Live τώρα    
Η Γερμανία στο κέντρο της παγκόσμιας προσοχής
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Η Γερμανία στο κέντρο της παγκόσμιας προσοχής

Του Stefan Wagstyl

Την πρώτη φορά που αναφέρθηκε από Γερμανούς πολιτικούς ο όρος «ηγεσία από το κέντρο» ο κόσμος γέλασε, λέει ο Γιούργκεν Χαρντ, εκπρόσωπος των Χριστιανοδημοκρατών για θέματα εξωτερικής πολιτικής. «Είπαν πως είτε ηγείσαι είτε βρίσκεσαι στο μέσον. Αλλά ίσως αυτό περιγράφει με ακρίβεια το είδος του ηγετικού ρόλου που ετοιμάζεται να αναλάβει η Γερμανία».

Ίσως οι όροι να φαίνονται αντιφατικοί, αλλά αυτή την προσέγγιση έχει αναπτύξει η Γερμανίδα καγκελάριος στα 12 χρόνια που βρίσκεται στην εξουσία: φέρνει μαζί απρόθυμες χώρες για να χτίσει συμμαχίες και πάντοτε υποβαθμίζει τον ρόλο της Γερμανίας. Αυτή την προσέγγιση εφάρμοσε στην παγκόσμια οικονομική κρίση, στην αναταραχή της Ευρωζώνης, στη σύγκρουση της Ουκρανίας και στην ευρωπαϊκή προσφυγική κρίση, παρ' ότι η Γερμανία υποδέχθηκε πάνω από ένα εκατομμύριο πρόσφυγες, και βρίσκεται τώρα στην καρδιά του αυξανόμενου παγκόσμιου ρόλου του Βερολίνου.

Αλλά με την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ η «ηγεσία από το κέντρο» γίνεται ολοένα δυσκολότερη για την κυρία Μέρκελ, η οποία ελπίζει ότι θα εξασφαλίσει ακόμα τέσσερα χρόνια στην εξουσία, στις βουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου. Η αντίληψη του Τραμπ «Πρώτα η Αμερική» και οι υποσχέσεις του για απομονωτισμό άλλαξαν το παιχνίδι: Είναι μια πρόκληση για τη Γερμανία, λέει ο Νόρμπερτ Ρέτγκεν, πρόεδρος της Επιτροπής εξωτερικών σχέσεων της Μπούντεσταγκ: "Πρέπει να ζήσουμε με την αυτοαπομόνωση της Αμερικής».

Αυτό έγινε επώδυνα εμφανές στη σύνοδο των G 20 στο Αμβούργο, όταν ο κύριος Τραμπ απομονώθηκε, 19 έναντι ενός, σε ένα βασικό παγκόσμιο ζήτημα -την κλιματική αλλαγή- σε μια κίνηση που ενορχηστρώθηκε από τη Γερμανία.

Η αλλαγή στην Ουάσιγκτον εγείρει προφανή ερωτήματα για το Βερολίνο σε μια στιγμή που η Ε.Ε. προσπαθεί να αναστήσει τις προοπτικές της, η Ρωσία ανακτά την επιρροή της, η Κίνα αναδύεται στην παγκόσμια σκηνή και η αστάθεια μεγαλώνει, ειδικά στη Μέση Ανατολή.

Από τότε που κέρδισε τις εκλογές ο Ντόναλντ Τραμπ, η κυρία Μέρκελ δέχεται πιέσεις να σηκώσει εκείνη το φλάμπουρο του δυτικού φιλελευθερισμού που άφησε φεύγοντας ο Μπάρακ Ομπάμα. Αλλά εξαιτίας της ιστορίας της στον 20ό αιώνα και της θέσης της στο κέντρο της Ευρώπης η Γερμανία παραμένει προσεκτική στο θέμα της ανάληψης της ηγεσίας. Η Άνγκελα Μέρκελ δεν χρησιμοποιεί καν τη λέξη και προτιμά να αναφέρεται στη «συμβολή» της Γερμανίας. Παρ' ότι προβλέπεται ευρέως ότι θα κερδίσει τέταρτη θητεία, η 63χρονη ηγέτης δεν θέλει να προκαλέσει το κοινό που αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό τις πρωτοβουλίες στην εξωτερική πολιτική με κάποια δραματική σόλο κίνηση μόλις μερικές εβδομάδες πριν από τις κάλπες.

