαντάχρονο εργάτη, του οποίου ο πατέρας και ο θείος εργάστηκαν εκεί μέχρι τη συνταξιοδότησή τους, και μας εξήγησε τους λόγους: «Είμαι σίγουρος ότι θα πληρωθώ στο τέλος του μήνα, δικαιούμαι να τρώω στο εστιατόριο του εργοστασίου, διαθέτω ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και, παρ' όλα αυτά, οι εργασιακές σχέσεις είναι καλύτερες απ' ό,τι αλλού...». Οι προσωρινά εργαζόμενοι εισπράττουν μονάχα τον βασικό μισθό που καθορίζεται από το ομόσπονδο κρατίδιο και είναι τέσσερις ώς πέντε φορές χαμηλότερος από εκείνον που ισχύει για τους μόνιμους. Επιπλέον, σε περίπτωση απόλυσης δεν καλύπτονται από τις διατάξεις του Εργατικού Κώδικα. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο το γεγονός ότι ο αριθμός τους αυξάνεται, σε σημείο να έχει φθάσει τους 12.000 στην Τζαμσεντπούρ.

Σε άλλες επιχειρήσεις του ομίλου, όπως στις υπηρεσίες πληροφορικής Tata Consultancy Services -που ιδρύθηκε το 1968 και αποτελεί το καύχημα του ομίλου και την πλέον κερδοφόρο εταιρεία του, η οποία απασχολεί σχεδόν το 60% του συνολικού προσωπικού του ομίλου- ακόμα και οι μόνιμοι εργαζόμενοι είναι εκτεθειμένοι στην απειλή της απόλυσης. Καθώς δεν είναι συνδικαλισμένοι, μπορεί ανά πάσα στιγμή να απολυθούν, παρά την υψηλή εξειδίκευσή τους, με προειδοποίηση ενός μονάχα μηνός.

Οι σφοδρότερες κριτικές αφορούν τις δραστηριότητες σε δασικές περιοχές των οποίων το υπέδαφος είναι πλούσιο σε μεταλλεύματα και οι οποίες κατοικούνται από εξαιρετικά φτωχό πληθυσμό που αποτελείται από φυλές (αυτόχθονες πληθυσμούς) και από νταλίτ (παρίες) (βλέπε ένθετο). Μια άλλη υποθυγατρική εταιρεία του ομίλου, η Amalgamated Plantations Private Limited (APPL), βρίσκεται αντιμέτωπη με κατηγορίες ότι παραβιάζει τα δικαιώματα των εργαζόμενων σε ορισμένες φυτείες τσαγιού του Ασάμ και της Δυτικής Βεγγάλης. Το εργατικό δυναμικό -το οποίο στην πλειονότητά του αποτελείται από γυναίκες- στρατολογείται ανάμεσα στους πληθυσμούς των φυλών και των νταλίτ. Η APPL, στους μετόχους της οποίας περιλαμβάνεται κι η IFC, ένα από τα όργανα της Παγκόσμιας Τράπεζας, κατηγορείται ότι δεν σέβεται τους κανόνες του εργατικού δικαίου, ότι δεν προμηθεύει στους εργαζόμενους προστατευτικό εξοπλισμό, ότι καταφεύγει σε βίαιες μεθόδους... Δεν έχει δοθεί στη δημοσιότητα η συνέχεια που έδωσαν οι αρχές στην υπόθεση μετά τη μήνυση που κατέθεσαν οι Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις.6

Ωστόσο, θα πρέπει να επισημανθεί ότι όλες οι παραπάνω ιστορίες καλύπτονται ελάχιστα από τα μεγάλα ινδικά μέσα ενημέρωσης, παρά το γεγονός ότι οι οργανώσεις των ακτιβιστών και οι πανεπιστημιακοί κύκλοι ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για τους αγώνες. Με τα διαφημιστικά σποτ της «Jaago Re» («Ξυπνήστε!»), η Tata Tea δημιουργεί στο ινδικό κοινό θετικούς συνειρμούς και ευνοϊκή εικόνα για την επιχείρηση, με αποτέλεσμα να έχει ελάχιστη απήχηση η κριτική που της ασκείται για την κατάσταση των ανθρώπινων δικαιωμάτων στις φυτείες της.

