Του Λέανδρου Πολενάκη
Αφιέρωσα το σημείωμα της Κυριακής στο εμβληματικό έργο του Στρίντμπεργκ «Ο δρόμος για τη Δαμασκό», που ανεβαίνει πρώτη φορά στην Ελλάδα, στη «Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών», σε σκηνοθεσία της Ρούλας Πατεράκη.
Σε αυτήν την αυτοβιογραφική τριλογία, γραμμένη μετά από μακρόχρονη πνευματική και υπαρξιακή κρίση που τον έφερε στα όρια της παραφροσύνης, ο Στρίντμπεργκ μας ξεναγεί στα ζοφερά τοπία της ιδιωτικής του κόλασης. Μοιάζει εδώ να κλείνει ειρήνη με τους ατομικούς του δαίμονες, ενώ συγχρόνως θέτει υπό αμφισβήτηση ολόκληρο το οικοδόμημα του δυτικού θετικισμού, που έχει φθάσει σε αποσάθρωση. Μεταφέρω από το πρόγραμμα της παράστασης: «Ένας άνδρας χωρίς όνομα, αποπλανεί μια περαστική, την Κυρία. Άλλοτε μαζί της και άλλοτε χωριστά, πορεύεται στις εσχατιές του ονείρου και της πραγματικότητας, της υπέρβασης και του ρεαλισμού, της τρέλας και της λογικής, της αμαρτίας και της αθώωσης...».
Ο Στρίντμπεργκ, πράγματι, πιστεύει στην αθωότητα της σάρκας του ανθρώπου. Αν «αμαρτάνει» και αν αρρωσταίνει κάτι στον άνθρωπο, είναι η διχασμένη ψυχή του... Στο μεγάλο αυτό επικό έργο αντανακλάται καίρια το διττό πρόβλημα των καιρών μας, ηθικό και πνευματικό. Σαν απάντηση ενική στον «διπλό» Πέερ Γκυντ του Ίψεν και στον δικό μας, δίψυχο, δίβουλο Οδυσσέα.
Σήμερα είμαστε σε θέση να συλλαβίσουμε το όνομα της φλεγόμενης αλλά μη καιόμενης «πόλης» του: είναι ο πολιτισμός του ανθρώπου και τα έργα του, της αγάπης. Δεινός αναγνώστης των σημείων και των καιρών, ο Στρίντμπεργκ αρθρώνει ένα λόγο ουσίας, όχι εξουσίας, επάνω από γλώσσες, φυλές και έθνη: τον λόγο της αιφνίδιας μεταστροφής του Απόστολου Παύλου στον «Δρόμο για τη Δαμασκό»: «...Εκ μέρους γαρ γιγνώσκομεν και εκ μέρους προφητεύομεν. Όταν δε έλθη το τέλειον, τότε το εκ μέρους καταργηθήσεται... Βλέπομεν γαρ άρτι δι εσόπτρου εν αινίγματι, τότε δε πρόσωπον προς πρόσωπον».
Θολός καθρέφτης είναι η αναδιπλωμένη στον εαυτό της συνείδηση του «καινούργιου» ανθρώπου. Ο Στρίντμπεργκ λύνει το άλυτο αίνιγμα της νεωτερικής Σφίγγας: Ποιος προηγείται τίνος; Η συνείδηση, του κόσμου, ή ο κόσμος της συνείδησης; Η επιθυμία προηγείται της ανάγκης ή η ανάγκη της επιθυμίας; Ο Στρίντμπεργκ λύνει το πρόβλημα ένσαρκα, υπαρκτικά, τραγικά. Όχι άσαρκα, διανοητικά ή διαλεκτικά. Και πηγαίνει (ακέραιος) στην (ολόκληρη) επιθυμία του. Αποδίδεται (ολόκληρος) στην (ακέραιη) ανάγκη του.
Η δραματουργική ανασύνθεση με υποχρεωτικές, λόγω της τεράστιας διάρκειας, περικοπές οφείλεται στην έμπειρη Ρούλα Πατεράκη, που μαζί με το Μάνο Λαμπράκη έδωσαν το τελικό κείμενο στηριγμένοι στη σπουδαία, εργαλειακή, χρηστική μετάφραση της Μαργαρίτας Μέλμπεργκ.
Η Ρούλα Πατεράκη προσεγγίζει το κείμενο ένσαρκα, υπαρκτικά και τραγικά: σαν ένα ζωντανό σώμα που αισθάνεται, πονάει, χαίρεται, λυπάται, κλαίει, γελάει, αναπνέει, μιλάει, ένυλα αγαπιέται και αγαπάει. Πεθαίνει και ανασταίνεται, για αυτό, επικά, κάθε στιγμή. Η Πατεράκη πορεύεται μαζί του και μας οδηγεί σε στενωπούς απάτητες από τον δυτικό ορθολογισμό και τις εκάστοτε μεταμφιέσεις του, «στις έσχατιές του ονείρου και της πραγματικότητας, της τρέλας και της λογικής, της αμαρτίας και της λύτρωσης, της ελευθερίας και της ανάγκης»...
Με εικόνες ενός «μαγικού», όπως η ίδια η ζωή, τοπίου, που αλλάζει συνεχώς: «Παράδεισου που έγινε Κόλαση, για να ξαναγίνει, σε τρεις μέρες, πάλι Παράδεισος». Η τελική γυμνή ερωτική σκηνή του Αδάμ και της Εύας δίνει ακέραιη την πεμπτουσία της αθωότητας της σάρκας του ανθρώπου.
Ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος έξοχος, μονολεκτικά, στον «ιπποτικό», μοναχικό υποκριτικό του δρόμο, και η Λουκία Μιχαλοπούλου ένας γυναικείος Λόγος που έγινε πρώτα Σάρκα και ύστερα «Σκάνδαλο φωτός». Μόνο ποιότητα εκπέμπει η αισθαντική Κωνσταντίνα Τάκαλου. Στην πιο καλή του ώρα ο Αλέκος Συσσοβίτης και κρυστάλλινα διαυγής ο Γιώργος Παπαπαύλου.
Όλοι οι ηθοποιοί προσθέτουν τη δική τους διακριτή ψηφίδα στη μεγάλη εικόνα, κάτω από την «μπαγκέτα» της αφηγήτριας Ρούλας Πατεράκη: Όμηρος Πουλάκης, Ανδρέας Αντωνιάδης, Νίκος Μαυράκης, Ευανθία Κουρμούλη, Ευρύκλεια Σωφρονιάδου, Δώρα Στυλιανέση, Σπύρος Βαρέλης, Πάνος Τζίνος. Η σκηνογραφία της Εύης Μανιδάκη και τα κοστούμια του Απόλλωνα Παπαθεοχάρη παίζουν τον προορισμένο ρόλο τους, όπως η ωραία μουσική (Γιώργος Κουμεντάκης) και οι βαθείς «ενάλιοι» φωτισμοί (Γιάννης Δρακουλαράκος).