Καμία άλλη ταινία δεν απέδωσε στην οθόνη με τόση δύναμη την αστική αποξένωση. Ο Τράβις είναι ένας αντιήρωας που δεν ξέρει πώς να διαχειριστεί τον κενό του χρόνο, πώς να γεμίσει το μέσα του και πώς να διανύσει την απόσταση για να συνδεθεί με τους άλλους. Προσπαθεί να εκφραστεί απέναντι σε ανθρώπους που απλώς κουβεντιάζουν και δεν μπορούν να συντονιστούν στη συχνότητα που εκπέμπει η ταραγμένη σκέψη του. Γι’ αυτό είναι πιο ζωηρός από ποτέ όταν μονολογεί στον καθρέφτη της δικής του απομόνωσης. Η προσπάθειά του να προσεγγίσει μια γοητευτική και καλλιεργημένη γυναίκα προκαλεί αμήχανο γέλιο στον θεατή, σχεδόν ένοχο. Και ύστερα το γέλιο παγώνει και μένουμε μόνοι με τις εμμονές ενός μοναχικού επαγγελματία οδηγού που οργώνει την άσφαλτο ανάμεσα στα σκουπίδια και στη βία των κακόφημων δρόμων του Μανχάταν. Οι ατμοί των δρόμων γίνονται μακάβριο θυμιατό και το αυτοκίνητο στην κίνηση γίνεται μέρος μιας νεκρώσιμης πομπής. Αυτή είναι η μοναχική διαδρομή που απέμεινε σε έναν χαμένο άνθρωπο που θέλει να ακουστεί μέσα στον θόρυβο της πολυκοσμίας, της ανηθικότητας και των ραγδαίων πολιτικών αλλαγών.
Με τη μυθικών διαστάσεων ερμηνεία του ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο κατάφερε να μπει στο σώμα ενός χαρακτήρα που σταδιακά εξαφανίζεται, με το πρόσωπό του να συσπάται σε αμήχανα χαμόγελα όταν δεν βρίσκει τις λέξεις ή όταν τις αποφεύγει. Άλλοτε μοιάζει βυθισμένος στο κενό, σαν να τον έχει κερδίσει μια σιωπηλή δυστυχία, και άλλοτε κοιτάζει έντονα με τα κουρασμένα απ’ την αυπνία μάτια του να προσπαθούν να καταγράψουν μια απερίγραπτη πραγματικότητα. Όταν παρατηρεί, προσπαθεί να πειστεί ότι ο κόσμος παραμένει στη θέση του, σε μια αλλόκοτη επιβεβαίωση της δικής του ύπαρξης. Ο Σκορσέζε, απ’ την άλλη, αποφεύγει να καθορίσει τον ήρωα με ψυχαναλυτική σαφήνεια και δεν διολισθαίνει στις παγίδες της ρομαντικοποίησης και της ηθικής ετυμηγορίας. Με τη δεξιοτεχνία του μας βάζει στο κάθισμα του συνοδηγού, εκεί που το ταξίμετρο γίνεται μια κλεψύδρα που μετράει αντίστροφα μέχρι την εφιαλτική λύτρωση.
Μια επικίνδυνη ψύχωση
Το «Taxi Driver» δεν μιλά μόνο για έναν διαταραγμένο άνθρωπο αλλά για μια υπαρξιακή συνθήκη που αποκτά ανεξέλεγκτες συνέπειες. Γιατί αυτή η αποξένωση είναι η πιο ύπουλη μορφή βίας. Και όταν η βία γίνεται η μόνη γλώσσα που ίσως γίνει αντιληπτή, τότε έχουμε το σύμπτωμα ενός ατόμου που, μέσα στην παραφροσύνη του, επιχειρεί να ενσαρκώσει τον καουμπόι. Η εκδίκηση για έναν καλό σκοπό, όπως η απελευθέρωση μιας ανήλικης πόρνης από άνδρα που την εξουσιάζει, είναι ο μόνος τρόπος του ήρωα να υπάρξει. Και ίσως η απόπειρα δολοφονίας ενός πολιτικού που κάνει προεκλογική εκστρατεία να δικαιώσει την αορατότητά του. Στη σημερινή εποχή της αλόγιστης ιδιώτευσης, όπου τα αντικρουόμενα αφηγήματα διαχέονται επιθετικά μέσω ψηφιακών echo chamber και ο πόλεμος της αλγοριθμικής πληροφορίας διαμορφώνει συνειδήσεις και ακαθόριστες πολιτικές ταυτότητες χωρίς στέρεο ιδεολόγημα, η συμβολική βία παραμένει η κύρια ψευδαίσθηση δύναμης και οι πολιτικές δολοφονίες εκπέμπουν σήμα ηθικής ανωτερότητας. Τα διαδικτυακά φόρουμ μίσους είναι οι αχαρτογράφητοι αυτοκινητόδρομοι όπου κυκλοφορούν ανεξέλεγκτες μοναχικές φωνές που πασχίζουν να ακουστούν, ενώ ο ρατσισμός και ο μισογυνισμός είναι οι πιο βολικές λωρίδες κυκλοφορίας. Δεν ξέρουμε πώς θα συμπεριφερόταν σήμερα ο Τράβις, αλλά το σίγουρο είναι ότι ο συναγερμός που εξέπεμψε η ταινία του Σκορσέζε το 1976 δυστυχώς παραμένει ισχυρός.