Με έναν αμυντικό προϋπολογισμό που φτάνει μόλις το 1,2% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος και με μια βαθιά ριζωμένη επιφυλακτικότητα για στρατιωτικές επεμβάσεις, η Γερμανία δεν είναι καμιά υπερδύναμη. Αλλά ως κυρίαρχη δύναμη στην Ευρώπη και χωρίς να θέτει άλλη χώρα τη διεθνή ατζέντα, η κυρία Μέρκελ έχει αναδειχθεί ως η μοναδική προσωπικότητα που θα μπορούσε να ωθήσει τον υπόλοιπο κόσμο στη δράση, όσο άβολος κι αν είναι αυτός ο ρόλος μερικές φορές για την ίδια και για τη χώρα της.

«Δεν είναι το είδος της τολμηρής ηγεσίας που θα ήθελαν ορισμένοι να δουν, αλλά εκείνη αυτό κάνει», λέει ο Ζαν Τεκάου, ειδικός σε θέματα εξωτερικής πολιτικής στην American Academy, όμιλο ερευνών του Βερολίνου. «Ηγείται, αλλά φτάνει αργά στο θέμα και είναι αντιδραστική».

Διπλωματική ισχύς

Η κόρη του προτεστάντη πάστορα δεν εκνευρίζεται εύκολα από τα κυρίαρχα αρσενικά που συχνά κάθονται στην απέναντι πλευρά του τραπεζιού, περιλαμβανομένου του κυρίου Τραμπ και του Ρώσου ομολόγου του Βλαντίμιρ Πούτιν. Ένα βίντεο από ανεπίσημη συζήτηση της Μέρκελ με τον Πούτιν στο Αμβούργο έχει γίνει επιτυχία στο Διαδίκτυο. Δεν ακούγεται τι λένε, αλλά ο πρόεδρος φαίνεται ότι εξηγεί κάτι στην καγκελάριο και κουνά το δάχτυλο στον αέρα. Η κυρία Μέρκελ απλώς γυρίζει τα μάτια. Χωρίς να κρύβει τον θαυμασμό της στην αμερικανική κουλτούρα, η Άνγκελα Μέρκελ πιστεύει ότι οι ΗΠΑ παραμένουν η μοναδική υπερδύναμη στενά δεμένη με την Ευρώπη σε όλα, από το εμπόριο μέχρι τον πόλεμο κατά της ισλαμικής τρομοκρατίας. Αλλά έχει θορυβηθεί καθώς οι απειλές προστατευτισμού του Αμερικανού ηγέτη, η κριτική στη συμμαχία του ΝΑΤΟ και η απόφασή του να αποσυρθεί από τη συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα έχουν δημιουργήσει μια άνευ προηγουμένου ένταση μεταξύ της Ουάσιγκτον και της Ευρώπης.

«Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια υπάρχει παγκόσμια συνεργασία αλλά οι ΗΠΑ δεν συμμετέχουν σε αυτήν» λέει ο Χένινγκ Ρίκε, αναλυτής στο γερμανικό Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων.

Η κυρία Μέρκελ απάντησε προσπαθώντας να διευρύνει τη διεθνή επιρροή της Ε.Ε. Παρουσίασε τις θέσεις της σε ομιλία σε μια μπυραρία του Μονάχου μερικές εβδομάδες πριν από τη σύνοδο των G 20. Χρησιμοποιώντας λόγια που κλόνισαν τους Γερμανούς, οι οποίοι είναι συνηθισμένοι σε πιο συγκρατημένους τόνους από την καγκελάριό τους, είπε: Οι εποχές που στηριζόμασταν απολύτως σε άλλους πέρασαν, σε κάποιο βαθμό. Η έκκλησή της για δράση ήταν το ίδιο άμεση - οι Ευρωπαίοι πρέπει «πραγματικά να πάρουμε τη μοίρα μας στα δικά μας χέρια». Αλλά η καγκελάριος δεν θα σπάσει ηθελημένα τους διατλαντικούς δεσμούς. Περιορίζεται, εν μέρει, από το ναζιστικό παρελθόν της χώρας. Ακόμα και σήμερα αξιωματούχοι του υπουργείου Εξωτερικών απαντούν σε ερωτήσεις για τη διεθνή στρατηγική της Γερμανίας με το πικρό αστείο: «την τελευταία φορά που είχαμε παγκόσμια στρατηγική, δεν απέδωσε».

