Live τώρα    
«Άγριος σπόρος» του Γιάννη Τσίρου στο «Επί Κολωνώ» / Ματιά στο νεοελληνικό έργο 1
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

«Άγριος σπόρος» του Γιάννη Τσίρου στο «Επί Κολωνώ» / Ματιά στο νεοελληνικό έργο 1

Του Λέανδρου Πολενάκη

Στο καινούργιο έργο του Γιάννη Τσίρου με τον τίτλο "'Αγριος Σπόρος", ο συγγραφέας επιχειρεί, σε πρώτο επίπεδο, να ακτινογραφήσει το ελληνικό «λούμπεν». Τα τρία πρόσωπα που εμφανίζονται σε αυτό είναι ο «Σταύρος», περιθωριακός παράνομος καντινιέρης που στήνει την παράγκα του σε μια ελληνική παραλία προσπαθώντας να επιβιώσει, η άνεργη, εγγράμματη κόρη του «Χαρούλα», που τον βοηθά από ανάγκη, και ο «μπάτσος» του γειτονικού χωριού, ονομαζόμενος «Τάκης». Πέρα από αυτά τα πρόσωπα μετέχει χωρίς να εμφανίζεται ένας «αόρατος θίασος σκιών», χωρισμένος σε δύο, ας τα πούμε «ημιχόρια» των «ξένων» και των «ντόπιων», που «σπρώχνουν» τη δράση και προωθούν τις εξελίξεις.

Το «σενάριο» περιπλέκεται γύρω από την αδικαιολόγητη εξαφάνιση ενός νεαρού «αντισυμβατικού» Γερμανού τουρίστα και την ανάκριση που ακολουθεί με κύριο ύποπτο τον «Σταύρο». Παρά την αστυνομική πλοκή του, το έργο δεν μένει εκεί. Δίνει στον συγγραφέα την ευκαιρία να αναπτύξει μια γόνιμη συλλογιστική γύρω από το «δικό μας» και το «ξένο». Γύρω από την τραυματική σχέση του νεοέλληνα με ό,τι συνηθίζει να ονομάζει με μια δόση άκριτου θαυμασμού ή άκριτης απόρριψης ως «ευρωπαϊκό». Γύρω από την περιώνυμη, αλλά απροσδιόριστη έννοια της «ελληνικότητας». Γύρω από τη σφιχτή δομή της κλειστής ελληνικής οικογένειας, που προστατεύει και σκοτώνει την ίδια στιγμή με ασφυκτικό εναγκαλισμό τα νεότερα μέλη της. Γύρω από την προβληματική σχέση του «πατέρα - αφέντη» με τα παιδιά του. Γύρω, τέλος, από το μέγα πρόβλημα της δικαιοσύνης (θεϊκής ή ανθρώπινης).

Θέμα του έργου προφανώς δεν είναι οι παλαιότερες ή σύγχρονες ελληνογερμανικές σχέσεις, αλλά κάτι πολύ ευρύτερο. Ο συγγραφέας διαπλέκει ιδιοφυώς τα πιο πάνω επιμέρους θέματα, τοποθετώντας τα κάτω από το ανελέητο φως του ελληνικού καλοκαιριού που κάνει τα πάντα διαφανή και ρευστά («αγγελικό και μαύρο φως» κατά τον Σεφέρη, μια φράση η οποία παραπέμπει στον σαιξπηρικό Μάκβεθ και στη συμβολική πατροκτονία στην ενδημική ελληνική εκδοχή της), για να δώσει ένα έργο - καθρέφτη της νεοελληνικής κοινωνίας, που, όμως, υπερβαίνει τον συνήθη, τρέχοντα ρεαλισμό, τη «φέτα ζωής», και διευρύνει μέχρι διάρρηξης τα όρια του «πραγματικού», φθάνοντας στις παρυφές του τραγικού.

Βρισκόμαστε στον κάθετο άξονα περιπλάνησης των ηρώων, που οδηγεί από το επάνω στο κάτω επίπεδο του κόσμου και τούμπαλιν: πτώση και ανόρθωση. Ένας λούμπεν Οιδίπους ο «Σταύρος» (λες και το τραγικό στις μέρες μας δεν βρίσκει άλλο καταφύγιο από το «λούμπεν» στοιχείο), εν πορεία προς τη δική του σταύρωση και ανάσταση, με τη συνοδεία της κόρης του «Χαρούλας» (η «Χάρις»), μιας εν δυνάμει Αντιγόνης που θα αγγίξει και για τους δύο την άνοδο ακυρώνοντας την πατροκτονία μέσω της αμοιβαίας συμ-πάθειας («συμφιλείν») με την αντίδικη μητέρα του χαμένου Γερμανού εραστή της... Ενώ «έξω» βυσσοδομεί και μαίνεται ο «παντοτινός δικός μας Ιούδας», το όργανο τάξης και ασφάλειας, ο «σταυρωτής» με το σημαντικά κοινότοπο, αντιτραγικό όνομα, «Τάκης».

Η σκηνοθεσία της Ελένης Σκότη με την ομάδα «Νάμα» στο Θέατρο «Επί Κολωνώ», με την ωραία σκηνογραφία του Γιώργου Χατζηνικολάου, τους λειτουργικούς φωτισμούς του Αντώνη Παναγιωτόπουλου, τις καίριες μουσικές παρεμβάσεις του Στέλιου Γιαννουλάκη, βλέπει, κατ' αρχάς, το έργο σωστά, θεμελιώνοντάς το πάνω στην τραγική του διάσταση. Αλλά το τελικό οικοδόμημα της παράστασης, για ποικίλους λόγους, δεν ανταποκρίνεται στα θεμέλια. Από τη μία μεριά ο καλός και άξιος ηθοποιός μας Τάκης Σπυριδάκης στον πρωταγωνιστικό ρόλο του «Σταύρου», δυστυχώς, εδώ εγκλωβίζεται στη γνωστή τηλεοπτική του περσόνα, ενός «ξύπνιου» «μάγκα», «ατσίδα» νεοέλληνα, παρασυρμένος και από το ανώριμο, κακομαθημένο, καταστροφικό τηλεοπτικό «κοινό» της παράστασης, που παραλύει όλες τις προσπάθειές του, παρεμβαίνοντας με άκαιρα χειροκροτήματα και άστοχο γέλιο στα πιο ακατάλληλα σημεία, σαν να αναγνωρίζει στην εικόνα τον χειρότερο εαυτό του. Αντίθετα, η νεότατη και πολλά υποσχόμενη Ντάνη Γιαννακοπούλου δίνει με συγκινητική ταυτοπάθεια και ωριμότητα, έχοντας αφομοιώσει τη διδασκαλία της σκηνοθέτιδας, σε τόνους χαμηλούς, αλλά μεστά και ζεστά, με χρώμα και αίσθημα, το «μέσα πλούτος» της λαβωμένης ηρωΐδας. Ο Ηλίας Βαλάσης αποδίδει με σωστά νατουραλιστικά ανακλαστικά (ταιριάζουν εδώ) τον ενστικτώδη, πρωτόγονο και ζηλόφθονα «Ιούδα» ή σκέτα «Τάκη».

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0