Του Γιάννη Γούναρη*
Τις τελευταίες μέρες η βαριά πληγωμένη από την επικοινωνιακή καταστροφή που υπέστη στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου κυβέρνηση της Ν.Δ. επιχείρησε να στήσει μια κακόγουστη παράσταση δήθεν πολέμου στα ελληνοτουρκικά σύνορα του Έβρου εκμεταλλευόμενη την κίνηση της τουρκικής κυβέρνησης -για τους δικούς της λόγους- να συγκεντρώσει εκεί χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες.
Παράλληλα, επικαλούμενη «εξαιρετικά επείγουσα και απρόβλεπτη ανάγκη αντιμετώπισης ασύμμετρης απειλής κατά της ασφάλειας της χώρας που υπερβαίνει τη δικαιολογητική βάση του Διεθνούς και Ενωσιακού Δικαίου» (!), ανέστειλε με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου για έναν μήνα την υποβολή αιτήσεων χορήγησης ασύλου «από άτομα που εισέρχονται στη χώρα παράνομα», τα οποία θα επιστρέφονται, χωρίς καταγραφή, στη χώρα προέλευσης ή καταγωγής.
Παράνομη η αναστολή χορήγησης ασύλου
Η Ν.Δ. διατείνεται ότι η πολιτική της έχει την κάλυψη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επικαλούμενη την πρόσφατη απόφαση N.D. και N.T. κατά Ισπανίας. Δεν υπήρχε αμφιβολία για την ερμηνεία που θα έδιναν στην εν λόγω απόφαση όσες χώρες, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται πλέον και η Ελλάδα, συντάσσονται με την πολιτική της Ευρώπης - φρουρίου. Ωστόσο, αυτή η ερμηνεία είναι ολότελα εσφαλμένη. Είναι αλήθεια ότι η εν λόγω απόφαση συνιστά αυστηροποίηση της σχετικής νομολογίας του δικαστηρίου.
Όμως σε καμία περίπτωση δεν έδωσε το πράσινο φως για μαζικές απελάσεις «παρατύπως εισερχομένων», ούτε αναίρεσε την υποχρέωση ενός κράτους να παρέχει πρόσβαση σε άτομα που επιθυμούν να υποβάλουν αίτηση ασύλου και να εξετάζει τις αιτήσεις, ούτε την απόλυτη απαγόρευση της επαναπροώθησης αιτούντων άσυλο (non-refoulement).
Δεν θα μπορούσε, δεδομένου ότι αυτές οι θεμελιώδεις αρχές είναι εδραιωμένοι εθιμικοί κανόνες του Διεθνούς Δικαίου που κατοχυρώνονται σε πλείστα διεθνή νομικά κείμενα, όπως η Σύμβαση της Γενεύης για τους Πρόσφυγες, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, ο Κώδικας Συνόρων Σένγκεν, η Διεθνής Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας και ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. Αντιθέτως, η απόφαση επιβεβαιώνει την υποχρέωση ενός κράτους υποδοχής να διαθέτει νόμιμες και ασφαλείς οδούς εισόδους στην επικράτειά του σε άτομα που επιθυμούν να υποβάλουν αίτημα διεθνούς προστασίας.
Ανθρωποφύλακας της Ε.Ε. η κυβέρνηση
Ούτε, όμως, το άρθρο 78 παρ. 3 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ε.Ε. μπορεί να χρησιμοποιηθεί από την κυβέρνηση ως νομική βάση για την αναστολή υποδοχής αιτήσεων ασύλου. Η διάταξη αυτή του πρωτογενούς Ευρωπαϊκού Δικαίου προβλέπει τη λήψη προσωρινών μέτρων από το Συμβούλιο της Ε.Ε. κατόπιν σχετικής πρότασης της Επιτροπής και διαβούλευσης με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σε περίπτωση που ένα ή περισσότερα κράτη - μέλη αντιμετωπίζουν κατάσταση έκτακτης ανάγκης με τη μορφή ξαφνικής και μεγάλης κλίμακας εισροής υπηκόων τρίτων χωρών.