Ο Άξελ Σάφερ, κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος των Σοσιαλδημοκρατών, κυβερνητικών εταίρων της Μέρκελ, λέει: «Μάθαμε από την ιστορία μας... Η γιαγιά μου θυμόταν το 1914 και η μητέρα μου το 1939. Για μας τα μαθήματα είναι ‘ποτέ ξανά πόλεμος στην Ευρώπη’ και ‘ποτέ ξανά Άουσβιτς’. Αυτό μας κάνει περισσότερο προσεκτικούς από άλλες χώρες».

Η Άνγκελα Μέρκελ επισημαίνει συχνά το ίδιο, μιλώντας για την «ειδική ευθύνη» της Γερμανίας, ειδικά σε θέματα πολέμου και ειρήνης. Η Γερμανία έχει διανύσει πολύ δρόμο από τότε που αποκήρυξε τις στρατιωτικές αποστολές στο εξωτερικό και περιορισμένες διπλωματικές πρωτοβουλίες μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Χρειάστηκε να φτάσει μέχρι τη δεκαετία του 1990 για να σπάσει τα ταμπού με την πρώτη μεταπολεμική στρατιωτική αποστολή της στο εξωτερικό -την αποστολή ειρηνευτικής δύναμης στη Βοσνία- και την πρώτη ένοπλη δράση, τον βομβαρδισμό της Σερβίας.

Η Γερμανία αρνήθηκε να πολεμήσει στο Ιράκ, αλλά πήρε μέρος στην αποστολή του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν, στέλνοντας μέχρι 5.300 στρατιώτες, τη μεγαλύτερη δύναμη που έστειλε στο εξωτερικό από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πέρυσι η κυρία Μέρκελ υποστήριξε την επιχείρηση του ΝΑΤΟ για την προστασία της ανατολικής Ευρώπης απέναντι σε ενδεχόμενη ρωσική στρατιωτική επίθεση - και ανέπτυξε στρατό στη Λιθουανία.

Για πρώτη φορά ανέλαβε τον ηγετικό ρόλο σε μια διεθνή κρίση το 2014, στη σύγκρουση της Ουκρανίας, όταν η κυρία Μέρκελ ενορχήστρωσε την πολιτική της Δύσης. Δεν είχε άλλη επιλογή καθώς οι ΗΠΑ είχαν επικεντρώσει αλλού την προσοχή τους (ακόμα και υπό την ηγεσία του Μπάρακ Ομπάμα), η Γαλλία ήταν αδύναμη και η κυβέρνηση της Βρετανίας ήταν απασχολημένη με άλλα. Ο Γιούργκεν Χαρντ λέει: «Οι εταίροι μας απαιτούσαν να παίξουμε μεγαλύτερο ρόλο. Αυτό είναι το καθοριστικό σημείο - προηγουμένως δεν θέλαμε να τα κάνουμε αυτά τα πράγματα γιατί δεν ήμασταν βέβαιοι ότι (για παράδειγμα) η Γαλλία ή η Πολωνία ήθελαν να το κάνουμε».

Η προσέγγιση της Άνγκελα Μέρκελ στο θέμα δεν είναι απλώς ζήτημα ταμπεραμέντου, αλλά και εναρμόνισης με την κοινή γνώμη. Οι Γερμανοί υποστηρίζουν μια πιο ενεργό εξωτερική πολιτική, όχι μόνο εξαιτίας της προσφυγικής κρίσης του 2015-16. Στις δημοσκοπήσεις του ινστιτούτου Infratest Demap το ποσοστό που υποστηρίζει τη διεθνή εμπλοκή της Γερμανίας αυξήθηκε από 52% που ήταν στις παραμονές του πολέμου της Ουκρανίας, στο 62% σήμερα. Ωστόσο οι στρατιωτικές αποστολές παραμένουν αντιδημοφιλείς: μόλις το ένα πέμπτο των Γερμανών που ρωτήθηκαν λένε ότι η Γερμανία θα πρέπει να στέλνει στρατιώτες στο εξωτερικό, ακόμα και όταν αυτό γίνεται με διεθνείς εταίρους. Καθώς απουσιάζει η επαρκής αερομεταφορά και η ναυτική υποστήριξη, ο γερμανικός στρατός δεν μπορεί να ανταποκριθεί γρήγορα σε κρίσεις. Στην Αμερικανική Ακαδημία ο Ζαν Τεκάου λέει «Εξακολουθούμε να μην θέλουμε στρατιωτικές εμπλοκές. Και χωρίς στρατιωτική ισχύ έχουμε μικρότερη διπλωματική ισχύ».