Αυτό που βλάπτει περισσότερο την εταιρεία είναι η σύνδεση του ονόματός της με μια σειρά σκανδάλων που έπληξαν την απελθούσα κεντροαριστερή κυβέρνηση του Μανμοχάν Σινγκ (2009-2014). Αφορούσαν παρατυπίες στη χορήγηση αδειών τηλεπικοινωνιών και τις αποκαλύψεις των «Radia tapes», δηλαδή τη δημοσίευση των τηλεφωνικών συζητήσεων που αποδείκνυαν τη διαπλοκή ανάμεσα στον κόσμο των επιχειρήσεων, της πολιτικής, των μέσων ενημέρωσης και ηγετικών στελεχών της δημόσιας διοίκησης. Γίνεται λόγος για την εμπλοκή της Tata Motors σε λαδώματα για την πώληση λεωφορείων στο ομόσπονδο κρατίδιο του Ταμίλ Νάντου και της Tata Steel για την απόκτηση της άδειας εκμετάλλευσης ορυχείου σιδήρου στο Τζαρκχάντ.7 Οι έρευνες γύρω από αυτές τις υποθέσεις συνεχίζονται, ενώ έχει προστεθεί και η διαμάχη με τις φορολογικές αρχές, η οποία αφορά ορισμένες εταιρείες του ομίλου, όπως η επενδυτική Apex, η οποία έχει έδρα τον Άγιο Μαυρίκιο, φορολογικό παράδεισο.

Εντούτοις, τα αποθέματα αξιοπιστίας του ομίλου στην κοινή γνώμη κάθε άλλο παρά έχουν εξαντληθεί. Πόσο καιρό όμως θα κρατήσει αυτή η κατάσταση; Από τις 28 Δεκεμβρίου του 2012, η πολυεθνική δεν διευθύνεται πλέον από έναν Τάτα, αλλά από τον Σάιρους Παλόντζι Μίστρι. Πρόκειται για κάτι το πρωτοφανές στην ιστορία της. Ο πατέρας του κατέχει το 18% του ομίλου Tata Sons και η αδελφή του έχει παντρευτεί τον Νόλε Τάτα, ετεροθαλή αδελφό του Ράταν Τάτα, ο οποίος παραιτήθηκε από τη θέση του διευθύνοντος συμβούλου. Δεν πρόκειται δηλαδή για πρόσωπο άγνωστο και νεοφερμένο στον χώρο του ομίλου. Το νέο αφεντικό αποκάλυψε τον Ιούλιο του 2014 το όραμά του για το 2025, υποσχόμενος επενδύσεις 35 δισ. δολαρίων μέσα στην τριετία, για να «εδραιώσει και να επεκτείνει» την αυτοκρατορία.

1 (Σ.τ.Μ.) Το 2006, ο ινδικός γίγας της χαλυβουργίας Mittal απέκτησε -με τη χρηματιστηριακή μέθοδο της επιθετικής εξαγοράς- την Arcelor, τη χαλυβουργία που είχε δημιουργηθεί με τη συνένωση μερικών από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις του κλάδου. Ο Μιτάλ επιδόθηκε σε ένα παιχνίδι αγορών και πωλήσεων επιχειρήσεων του κλάδου, αλλά και κλεισίματος μονάδων με μεταφορά των δραστηριοτήτων αλλού, έτσι ώστε να μεγιστοποιεί τα κέρδη του ομίλου. Χαρακτηριστική ήταν η πολύκροτη περίπτωση του κλεισίματος των υψικαμίνων της Φλοράνζ τις πρώτες ημέρες της προεδρίας του Ολάντ, η οποία απέδειξε την αδυναμία παρέμβασης της γαλλικής κυβέρνησης στην οικονομία, καθώς και το πόσο κενή ήταν στην πραγματικότητα η ρητορική του «αριστερού» υπουργού Παραγωγικής Ανασυγκρότησης Αρνό Μονμπούργκ, που απειλούσε με εθνικοποιήσεις.

