Live τώρα    
Βιβλίο / Μια επιζήσασα
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Βιβλίο / Μια επιζήσασα

Το 2022 το έγκυρο βρετανικό περιοδικό Sight and Sound ανακήρυξε την ταινία «Ζαν Ντιλμάν» («Jeanne Dielman, 23, quai du Commerce, 1080 Bruxelles») της Σαντάλ Άκερμαν ως την καλύτερη ταινία όλων των εποχών. Την ταινία σκηνοθέτησε η Άκερμαν το 1975 σε ηλικία μόλις 25 ετών και για το πόσο επιδραστική υπήρξε αυτή, όπως και το σύνολο του ογκώδους έργου της -σκηνοθέτησε σαράντα και πλέον μικρού και μεγάλου μήκους ταινίες και δημιούργησε δεκάδες βίντεο εγκαταστάσεις- ανατρέχω στα λόγια του Nicola Mazzanti, διευθυντή της Βασιλικής Ταινιοθήκης του Βελγίου: «Η “Ζαν Ντιλμάν” είναι μια ταινία που δημιούργησε, εν μια νυκτί, έναν νέο τρόπο δημιουργίας ταινιών, έναν νέο τρόπο αφήγησης ιστοριών, έναν νέο τρόπο αφήγησης του χρόνου. Υπάρχουν καλοί κινηματογραφιστές, σπουδαίοι κινηματογραφιστές, κινηματογραφιστές που βρίσκονται μέσα στην ιστορία του κινηματογράφου. Και υπάρχουν λίγοι κινηματογραφιστές που αλλάζουν την ιστορία του κινηματογράφου».

«Η πιο ιερή αλλά και ανίερη σχέση»

Η Άκερμαν ανήκει σε αυτή την τελευταία κατηγορία. Βλέποντας τις αργόσυρτες αφηγήσεις της, επικεντρωμένες στις μικρές επαναλαμβανόμενες στιγμές της καθημερινότητας, η έννοια του χρόνου διευρύνεται. Ο χρόνος περνάει ερήμην του αφηγητή, ερήμην του θεατή και οδηγεί κάθε μέρα όλο και πιο κοντά στον θάνατο. Με τα ίδια υλικά της βραδύτητας, της αμεσότητας, της ευθύτητας, της επικέντρωσης στα μικρά καθημερινά που περιλαμβάνουν την έννοια του χρόνου, αλλά και με μια σπαρακτική ειλικρίνεια που δεν θέλει να κρύψει τις ρωγμές και τις ευαλωτότητες, η Άκερμαν στο «Η μητέρα μου γελάει», που κυκλοφορεί σε μια καλαίσθητη έκδοση συνοδεία φωτογραφιών από τις εκδόσεις Πλήθος και σε πολύ καλή μετάφραση της Μυρτώς Ταπεινού, γράφει για την πολύπλοκη σχέση με τη μητέρα της, φωτίζοντας «την πιο ιερή αλλά και ανίερη μαζί σχέση», όπως λέει η Εύα Στεφανή που υπογράφει το επίμετρο.

Στις πρώτες σελίδες του βιβλίου βλέπουμε τη μητέρα της ανήμπορη και γερασμένη να αντιμετωπίζει διάφορα προβλήματα υγείας. Η κόρη την παρακολουθεί, εστιάζει πάνω της, πάνω σε κάθε ήχο της, σε κάθε ανάσα, σε κάθε μικρή σύσπαση του προσώπου της. Εστιάζει στο γερασμένο πρόσωπό της, στο κεφάλι με τα λιγοστά μαλλιά, στα αδύναμα μέλη, πάνω σε όλα αυτά τα τωρινά, που περικλείουν και όλα τα προηγούμενα. Εστιάζει πάνω σε αυτή την επιζήσασα των στρατοπέδων συγκέντρωσης που έμαθε να χωρίζει τη ζωή της στο πριν και στο μετά. «Φεύγοντας από εκείνο το μέρος, μου είπε μια μέρα η μητέρα μου, συνειδητοποίησα ότι η καρδιά μου πέθανε».

Η Άκερμαν γεννιέται λίγα χρόνια αργότερα, όταν η μάνα της επιβιώνει από «εκείνο το μέρος». Ανιχνεύει πάνω στη μητέρα της «εκείνο το μέρος», το ανιχνεύει και στον εαυτό της. Γιατί αυτή η αναζήτηση της φωνής της μητέρας είναι αναζήτηση του ίδιου του εαυτού. Η Άκερμαν επικεντρώνεται πάνω στις σχέσεις της με άλλες γυναίκες, πάνω σε έρωτες που την κατακλύζουν και μετά περνούν και αφήνουν μόνο τα σημάδια τους. Η κόρη ζει νιώθοντας το διαπεραστικό βλέμμα της μητέρας της. Δεν θα υποχωρήσει, δεν θα κάνει τίποτα για να την ευχαριστήσει, αλλά κατά βάθος θέλει την αποδοχή: πάντα αυτή είναι το ζητούμενο. «Τα ατημέλητα ρούχα μου και τα αχτένιστα μαλλιά μου πάντα την ενοχλούσαν, την πλήγωναν. (...) Για την εμφάνισή μου κάπως αναπληρώνουν τα άρθρα που γράφονται για μένα και τις ταινίες μου. Πάντα τα έκοβε από τις εφημερίδες και κρατούσε τα αποκόμματα. Αλλά θα προτιμούσε αν χτένιζα τα μαλλιά μου. Ναι, πολύ περισσότερο».

«Αχ οι κόρες μου, οι κόρες μου έχουν τα πάντα. Ενώ εγώ τι είχα, μόνο τα στρατόπεδα συγκέντρωσης» λέει η μητέρα μετά από μια στιγμή θριάμβου της κινηματογραφίστριας κόρης. Κι εκείνη πιστεύει πως τότε είναι πιο αληθινή από ποτέ. «Εμένα μου φαίνεται πιο αληθινή όταν δεν με αναγνωρίζει παρά όταν φωνάζει λόγια αγάπης».

Η Άκερμαν αναζητά «την αληθινή της μητέρα», προσπαθεί να προετοιμαστεί για να μπορέσει να ζήσει μετά από αυτή, όμως δεν τα καταφέρνει, δεν γίνεται «επιζήσασα», βάζει τέλος στη ζωή της το 2015 σε ηλικία 65 ετών, δύο χρόνια μετά τον θάνατο της μητέρας της και έναν χρόνο μετά την κυκλοφορία του βιβλίου. Δεν μπορεί κανείς να αποφύγει να το διαβάσει υπό αυτό το πρίσμα. Υπό το πρίσμα του τέλους της.

Πολλές στιγμές ενώ αφηγείται η Άκερμαν/κόρη η οπτική αλλάζει αιφνιδίως και η αφήγηση περνάει στα χείλη της μητέρας δημιουργώντας ακόμη σφοδρότερα την εντύπωση πως οι δυο ζωές είναι ένα αξεδιάλυτο κουβάρι. «(...) Ζούμε παράνομα σαν μπάμπουσκες, η μία μέσα στην άλλη» λέει η Στεφανή.
Μια αφήγηση αργή, γυμνή, αστόλιστη, ειλικρινής, μελαγχολική, συγκινητική. Μια αφήγηση που δείχνει την πραγματικότητα και όλους εμάς ακριβώς όπως είμαστε.

 

INFO

Σαντάλ Άκερμαν, «Η μητέρα μου γελάει»

Εκδόσεις Πλήθος

Μετάφραση: Μυρτώ Ταπεινού

Σελίδες: 264

Τιμή: 20€

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0