Καθώς όμως ο Ντόναλντ Τραμπ ζητεί από τους 28 εταίρους των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ να σηκώσουν μεγαλύτερο βάρος του αμυντικού προϋπολογισμού, η εξωτερική πίεση στη Γερμανία να ξοδέψει περισσότερα είναι έντονη. Είναι μακράν η μεγαλύτερη από τις 24 χώρες που δεν ανταποκρίθηκαν στον στόχο της συμμαχίας για αμυντικές δαπάνες τουλάχιστον 2% του ΑΕΠ. Τα επιχειρήματα αντηχούν στη γερμανική προεκλογική εκστρατεία, με τους Σοσιαλδημοκράτες και άλλα κόμματα να απορρίπτουν τον στόχο του 2% ως αυθαίρετο. «Δεν μπορούμε να πάμε αμέσως τις δαπάνες από 35 δισ. ευρώ σε 60 δισ. ευρώ», λέει ο Άξελ Σάφερ. «Αυτό δεν πρέπει να αποτελεί δόγμα». Ο Χριστιανοδημοκράτης Νόρμπερτ Ρέτγκεν ανταπαντά ότι οι Σοσιαλδημοκράτες υπουργοί έχουν υιοθετήσει τον στόχο και παίζουν τώρα πολιτικά παιχνίδια.

Εύθραυστη βάση

Η Άνγκελα Μέρκελ, όπως και ο προκάτοχός της στη ηγεσία των Χριστιανοδημοκρατών, ο αποβιώσας πρώην καγκελάριος Χέλμουτ Κολ, βλέπει την Ευρώπη πάνω από όλα ως ένα «σχέδιο ειρήνης». Ελπίζει ότι θα αναστήσει την Ένωση με μια άνοδο του φιλοευρωπαϊκού αισθήματος, που θα προκληθεί από την αντίδραση στο Brexit και στην εθνικιστική ρητορική του Τραμπ, και πιστεύει ότι η εκλογή του Εμανουέλ Μακρόν, του νεότερου σε ηλικία Γάλλου ηγέτη από την εποχή του Ναπολέοντα, δίνει την ευκαιρία για την επανεκκίνηση της γαλλλογερμανικής μηχανής της Ευρώπης.

Αλλά οι εταίροι της Ε.Ε. αποτελούν εύθραυστη βάση για τη γερμανική ισχύ. Ο δημοσιονομικός ζουρλομανδύας που έχει επιβληθεί στην υπερχρεωμένη Ελλάδα επικρίνεται όχι μόνο στην Αθήνα αλλά και στη Ρώμη. Οι προσπάθειες της Μέρκελ για την ανακατανομή των προσφύγων εμποδίστηκαν όχι μόνο από τη Βαρσοβία αλλά και από το Παρίσι. Επιπλέον, ο Τραμπ δεν είναι ο μόνος που επιτίθεται στο τεράστιο γερμανικό εμπορικό πλεόνασμα, το οποίο αναμένεται ότι θα σημειώσει εφέτος ρεκόρ και θα ξεπεράσει τα 252 δισ. ευρώ του 2016. Παρόμοια κριτική ασκούν ορισμένες από τις πιο αδύναμες ευρωπαϊκές οικονομίες, συμπεριλαμβανομένων της Ιταλίας και της Γαλλίας, οι οποίες έχουν ζητήσει από το Βερολίνο να ενισχύσει τις επενδύσεις στο εσωτερικό ώστε να γίνουν εισαγωγές. Όπως δήλωσε Γερμανός αξιωματούχος, «το γερμανικό πλεόνασμα αποτελεί κεντρικό ζήτημα. Τέθηκε στους G-20 και θα τεθεί πάλι και πάλι».

Αντηχούν και άλλες επικρίσεις. Οι παλιοί φόβοι για τη γερμανική ηγεμονία έρχονται ακόμα στην επιφάνεια στην Ε.Ε., ειδικά στην Πολωνία, ακόμα και στη Γαλλία. «Οι Γερμανοί ποτέ δεν κάνουν πίσω», είπε πέρυσι ο Γιαροσλάβ Κατσίνσκι, αρχηγός του κυβερνώντος εθνικιστικού κόμματος της Πολωνίας, Νόμος και Τάξη. Στο Βερολίνο ο αναλυτής Ρίκε λεει ότι «δεν μπορείς να διατάξεις την Ε.Ε. τι να κάνει».

