Του Λέανδρου Πολενάκη
Στο καινούργιο έργο του («Καγκουρώ»), ο Βασίλης Κατσικονούρης επιχειρεί να χαρτογραφήσει το σύνθετο νεοελληνικό διχασμένο κοινωνικό και ψυχικό τοπίο. Διαπλέκει αριστοτεχνικά το ατομικό με το συλλογικό, τη σύγκρουση ανάμεσα στον «πατέρα» και στον «γιο», την ασυμφιλίωτη πάλη του παλιού με το νέο, του αρσενικού με το θηλυκό, όλα όσα συνθέτουν τον λαβύρινθο της νεοελληνικής (και σύγχρονης ευρωπαϊκής) ταυτότητας με τις πολλαπλές αγκυλώσεις, τις φυγόκεντρες δυνάμεις και την αντίρροπη κεντρομόλο τάση. Τις χαοτικές δομές που γεννάει το μεταπολεμικό κοινωνικό γίγνεσθαι λόγω και της αποβολής του τελετουργικού, συμβολικού στοιχείου που το συνείχε παραδοσιακά. Η ολική επαναφορά του παλαιού αξιώματος, «πάντων πραγμάτων μέτρον άνθρωπος», που λειτούργησε ως πρόταγμα μιας επιφανειακής μόνο «σύνταξης» της ζωής σε λογικούς κανόνες, πίσω από την οποία δούλευαν ανενόχλητες οι ασύντακτες δυνάμεις της αγριότητας, έφερε ως τελικό αποτέλεσμα το αντίθετο του αναμενόμενου: να εκπέσει ο «δεινός» άνθρωπος από αξία καθολική (και ραγισμένη) σε μέτρο απόλυτης, αρραγούς αξίας. Το «απόλυτο», όμως, είναι δυνατότερο από τον άνθρωπο... Με άλλα λόγια, όταν η αρχή του θανάτου γίνεται ισχυρότερη από την αρχή του έρωτα, όπως θα έλεγε ο Φρόυντ, αλλά ενός έρωτα που ελευθερώνει, όχι έρωτα ζηλωτικού, τότε ο δραπέτης του πλατωνικού «σπηλαίου» επιστρέφει εκούσια στα δεσμά του και στην ασφάλεια της «κλειστής», θωρακισμένης συνείδησής του. Μια καθήλωση στην πρώιμη φάση σεξουαλικής ανάπτυξης, θα έλεγε ο Φρόυντ, όπου εδρεύει και το σύνδρομο συσσώρευσης του πλούτου. Μια τέτοια ιστορία μάς αφηγείται ο συγγραφέας, συνδυάζοντας ευρηματικά τον αρχετυπικό μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης, με τα πρόσωπα του νεωτερικού, τσεχωφικού «Γλάρου». Δεν κοινωνιολογεί, δεν φιλοσοφεί, γράφει έγκυρο θέατρο για να μας δείξει το πρόσωπό μας μέσα σε θολό καθρέφτη...
Τα πρόσωπά του παίζουν, με σημαδεμένη τράπουλα, μια μοιραία και ανταγωνιστική παρτίδα «πόκερ» με έπαθλο την κατάκτηση της υπεσχημένης «γης της επαγγελίας». Δεν θα την βρουν ποτέ, αν δεν ψάξουν πρώτα μέσα τους. Ο συγγραφέας μας αφηγείται με πρωτότυπο τρόπο την «κοινότοπη» ιστορία της ανεξήγητης, κατά τα άλλα, «αιώνιας επιστροφής» μας στο κέντρο του σκοτεινού λαβύρινθου από τον οποίο είχαμε μόλις διαφύγει... Για να βρεθούμε ξανά πρόσωπο με πρόσωπο με το οικείο μας «τέρας», το είδωλό μας στον παραμορφωτικό καθρέφτη του φόβου μπροστά στην πρωτόγνωρη ελευθερία... Ο άνθρωπος ως απλό «μέτρο αξίας», όχι ως δημιουργός αιτία του εαυτού του, είναι πάντα μια φυλακή για τον ίδιο.
Στο «Εθνικό Θέατρο» (σκηνή Νίκος Κούρκουλος), η σκηνοθεσία του Δημήτρη Μυλωνά (κίνηση Νατάσας Σαραντοπούλου) έχω την αίσθηση ότι αντιμετώπισε το έργο (όψη της Δήμητρας Λιάκουρα, φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου, μουσική του Παύλου Κατσιβέλη και διδασκαλία των ρόλων, όλα συνέτρεχαν), σαν να ανήκει στο λεγόμενο «μπαρόκ». (Μια συσσώρευση φοβερών και ελεϊνών παθημάτων μέχρι να γίνει η ποσότητά τους ποιότητα και να ενεργήσει ως -ανοίκεια- κάθαρση στην ψυχή του θεατή προκαλώντας μηχανιστική εκτόνωση των παθών της, λόγω συγκινησιακού κορεσμού.) Η αντίληψη αυτή προέρχεται από το ρωμαϊκό θέατρο και δεν έχει σχέση με το έργο, που βρίσκεται στους αντίποδες και αποτελεί ένα μεταμφιεσμένο τραγικό δρώμενο, στηριγμένο στην αρχή της (οικείας) ηδονής, δηλαδή της κατοπτρικής αναγνώρισης του θεατή στην όλη «σύσταση» του έργου, όχι στους επί μέρους ρόλους. Η «πειραγμένα» νατουραλιστική σκηνοθεσία έδωσε το κείμενο ως «οριζόντια» μόνο δραματική περιπλάνηση των προσώπων, όχι ως «κάθετη» τραγική πλάνη, παραγνωρίζοντας τον διαμπερή άξονά του. Έτσι, η «κάθοδος στον Άδη» του ήρωα, στερημένη από τον αυτοθυσιαστικό χαρακτήρα της, αφήνει κάπως αδιέξοδο το έργο, που, όμως, δεν είναι, εν τέλει. Αν το παραβλέψουμε αυτό, κατά τα άλλα οι ρυθμοί είναι «σωστοί», το ύφος ενιαίο και οι ρόλοι δουλεμένοι με συνέπεια. Μια παράσταση ως θέαμα χορταστική. Η Λένα Δροσάκη έχει το χάρισμα, εξαιρετική στις μεταμορφώσεις της από «κάμπια» σε «πεταλούδα». Ο Γιώργος Παπαπαύλου γράφει εκλεκτά τον πάσχοντα άνθρωπο, ο Χρήστος Σαπουντζής δίνει με ακρίβεια την αμφίθυμη πατρική μορφή, ο Σπύρος Τσεκούρας γίνεται ένα πειστικό «είδωλο καμόντος» και ο Ηλίας Μελέτης μια επιβλητική επιφάνεια του Άδη.