Του Λέανδρου Πολενάκη
Τι είναι το κακό και γιατί έχει τόση δύναμη στον κόσμο; Πώς νικιέται το κακό; Μπορούμε να το νικήσουμε με άλλο, μεγαλύτερο κακό; Μπορούμε να το νικήσουμε μόνο με τη λογική; Μήπως χρειάζεται κάτι ακόμη; Τι είναι η αγάπη; Υπάρχει Θεός; Αν υπάρχει, γιατί αφήνει τα παιδιά του να υποφέρουν; Είναι ο θάνατος οριστικό τέλος; Είναι η μνήμη φάρμακο εναντίον του θανάτου; Μπορεί η τέχνη να νικήσει τον θάνατο και το κακό; Υπάρχει θαύμα;
Αυτό είναι το θέμα του έργου «Τερεζίν», που έγραψε συλλογικά και ανέβασε στο Θέατρο «Αργώ» η νεοσύστατη νεανική ομάδα «Δήλος σε σκηνοθεσία της Δήμητρας Χατούπη. (Το κείμενο έχει εκδοθεί σε βιβλίο από τις εκδόσεις «Αιγόκερως»). Για να μας αφηγηθούν μια αληθινή ιστορία που συνέβη κάποτε σε ένα στρατόπεδο θανάτου, με το όμορφο όνομα «Τερεζίν».
Συνηθίζουν οι άνθρωποι να δίνουν όμορφα ονόματα στο κακό. Το στρατόπεδο αυτό, εγκατεστημένο σε μια πόλη - φάντασμα, στο οποίο οι Ναζί συγκέντρωναν ανεπιθύμητους καλλιτέχνες από όλη την κατεχόμενη Ευρώπη, είχε από την αρχή έναν ειδικό σκοπό : να χρησιμοποιηθεί ως προπέτασμα για να αποκρύψουν το γεγονός του Ολοκαυτώματος και για να παραπλανήσουν τη διεθνή κοινή γνώμη.
Εν όψει μιας επικείμενης επίσκεψης του Ερυθρού Σταυρού «μασκάρεψαν» την Τερεζίν σε πόλη - πρότυπο. Τα άδεια μαγαζιά γέμισαν αγαθά, οι δρόμοι καθαρίστηκαν, τοποθετήθηκαν λουλούδια. Τα κτήρια απέκτησαν έπιπλα, οι δρόμοι πινακίδες, στήθηκαν ψεύτικα σχολεία, οργανώθηκαν μουσικές εκδηλώσεις, δόθηκαν θεατρικές παραστάσεις. Οι κρατούμενοι του στρατοπέδου, ωστόσο, αποφάσισαν όλοι μαζί να νικήσουν το κακό και τον θάνατο με τη τέχνη. Να γράψουν αληθινή ποίηση, να τραγουδήσουν και να ζωγραφίσουν, να παίξουν θέατρο για την ψυχή τους, ξέροντας ότι θα πεθάνουν...
Μετά την αποχώρηση του Ερυθρού Σταυρού το στρατόπεδο της Τερεζίν διαλύθηκε. Οι κρατούμενοι στάλθηκαν στα στρατόπεδα εξόντωσης, ώστε να μην υπάρχουν ζωντανοί μάρτυρες της απάτης. Είχαν, όμως, νικήσει. ΄Αφηναν πίσω τους δημιουργία. Στα τέσσερα χρόνια λειτουργίας της Τερεζίν παρουσιάστηκαν έργα του Γκόγκολ, του Κοκτώ, του Κίπλινγκ αλλά και πολλά πρωτότυπα έργα των κρατουμένων. Επίσης πολλά μουσικά έργα του Σμέτανα, του Βέρντι, του Χανς Κράσα (κρατούμενος - δεν επέζησε), του Κάρλ Σβενκ (είχε την ίδια τύχη).
Η ομάδα «Δήλος» αποτελείται από πρόσφατους αποφοίτους της ομώνυμης Δραματικής Σχολής. Είναι εξαιρετικά παρήγορο το γεγονός ότι, στις δύσκολες μέρες που περνάμε, όταν ο ναζισμός επιχειρεί, μέσα από μύριους τρομοκρατικούς ή προπαγανδιστικούς μηχανισμούς, να σβήσει την ιστορική μνήμη και να σηκώσει ξανά κεφάλι, νέα παιδιά δίνονται με τόσο πάθος στην αναζήτηση της αλήθειας.
Η σκηνοθεσία της Δήμητρας Χατούπη, με ώριμες χορογραφίες και κίνηση της Νικολέττας Ξεναρίου, πρωτότυπη μουσική του Χρήστου Θεοδώρου, στίχους τραγουδιών των Οδυσσέα Κωνσταντίνου, Πέννυς Χρυσικού σε διδασκαλία του Οδυσσέα Κωνσταντίνου, «καθαρούς» φωτισμούς του Βασίλη Καραργύρη, «παίζοντα» σκηνικά του Αντώνη Χαλκιά και κοστούμια του Μάριου Ράμμου, κάτω από τη συναρπαστική επική ρυθμολογία των κρουστών του Νίκου Τουλιάτου, δίνει το έργο σε μορφή «καμπαρέ», μπρεχτικά, σαν «θέατρο μέσα στο θέατρο», για να αποφύγει τη συναισθηματική φόρτιση του θεατή και να είναι σε θέση αυτός, κάθε φορά, να σχηματίζει άποψη κριτική για το τι έφταιξε και φθάσαμε εκεί όπου φθάσαμε.
Μια μουσική παράσταση πλήρης, με τραγούδι, χορό, υποκριτικές, που υπηρετείται, όπως ήδη είπα, από νέα παιδιά μιας δεμένης, ισοκέφαλης ομάδας. Θεωρώ άδικο να κάνω επιμέρους αποτιμήσεις. Περιορίζομαι να παραθέσω ονόματα, πολλά από τα οποία θα μας απασχολήσουν, πιστεύω, μελλοντικά: Γρηγόρης Μπαλλάς, Τρύφωνας Ζαχαρής, Κωνσταντίνος Αλέξης, Ιωάννα Σιμάτη, Λευτέρης Παπακώστας, Πένη Χρυσικού, Γιάννα Σωτηροπούλου, Δήμητρα Ζακάκη, Δήμητρα Μάμαλου, Νώντας Μιχαλόπουλος, Θεοδόσης Σκαρβέλης, Άννα Χανιώτη, Γιούλη Αθουσάκη, Αιμιλία Σιαφαρίκα, Αστέριος Χασάπης, Πάνος Αποστολόπουλος, Φωτεινή Τσούλη, Μελίνα Μαστραντώνη, Ιάκωβος Μενδρινός, Θωμάς Καζάσης, Χριστίνα Πετρολέκα, Δήμητρα Δροσοπούλου, Κωνσταντίνος Παράσης, Γιώργος Βασιλόπουλος, Γιάννης Σίμος, Κλειώ Χαβγιέ.