Καθώς η Άνγκελα Μέρκελ ενθαρρύνει την Ε.Ε. να προβάλει την ισχύ της μέσω συμμαχιών, αντιμετωπίζει προβλήματα με εταίρους που είναι πιο περίεργοι από εκείνους μέσα στη Ε.Ε. Στην Τουρκία, για παράδειγμα, το Βερολίνο υποστήριξε μια αμφιλεγόμενη συμφωνία με την Άγκυρα για το μεταναστευτικό, σύμφωνα με την οποία η Τουρκία εμποδίζει την είσοδο των μεταναστών στην Ε.Ε. με αντάλλαγμα βοήθεια και υποσχέσεις για στενότερες σχέσεις. Ακόμα και όταν επετεύχθη η συμφωνία, ο Τούρκος πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν αντιμετώπιζε κατηγορίες για υπονόμευση της δημοκρατίας. Η σκληρή απάντησή του στο περυσινό πραξικόπημα τον εξέθεσε σε περισσότερες κατηγορίες, και την Άνγκελα Μέρκελ σε επικρίσεις γιατί τον υποστήριξε. Καθώς το Βερολίνο αναζητεί άλλους εταίρους για τον έλεγχο της μετανάστευσης, για παράδειγμα στη Λιβύη, αυτά τα διλήμματα θα μπορούσαν να χειροτερεύσουν.

Επιπλέον, η συνεργασία με τον Ντόναλντ Τραμπ δεν είναι εύκολη, όμως άλλοι μεγάλοι εταίροι είναι ακόμα δυσκολότεροι. Για παράδειγμα ο πρόεδρος της Κίνας Σι Τζινπίνγκ, αυτοπροβάλλεται ως υπέρμαχος του ελεύθερου εμπορίου επιχειρώντας ίσως να δημιουργήσει μια σφήνα μεταξύ της Γερμανίας και των ΗΠΑ. Αλλά το πολιτικό χάσμα ανάμεσα στη μεγαλύτερη δημοκρατία της Ευρώπης και το μεγαλύτερο μονοκομματικό κράτος του κόσμου είναι βαθύ. Ο αναλυτής Ρίκε λέει ότι «έξω από την Ε.Ε. η δημιουργία συνασπισμών π.χ. με την Κίνα είναι πιο δύσκολη. Δεν υπάρχει η ίδια εμπιστοσύνη που υπάρχει ακόμα και τώρα με τις ΗΠΑ».

Το ίδιο συμβαίνει με τη Ρωσία του κυρίου Πούτιν. Η κυρία Μέρκελ μιλα ρωσικά καθώς μεγάλωσε στην κομμουνιστική ανατολική Γερμανία και καταλαβαίνει τον κύριο Πούτιν περισσότερο από ό,τι οι άλλοι δυτικοί ηγέτες. Αλλά δεν έχει δημιουργήσει θέρμη. Το αντίθετο μάλιστα, εκείνη επιμένει ότι ο πάγος θα λιώσει μόνο με την εφαρμογή της ειρηνευτικής συμφωνίας του Μινσκ για την επίλυση του ουκρανικού αδιεξόδου. Ο Χένινγκ Ρίκε λέει ότι «η Ρωσία ανασυντάσσεται και απορρίπτει ρητά τους δυτικούς κανόνες... Η Κίνα επίσης εφαρμόζει τους δικούς της κανόνες. Η Γερμανία και η Ευρώπη μπορούν να κάνουν περισσότερα αλλά τίποτα δεν υποκαθιστά τις ΗΠΑ». Άρα, ακόμα και με τον Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, η συνεργασία με τις ΗΠΑ παραμένει προτεραιότητα. Η Άνγκελα Μέρκελ αποστρέφεται τους ευσεβείς πόθους, αλλά ορισμένοι στο Βερολίνο ελπίζουν ότι ο κύριος Τραμπ θα χάσει τις εκλογές του 2020.

Είναι δύσκολο για την καγκελάριο να βρει βολικούς εταίρους μακριά από τη δυτική συμμαχία. Αλλά πρέπει να χειριστεί τον κόσμο όπως είναι, όχι όπως θα ήθελε να είναι.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0