Live τώρα    
Ίδε ο άνθρωπος !
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ίδε ο άνθρωπος !

Οι σαιξπηρικές αναλύσεις του Γιαν Κοτ, με την εμμονή του να διαβάζει τον Σαίξπηρ υπό το πρίσμα του «παραλόγου θεάτρου», ήταν κάποτε μόδα και στην Ελλάδα. Έτσι, είδαμε κατά καιρούς να σκηνοθετούνται με την οπτική του «παραλόγου» πλείστα όσα έργα του. Με αποτέλεσμα να υποφέρει ο Σαίξπηρ μέσα στο στενό κοστούμι του Κοτ. Ο Σαίξπηρ δεν είναι «παράλογο θέατρο». Το θέατρό του, λαϊκό, θυμόσοφο, γεμάτο χιούμορ και ανελέητη κριτική της εξουσίας, έχει πάντα ως κέντρο του τον αληθινό άνθρωπο, με σάρκα και οστά. Όχι τον αφηρημένο, χωρίς ιδιότητες, άνθρωπο μιας λόγιας, αστικής παράδοσης. Απευθύνεται σε όλους τους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους, ανεξαρτήτως κοινωνικού επιπέδου, τάξης, μόρφωσης. Όπως ακριβώς η αρχαία ελληνική τραγωδία που είναι ένα λαϊκό θέατρο. Σήμερα είμαστε πια σε θέση να γνωρίζουμε πού και πώς ο Σαίξπηρ, σε μια κρίσιμη καμπή της ζωής του, πολύ νέος, ήρθε σε επαφή με αυτά τα κείμενα: στον πύργο των Χόρτον, με την πλούσια βιβλιοθήκη και το θέατρο, όπου έζησε τα οκτώ «χαμένα» χρόνια της ζωής του, διαβάζοντας και ασκούμενος ως ηθοποιός σε λαϊκά θρησκευτικά μυστήρια της Καθολικής Εκκλησίας.

Ο «Βασιλιάς Ληρ» είναι, έτσι, ένα λαϊκό παραμύθι που μας μιλά για την «πτώση» των αλαζόνων βασιλέων, συνδυάζοντας βιβλικά πρότυπα με στοιχεία της ιστορίας του Οιδίποδα. Όπου, «η ύβρις φέρνει την πτώση, η πτώση την κένωση και η κένωση την ανύψωση».

Στόχος της νέας θεατρικής ομάδας «Λαϊκό κλασικό θέατρο» (βλ. το σημείωμα στο έντυπο του προγράμματος, του σκηνοθέτη Γιώργου Βούρου), είναι «να παρουσιάζει κλασικά έργα σαν λαϊκά παραμύθια με ποίηση, χιούμορ, φαντασία και αγάπη για τη ζωή. Να τα βλέπει με παρθένο μάτι, σαν πρωτότυπα έργα υψηλής τέχνης, όχι σαν πεδίο εφαρμογής άστοχων σκηνοθετικών εντυπωσιασμών...».

Τον στόχο πετυχαίνει πλήρως η παράσταση του «Ληρ» στο κατάμεστο κάθε βράδυ θέατρο «Βαφείο - Λάκης Καραλής", «κατεβαίνοντας» με αμεσότητα στο ποικίλο κοινό, που θλίβεται, χαίρεται, γελάει ή δακρύζει, πάντοτε «όταν πρέπει». Μια παράσταση απλή και όχι απλουστευτική, λαϊκή και όχι λαϊκότροπη, πυκνή και όχι δυσνόητη, διασκεδαστική με την μπρεχτική έννοια του όρου, που δεν κουράζει παρά την τρίωρη διάρκεια και περνάει το μήνυμα: «Ίδε ο άνθρωπος!». Η μετάφραση του σκηνοθέτη από την έκδοση του quarto του 1608, είναι ένας άθλος. Δέκα οκτώ (!) ηθοποιοί μοχθούν στη σκηνή, δίνοντας τον καλύτερό τους εαυτό. Ο Γιώργος Βούρος (Ληρ) ευθύβολος, σε μια πρωτότυπη μείξη Φάλσταφ - Ληρ, με τραγικό μέγεθος. Η Μαρία Σκούπα ένα χάρμα ως μελαγχολικός «τρελός», η σκηνή του θανάτου της για ανθολόγιο. Η Γεωργία Ζώη, μια εξωστρεφής δυναμική Γκόνεριλ και η Ζωή Μασούρα μια εσωστρεφής, σύνθετη Ρήγκαν, δίνουν ένα εκλεκτό δίδυμο με διακριτούς χαρακτήρες. Η νεότατη Ελένη Σταυράκη μια ευαίσθητη Κορντέλια. Ο Δημήτρης Καμπόλης ένας άκρως ενδιαφέρων Κεντ και ο Γρηγόρης Σερμπής ένας καλοσχεδιασμένος ΄Εντμοντ. Ο Ηλίας Κούτλας, ένας χαρισματικός ΄Εντγκαρ. Ο Όλμπανυ του Κώστα Καποδίστρια εντελής. Ο Γιώργος Γεωργίου ένας «γεμάτος» Γκλόστερ. Ο Γιώργος Βούτος καίριος Κόρνγουωλ. Οι, Μανώλης Βαζαίος, Ξενοφών Χαντζής, Παναγιώτης Δεληγιάννης, Βασίλης Τραϊφόρος, μέσα σε ό,τι έκαναν. Οι Τόνια Μασέρα, Πένη Χαλκιά, πρόσφεραν αυθεντικότητα.

*

Θέλω να επισημάνω μια «ειδική» παράσταση από τον μη κερδοσκοπικό οργανισμό «Τεχνοδρομώ», ιδρυμένο το 2010 από τον Γιάννη Νικολόπουλο με στόχο να προσεγγίσει ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες και να λειτουργήσει μέσω του θεάτρου θεραπευτικά, συμβάλλοντας στην κοινωνική ένταξη αυτών των ομάδων. Έτσι, με αφορμή ιστορίες οροθετικών και χρηστών κρατουμένων ανδρών στις φυλακές Κορυδαλλού γράφηκε, σε συνεργασία με αυτούς από τον Τσιμάρα Τζανάτο, ένα έργο σε σκηνές με τον τίτλο -Κ- για να παιχτεί από τους ίδιους, με την προοπτική να υπάρξει και συνέχεια.

Ήταν ένα μεσημέρι συναρπαστικό, στο παλιό γυμναστήριο του νοσοκομείου των φυλακών. Με τη σκηνοθετική καθοδήγηση της ηθοποιού, θεατρολόγου και σκηνοθέτιδας Άννας Χατζηχρήστου, δοσμένης με αυταπάρνηση στο έργο, ύστερα από τρομακτικές δυσκολίες, και μετά από ενάμιση χρόνο σκληρής δουλειάς, δόθηκε η παράσταση. Οι μετέχοντες δεν έπαιζαν, αλλά «ζούσαν» μια ζωή της τέχνης, πιο αληθινή από τη δική τους, ανοίγοντας ένα παράθυρο στην ελπίδα. Ήμουν μάρτυρας. Δεν έχω κάτι άλλο να προσθέσω.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0