Επιχειρώντας μια εισαγωγή στο θέατρο του Πίντερ, είχα γράψει παλαιότερα ότι πρόκειται για ένα ιδιότυπο, αντισυμβατικό θέατρο μνήμης, το οποίο, όμως, δεν αναπαράγει ένα βιωμένο, παγιωμένο σε οριστική μορφή τελειωμένο παρελθόν. Αυτό που αναπαράγει πρωτογενώς είναι η ίδια η λειτουργία της μνήμης, με τις δυνητικά άπειρες προσαρμογές της. Η μνήμη για τον Πίντερ δεν τροφοδοτείται από ένα ακίνητο, λιμνάζον παρελθόν αλλά αντιστρόφως ψάχνει, ερευνά, φτιάχνει έναν χωροχρόνο οικείο για αυτήν, διαλέγει το παρελθόν που της ανήκει ανοίγοντας δρόμους προς τα πίσω, σαν μέσα από ένα πυκνό και ανεξερεύνητο δάσος γεγονότων. Επιλέγοντας όχι τη συντομότερη ευθεία γραμμή, αλλά μια καμπύλη που τέμνεται με άπειρες άλλες νοητές καμπύλες μνήμης, σαν ένα μαγικό υφαντό επάνω σε έναν τοίχο, με μια παράσταση αινιγματική που περιέχει ένα σημαντικό μήνυμα μπροστά στο οποίο στέκουν οι ήρωες απορημένοι. Επειδή δεν θυμόμαστε πάντοτε ό,τι μας συνέβη, ό,τι θυμόμαστε όμως μας συμβαίνει τώρα. Κάθε γεγονός που μας θυμάται γεννιέται εξαίφνης σαν μέσα σε μια αστραπή και πεθαίνει εξαίφνης προδομένο.
Ένα παιδί σε αυτοκίνητο
Γι’ αυτήν τη διπλή προδοσία μάς μιλάει το έργο του Πίντερ. Ένα θέατρο του αιώνια προδομένου, απαρηγόρητου λόγου, με πρωταγωνιστή τη γλώσσα, με όλα τα χάσματα, τα κενά, τις παύσεις, τις αμφισημίες και τις αντιλογίες της. Ένα θέατρο πολιτικό, πέρα από όλα τα άλλα επιμέρους σημεία του. Επειδή η πολιτική και η γλώσσα είναι αναπόσπαστα δεμένες από την εποχή της πτώσης του Αδάμ. Ο θεατής γίνεται έτσι ένα παιδί σε αυτοκίνητο που κοιτάζει ανάποδα τον δρόμο-χρόνο να χάνεται πίσω του. Το έξυπνο παιδί καταλαβαίνει αμέσως τη σχετικότητα της μεταβολής του τοπίου και την οπτική απάτη της σμίκρυνσης του οπτικού πεδίου του. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η στάση αυτή του παιδιού-θεατή προϋποθέτει ένα εσωτερικό ταξίδι με τις πόρτες της ψυχής ανοιχτές και με το φαίνεσθαι να θριαμβεύει πρόσκαιρα επάνω στο είναι. Κατά τον λόγο που γινόμαστε ή δεν γινόμαστε αυτό που είμαστε ήδη. Και κατά τον λόγο που είμαστε ή δεν είμαστε ικανοί να γίνουμε ο δικός μας ξανακερδισμένος λόγος-χρόνος.
Φως στο «ενυδρείο ψυχών»
Στο Θέατρο Άβατον παρακολουθήσαμε μια παράσταση της «Προδοσίας» του Πίντερ, σε περιεκτική και ουσιώδη σκηνοθεσία του Βύρωνα Κολάση, βασισμένη στην εξαιρετική μετάφραση του αείμνηστου Μάριου Πλωρίτη, σε θαυμάσια ελληνικά, που από μόνη της είναι ένα χάρμα ακοής.
Ο σκηνοθέτης Βύρων Κολάσης στοχεύει στον πυρήνα του έργου, που είναι να φωτίσει το «ενυδρείο ψυχών» μέσα στο οποίο τους φυλακίζει και τους αναγκάζει να ζουν με τους αφύσικους, παράλογους νόμους της, μια υποκριτική και ανελεύθερη κοινωνία. Ο Πίντερ μάς προκαλεί να διακρίνουμε πίσω από τα μυστικά, τα ψέματα, τις ίντριγκες ενός ερωτικού τριγώνου, το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να υπερβεί τα δεσμευτικά όρια των κοινωνικών συμβάσεων που οι ήρωές του επέλεξαν να μην ακολουθήσουν.
Η σκηνοθεσία του Βύρωνα Κολάση πετυχαίνει, πράγματι, να λύσει ομοιοπαθητικά το αίνιγμα-πρόκληση της ανάστροφης ροής του χρόνου των ηρώων που μας θέτει ο Πίντερ, δίνοντας στη φορά της ιστορίας τους, από το τέλος στην αρχή, μια αύξουσα, όχι φθίνουσα τιμή. Το έργο, έτσι, φέρεται πέρα από τον ευθύγραμμο συμβατικό χρόνο της φθοράς, ο ιστορικός του χρόνος κάμπτεται μέχρι να γίνει τέλειος κύκλος και το τέλος του, όπως το τέλος όλων των μεγάλων μυθικών ερώτων, γίνεται η αρχή του. Το βάρος για μια τέτοια ριζιμιά αντιμετώπιση του άπειρου, νεογέννητου σκηνικού χρόνου τους σήκωσαν στις πλάτες τους οι τρεις χαρισματικοί ηθοποιοί.
Ο σπουδαίος Βύρων Κολάσης, αυτοσκηνοθετούμενος ως η πλασματικά δεσπόζουσα πλευρά του ερωτικού τριγώνου, η εξαίρετη Έμμυ Δημητρακοπούλου ως η αδύναμη φαινομενικά, δονούμενη εξ αντανακλάσεως, «ντάμα» του ερωτικού παιγνίου και «τρίτος» τραγικότερος «τζόκερ» εραστής, ο εκλεκτός Κώστας Μπίγαλης. Τοποθετημένοι στρατηγικά από τη σκηνοθεσία εντός ενός κοίλου κατόπτρου ονείρου, θύτες και θύματα ταυτόχρονα, ο καθένας στον μοιραίο του ρόλο, διαπρέπουν.
Τα σκηνικά-κοστούμια από την Μπέττυ Λυρίτη, η μουσική επιμέλεια από τον Κώστα Μπίγαλη και οι φωτισμοί από τον Κώστα Αναγνώστου, οργανικά μέρη της παράστασης.
