Του Κυριάκου Π. Λουκάκου
Έργο που πάσχισε όσο λίγα να δει το φως, η Πρώτη, από συνολικά 5 συμφωνίες ενός κύκλου με απατηλή αρίθμηση, γεννήθηκε μέσα σε δοκιμασίες επιβίωσης του Μίκη Θεοδωράκη και το χειρόγραφό της καταστράφηκε όχι μία αλλά δύο φορές, προτού ο συνθέτης την αποτυπώσει από μνήμης στην οριστική εκδοχή που γνωρίζουμε. Με επιρροές όχι μόνον από τον Σοστακόβιτς, όπως επισημαίνεται στον προγραμματικό τόμο του Φεστιβάλ, αλλά και τον Προκόφιεφ (ορισμένο από το «ατσάλι» της 2ης συμφωνίας βρίσκει τη συνέχειά του εδώ), η 1ηΣυμφωνία (1954) είναι έργο συμπαγούς υπαρξιακής στόφας, με ιδιοφυή χειρισμό της εναλλαγής ατμόσφαιρας των επεισοδίων της τριμερούς φόρμας και με αξιοσημείωτη δεξιοτεχνία στην ενορχήστρωση. Είναι επίσης απαιτητική τόσο για την ορχήστρα, όσο και για τον μαέστρο, που καλείται να χειρισθεί τις κυκλικές μεταπτώσεις από την απειλητική διαφωνία χάλκινων, κόρνων και βαθέων εγχόρδων στον πονεμένο τονικό λυρισμό της μελωδικής ελεγείας, που αποτέλεσε και το σπερματικό επίκεντρο της Συμφωνίας ως φόρου τιμής σε δύο φίλους του συνθέτη από αντιμαχόμενα στρατόπεδα που χάθηκαν σε οδυνηρή καμπή των παράλληλων βίων τους. Εδώ είναι που ο Λουκάς Καρυτινός, επικεφαλής της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, πιστοποίησε την κλάση του ως συμφωνιστή, κρατώντας με ασφάλεια το πηδάλιο μιας δυσχερούς συμφωνικής πλοήγησης ακόμη και για τον τελείως απαράσκευο θεατή, ευρισκόμενο ενώπιον μιας τόσο εκτενούς και απαιτητικής λόγιας σύνθεσης του δημοφιλούς τιμώμενου και όχι προ απλού προανακρούσματος για το «Άξιον εστί» (1960-62) του β' μέρους.
Ανάλογο στοίχημα, μολαταύτα, υπήρξε και το piatto forte που ακολούθησε. Και εν προκειμένω όμως η ενοποιητική εποπτεία και η στοργική εμμονή του Καρυτινού στη λεπτομέρεια της γραφής, αλλά και η εκ μέρους του εμπειρότεχνη χρήση ενός προσωπικού ρουμπάτο σε δημοφιλή μέρη, αποτέλεσαν τη βάση για μια μνημειώδη εκτέλεση. Παρακολουθώντας τη φιλότιμη, ενθουσιώδη, αλλά εν πολλοίς ερασιτεχνική παρουσίαση του «Άξιον εστί» στην πλατεία της Νέας Σμύρνης (2/05/2015, σε μονόχρωμη μουσική διεύθυνση Θεόδωρου Ορφανίδη, με τη σύμπραξη του ταλαντούχου για το είδος βαρυτόνου Κώστα Ραφαηλίδη, αλλά με ωχρή απαγγελία από τον Γιώργο Γιαννόπουλο) είχαμε ήδη επιβεβαιώσει την επιρροή του μελοποιημένου από τον Θεοδωράκη λόγου του Οδυσσέα Ελύτη, τη συγκινησιακή απήχησή του στις κρίσιμες στιγμές μιας επίκλησης που όλο και περισσότερο ενδύεται τον χαρακτήρα ηχηρής συλλογικής δέησης. Η αναβίωση εκείνη είχε σημαδευθεί από την αμφισβήτηση του δικαιώματος ενός ινδάλματος της «ποπ», όπως ο Σάκης Ρουβάς, να επιδιώξει επίδοση σε ένα νέο και τάχατες a priori αποκλεισμένο για τον ίδιο είδος, αντίληψη, από την οποία, και προς τιμήν του, ο συνθέτης έλαβε αποστάσεις με σθεναρή και τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία. Άποψή μας παραμένει ότι το βάπτισμα πυρός του Ρουβά υπήρξε ο ενδιαφέρων καρπός σοβαρής προσπάθειας που προσπορίζει δυναμική σημαντικής περαιτέρω εξέλιξης. Είναι φυσικά προφανές ότι, με το μέρος του λαϊκού τραγουδιστή προορισμένο για τον πρώτο διδάξαντα Μπιθικώτση, η τεσσιτούρα είναι χαμηλή σε ορισμένα από τα τραγούδια, όπως όμως ήταν και για τον Γιώργο Νταλάρα όταν εκείνος είχε επωμισθεί για πρώτη φορά τη βαριά διαδοχή, τότε με σουηδική λοιπή πλαισίωση. Όμηροι εθισμού στο δισκογραφικό αρχέτυπο των Κατράκη - Κουλουμπή - Μπιθικώτση, είχαμε τότε αξιολογήσει τον νεαρό Νταλάρα ως συγκριτικά ανίσχυρο και ανώριμο, αλλά οι δεκαετίες που έχουν εν τω μεταξύ παρέλθει έχουν μεστώσει ιδανικά τα ωραιότερα κέντρα της απαράλλαχτης ηχοχρωματικής του ταυτότητας για μιαν ερμηνεία ισόρροπου επικού λυρισμού, πραγματικό σταθμό άφιξης μιας σημαντικής πορείας, την οποία παρεμπιπτόντως και ο νεώτερος Ρουβάς καλείται να ακολουθήσει με τους δικούς του όρους αλλά αντίστοιχη επιμονή και αφοσίωση, χωρίς εν τω μεταξύ, συνιστούμε εμείς, να παραβλέψει τις δυνατότητες που του προσφέρει, ως παράλληλο πεδίο δράσης, και η εσωστρεφής μουσική του Μάνου Χατζηδάκι, ταιριαστή με το εισέτι νεανικό και αισθησιακό προφίλ της φωνητικής του ιδιοσυγκρασίας και ευχέρειας.
Ανεπίληπτη αναδείχθηκε στη συναυλία της 14ης Ιουλίου και η ερμηνεία του βαρυτόνου Δημήτρη Πλατανιά, εκφραστικό αμάλγαμα σφριγηλής εξαγγελίας και ευγενούς εκφοράς, τουλάχιστον ισάξια οιασδήποτε προηγηθείσης. Ευχάριστη έκπληξη διαστάσεων αποτέλεσε, τέλος, η απαγγελία του Άκη Σακελλαρίου, ο οποίος, στην επίφοβη διαδοχή ενός Κατράκη, μετέτρεψε την απουσία χαρακτηριστικού τίμπρου φωνής σε εφαλτήριο για μιαν αφήγηση γεμάτη εκφραστικές εναλλαγές, στίξεις, ανάσες και χρώματα, αναδεικνυόμενος σε ευαγγελιστή ενός συλλογικού και ταυτόχρονα βαθιά προσωπικού πάθους. Ο επαγγελματισμός του μικτού συνόλου εκ των χορωδιών Δήμου Αθηναίων, ΕΜΠ, «Μελωδοί» και ΕΡΤ, καθώς και η άρτια τεχνική επιμέλεια του ήχου, ολοκλήρωσαν ένα αξιομνημόνευτο γεγονός...