2 (Σ.τ.Μ.) Μάλιστα, μετά τη δημοσίευση του παρόντος άρθρου, η Tata ανακοίνωσε ότι ο όμιλος θα αποτελέσει τον εταίρο της Uber, η οποία επιθυμεί να επεκτείνει τις δραστηριότητές της στην ινδική χερσόνησο.

3 Βλέπε Amiya Kumar Bagchi, «JRD Tata, 1904-1993», Economic and Political Weekly, τόμος 28, n°52, Βομβάη, 25 Δεκεμβρίου 1993.

4 M. Lala, «The Creation of Wealth. The Tatas from the 19th to the 21st century», Penguin India, Νέο Δελχί, 2004.

5 Morgen Witzel, «The Evolution of a Corporate Brand», Penguin India, 2010.

6 Max Βearak, «Hopes and homes, crumbling on tea plantations», The Hindu, Νέο Δελχί, 17 Φεβρουαρίου 2014.

7 «2Gscam: Fresh probe by CBI into Tata - Unitech deal», 13 Αυγούστου 2014, www.business-standard.com· «Radia tapes», www.hindustantimes.co.

ΠΙΝΑΚΑΣ

Μια αυτοκρατορία σε αριθμούς

Ίδρυση: 1868

Εταιρείες συμμετοχών: Tata Sons, η οποία ιδρύθηκε το 1886 και Tata Industries (1944). Ο όμιλος «έσπασε» σε περισσότερες εταιρείες, μεταξύ των οποίων η Tata Consultancy Services (60% της κεφαλαιοποίησης του ομίλου), η Tata Motors (18,4%), η Tata Steel (6,4%) κ.ά..

Κύκλος εργασιών: 103,27 δισ. δολάρια (φορολογικό έτος Μάρτιος 2013 - Μάρτιος 2014), εκ των οποίων το 67,2% προέρχεται από δραστηριότητες στο εξωτερικό.

Κέρδη: 5 δισ. δολάρια για το φορολογικό έτος 2011 - 2012.

Αριθμός εργαζόμενων: 581.473 μισθωτοί. Το 57,7% εργάζεται στον τομέα των τεχνολογιών της πληροφορίας και της επικοινωνίας, το 15% στην παροχή συμβουλών και υπηρεσιών εμπειρογνώμονα, το 13,9% στην παραγωγή σύνθετων υλικών, το 7% στις υπηρεσίες, το 3,7% στην παραγωγή καταναλωτικών αγαθών, το 1,65% στην ενέργεια και το 1% στη χημεία.

Κυριότερες δραστηριότητες του ομίλου και θέση του στην παγκόσμια κατάταξη:

Χάλυβας: 10ος παραγωγός παγκοσμίως

Βαρέα φορτηγά οχήματα: 7ος παραγωγός παγκοσμίως

Ανθρακικό νάτριο (σόδα): 2ος παραγωγός παγκοσμίως

Υπηρεσίες πληροφορικής: 6ος παραγωγός παγκοσμίως

Τσάι: 2ος παραγωγός παγκοσμίως

Ο όμιλος έχει επίσης ισχυρή παρουσία στους τομείς της τηλεφωνίας και του Ίντερνετ, στις υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών για επιχειρήσεις και στον ξενοδοχειακό τομέα (στον όμιλο ανήκουν τα Indian Hotels, καθώς και το διάσημο Taj Mahal Hotel της Βομβάης).

Ο σφετερισμός της γης διευκολύνεται από τις δημόσιες αρχές

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, η τοπική κυβέρνηση του ομόσπονδου κρατιδίου του Οντίσα (πρώην Ορίσσα) αποφάσισε τη δημιουργία βιομηχανικού συγκροτήματος και απαλλοτρίωσε τη γη των αγροτών του Καλινγκαναγκάρ. Καθώς οι κάτοικοι των γύρω χωριών περίμεναν ότι θα βελτιωθούν οι συνθήκες ζωής τους, αρχικά συναίνεσαν στο σχέδιο. Ωστόσο, πολύ γρήγορα κυριάρχησε η απογοήτευση. Δεδομένου ότι πολλοί δεν διέθεταν τίτλους κυριότητας, δεν έλαβαν την παραμικρή αποζημίωση. Οι υπόλοιποι έλαβαν γελοία ποσά σε σχέση με τις τιμές με τις οποίες πουλήθηκε στη συνέχεια η γη στις επιχειρήσεις. Και οι προσφορές μετακίνησής τους σε άλλη περιοχή ή βοήθειας για αλλαγή επαγγελματικής δραστηριότητας αποδείχθηκαν ελάχιστα ικανοποιητικές.