Τα μέτρα αυτά δεν θα μπορούσαν να αφορούν την αναστολή της διαδικασίας υποβολής αιτήσεων διεθνούς προστασίας, καθώς πρόκειται για υποχρέωση προστασίας θεμελιώδους ανθρώπινου δικαιώματος που συνιστά γενική αρχή του δικαίου της ίδιας της Ε.Ε. Αντιθέτως, θα μπορούσαν κάλλιστα να πάρουν τη μορφή ενός νέου προγράμματος μετεγκατάστασης αιτούντων άσυλο από την Ελλάδα σε άλλες χώρες - μέλη της Ε.Ε., όπως είχε γίνει το 2015.
Δηλαδή, ακριβώς αυτό που δεν τόλμησε να αιτηθεί η τωρινή ελληνική κυβέρνηση από τους Ευρωπαίους εταίρους - εντός ή εκτός εισαγωγικών. Φαίνεται ότι η κυβέρνηση έχει αποδεχθεί τον ρόλο του ανθρωποφύλακα για λογαριασμό της Ε.Ε. με αντάλλαγμα χρηματική και υλικοτεχνική ενίσχυση και άφθονες δηλώσεις συμπαράστασης και υποστήριξης οι οποίες δεν κοστίζουν και δεν αξίζουν τίποτα. Αυτή ήταν η πάγια επιδίωξη των ακραίων εντός της Ε.Ε. κι αυτό κρύβεται πίσω από φράσεις όπως «η Ελλάδα είναι η ασπίδα της Ευρώπης» και «να ενισχύσουμε την Ελλάδα στη φύλαξη των συνόρων της που είναι και ευρωπαϊκά».
Επικίνδυνες πρακτικές
Η κυβέρνηση της Ν.Δ. δεν δείχνει να προβληματίζεται ιδιαίτερα από όλα αυτά. Πρόκειται για ακόμα μία περίπτωση όπου οι κυβερνώντες έχουν πιστέψει την ίδια την προπαγάνδα τους: το έθνος δέχεται επίθεση και οι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους, αποκρούοντας τους «εισβολείς».
Μπροστά σ' αυτό το «υπέρτατο πατριωτικό καθήκον» κάθε νομικός αντίλογος θα αποκρουστεί μονοκόμματα ως νομικισμός και περιττή πολυτέλεια -αν όχι ως ύποπτα αντεθνική στάση-, ενώ κυβερνητικά στελέχη γνωστών ακροδεξιών πεποιθήσεων θα εξαπολύουν υστερικές ιαχές «Salus Patriae Suprema Lex Esto». Βεβαίως, το πρόβλημα με την πραγματικότητα είναι ότι δεν την ενδιαφέρει πόσο διακαώς επιθυμεί να την αγνοεί κάποιος.
Και η πραγματικότητα είναι ότι η πολιτική της κυβέρνησης στο προσφυγικό-μεταναστευτικό διολισθαίνει ραγδαία σε επικίνδυνες πρακτικές, δεν έχει καμία κάλυψη στο Διεθνές και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, παραβιάζει το σύνταγμα της Ελληνικής Δημοκρατίας και οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε στιγματισμό και απομόνωση της χώρας -της ίδιας χώρας που το 2016 χαιρετιζόταν παγκοσμίως ως εκείνη που έσωσε τη χαμένη τιμή της Ευρώπης- αλλά και στην αντιποίηση βασικών κρατικών λειτουργιών, όπως η φύλαξη των συνόρων και η τήρηση της δημόσιας τάξης από φασιστικά παραστρατιωτικά στοιχεία.
Επιπλέον, δίνει άφθονο χώρο στην Τουρκία του Ερντογάν να ξεδιπλώσει το δικό της σχέδιο εμφανιζόμενη ως δήθεν προστάτιδα των προσφύγων και των μεταναστών των οποίων τα ανθρώπινα δικαιώματα παραβιάζει η Ελλάδα - άσχετα από το ότι είναι η Τουρκία που χρησιμοποιεί τους πρόσφυγες και τους μετανάστες σαν όπλο για να πιέσει εκβιαστικά την Ευρώπη και την Ελλάδα. Με ποια νομιμοποίηση, όμως, θα μπορεί η Ελλάδα να επικαλείται το Διεθνές Δίκαιο στις διαφορές της με την Τουρκία όταν και αυτή η ίδια το παραβιάζει;
* Ο Γιάννης Γούναρης είναι δικηγόρος, διδάκτωρ Νομικής