Ήδη από το 1997, όταν άρχισαν οι πρώτες εξώσεις, ξέσπασαν βίαια επεισόδια ανάμεσα στην αστυνομία και στους χωρικούς. Στη συνέχεια, δημιουργήθηκε το Φόρουμ των Λαών Ενάντια στην Εκτόπιση (Visthapan Virondi Jan Mancha) για να υπερασπιστεί τους χωρικούς. Όταν η Tata Steel αποφάσισε να δημιουργήσει στην περιοχή καθετοποιημένη χαλυβουργία δυναμικότητας έξι εκατομμυρίων τόνων, ξέσπασαν αλλεπάλληλες συγκρούσεις. Το 2006, οι άνθρωποι της εταιρείας κατόρθωσαν να παραλάβουν τις εκτάσεις που τους παραχώρησε η κυβέρνηση μονάχα χάρη στην προστασία που τους παρείχαν οι δυνάμεις της αστυνομίας. Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων, 13 άτομα έχασαν τη ζωή τους (ανάμεσά τους κι ένας αστυνομικός) και 37 τραυματίστηκαν.

Σύμφωνα με τον όμιλο, μετά από αυτά τα επεισόδια, καθώς και εκείνα που ακολούθησαν το 2010, οι τοπικοί πληθυσμοί έλαβαν υψηλότερες αποζημιώσεις και την υπόσχεση πρόσληψης τουλάχιστον ενός ενήλικου μέλους κάθε οικογένειας που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη γη της. Η κατασκευή του εργοστασίου ολοκληρώθηκε και η παραγωγή άρχισε τον περασμένο Απρίλιο. Μελλοντικά, τα δύο εργοστάσια της Tata Steel στο Τζαρκχάντ και στην Οντίσσα θα παράγουν 16 εκατομμύρια τόνους χάλυβα.

Οι υπερασπιστές των δικαιωμάτων των τοπικών πληθυσμών δίνουν μια εντελώς διαφορετική εκδοχή της θρυλικής πορείας του ομίλου. Παραθέτουν επίσης τα παραδείγματα της επέκτασης των ορυχείων σιδήρου στο Νοαμούντι και της χαλυβουργίας της Λαχαντιγκούντα, δυναμικότητας 5 εκατομμυρίων τόνων. Όπως υποστηρίζουν, σε αυτήν την πόλη του Χατισγκάρχ παρακάμφθηκαν οι διαδικασίες που ορίζονται από τον νόμο για την επίτευξη της συναίνεσης των συμβουλίων των χωριών (των «gram sabha») και την έκδοση των περιβαλλοντικών αδειών.1

Παρόμοια διαμάχη έχει ξεσπάσει και στην περίπτωση της συμφωνίας για το ανθρακωρυχείο της Γκοπαλούρ, πάλι στο ομόσπονδο κρατίδιο της Οντίσσα. Οι χωρικοί υποστηρίζουν ότι ποτέ δεν ζητήθηκε η γνώμη τους, τη στιγμή που οι αρχές ισχυρίζονται το αντίθετο. Σε κάθε περίπτωση, η συγκεκριμένη άδεια ακυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας, όπως και η συντριπτική πλειονότητα των αδειών που εκδόθηκαν την περίοδο 1993 - 2010, λόγω του «παράνομου» και «αυθαίρετου» χαρακτήρα της έκδοσής τους από την ινδική κυβέρνηση.

1 Βλέπε Purnima S. Tripathi, «Battle of Bastar», Frontline, τόμος 29, Μαντράς, 21 Απριλίου - 4 Μαΐου 2012, ή ακόμα «Singur rerun in Bastar, Tata's project hangs fire, 15 Αυγούστου 2013, http://timesofindia.indiatimes.com.

* Η Jyotsna Saksena είναι πολιτική επιστήμονας

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0