Live τώρα    
Δημήτρης Σουκαράς / «Ο συνδυασμός φωνής και κιθάρας είναι ο καλύτερος τρόπος μουσικής αφήγησης»
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Δημήτρης Σουκαράς / «Ο συνδυασμός φωνής και κιθάρας είναι ο καλύτερος τρόπος μουσικής αφήγησης»

Δημήτρης Σουκαράς
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Ο Δημήτρης Σουκαράς είναι ένας βιρτουόζος της κλασικής κιθάρας που ολοκλήρωσε τις λαμπρές σπουδές του στην Αγγλία όπου και ζει και εργάζεται έκτοτε διαπρέποντας παρά το ακόμα πολύ νεαρό της ηλικίας του. Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε τον τρίτο δίσκο του «Εverything Υou’ve Ever Lived» με τραγούδια πολλών ιδιωμάτων και από αρκετές εποχές τα οποία ερμηνεύει θαυμάσια η επίσης πολύ νεαρή μεσόφωνος Lotte Betts-Dean. Ο εξαίρετος μουσικός μίλησε στο avgi.gr για το πόσο καλά επικοινωνεί η ανθρώπινη φωνή με την κιθάρα για να «μιλήσουν» μαζί – όπως σε αυτή την περίπτωση – την γλώσσα της ψυχής, των συναισθημάτων και της αληθινής αισθητικής συγκίνησης.

Πώς αποφάσισες να κάνεις έναν δίσκο για φωνή και κιθάρα, δηλαδή με τραγούδια και όχι με οργανικά κομμάτια και γιατί ειδικά με την Lotte Betts-Dean;

Έχω μια ιδιαίτερη αγάπη στη φόρμα του τραγουδιού. Οι δύο προηγούμενοι δίσκοι μου, το «Roots» και το «Antithesis», παρότι βασίζονται σε έργα για σόλο κιθάρα, περιλαμβάνουν και κύκλους τραγουδιών, το πρώτο τα «ΧάιΚου» του Φίλιππου Τσαλαχούρη και το δεύτερο τα τρία τραγούδια του Sérgio Assad. Ένιωθα λοιπόν πολύ έντονη την ανάγκη να δουλέψω πάνω στη φόρμα φωνής - κιθάρας σε έναν δίσκο εξολοκλήρου αφιερωμένο σε αυτόν τον συνδυασμό. Είναι κάτι που σίγουρα θέλω να ξανακάνω σύντομα. Για εμένα ο συνδυασμός φωνής και κιθάρας είναι ένας από τους πιο αληθινούς και εκφραστικούς τρόπους μουσικής έκφρασης. Από την αρχαιότητα η κιθάρα στις διαφορετικές της μορφές, από το λαούτο και τη βιχουέλα ως την αρχαία λύρα και τη σημερινή κιθάρα, συνόδευε τη φωνή. Για εμένα μια κιθάρα και μια φωνή αποτελούν ίσως τον πιο άμεσο και αληθινό τρόπο αφήγησης. Η Lotte ήταν εντελώς αυθόρμητη επιλογή. Πέρα από την φιλική μας σχέση είναι μια εξαιρετική ερμηνεύτρια με καθαρότητα, ειλικρίνεια και πάθος σε ό,τι ερμηνεύει. Η φωνή της μπορεί να κινηθεί με άνεση από την κλασική  μουσική μέχρι την ποπ και τη σύγχρονη δημιουργία. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι έχουμε μια αβίαστη μουσική επικοινωνία, αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα με παρόμοια ευαισθησία και αυτό είναι σπάνιο και πολύτιμο σε μια συνεργασία.

Πώς γνώρισες την Lotte Betts-Dean και αποφάσισες να συνεργαστείς μαζί της στον πρώτο δίσκο σου και τι εκτιμάς περισσότερο στην ερμηνεία της;

Γνώρισα τη Lotte όταν την παρακολούθησα σε μια συναυλία στο Wigmore Hall στο Λονδίνο. Από τα πρώτα λεπτά με ενθουσίασε η χροιά της φωνής της, η καθαρότητα στην ερμηνεία της και ο τρόπος που επικοινωνούσε την μουσική χωρίς καμία υπερβολή. Έφυγα από εκείνη τη συναυλία με τη βεβαιότητα ότι θα ήθελα να συνεργαστούμε. Λίγο μετά της πρότεινα να συμμετάσχει στον πρώτο μου δίσκο. Είχα απόλυτη πίστη ότι θα έβαζε τη δική της σφραγίδα στα τραγούδια του Φίλιππου Τσαλαχούρη. Από την αρχή θα έλεγα ότι με καθοδηγούσε μία διαίσθηση για την συνεργασία μας

Πιστεύεις ότι ο συνδυασμός φωνής - κιθάρας είναι τόσο ιδανικός όσο και αυτός φωνής – πιάνου;

Δεν μπορώ να είμαι απόλυτα αντικειμενικός όταν συγκρίνω τον συνδυασμό φωνής -κιθάρας με εκείνο φωνής και πιάνου. Υπάρχουν αμέτρητα υπέροχα έργα για φωνή και πιάνο, από Σούμπερτ και Σούμαν μέχρι Βάγκνερ και Φορέ, που αποτελούν πραγματικά αριστουργήματα. Το πιάνο έχει τη δική του μεγαλοπρέπεια, δύναμη και ιστορικό βάθος στη συνοδεία της φωνής.

Ομως για εμένα ο πιο αληθινός και άμεσος τρόπος αφήγησης είναι η φωνή να συνοδεύεται από την κιθάρα. Η κιθάρα έχει μια ανθρώπινη διάσταση, αναπνέει με τη φωνή, έχει χρώματα, ψίθυρους, αμεσότητα. Κουβαλά μια παράδοση που ξεκινά από την αρχαιότητα, από τη λύρα και το λαούτο έως τη σημερινή κλασική κιθάρα. Ο συνδυασμός φωνής – κιθάρας έχει κάτι πιο γυμνό, προσωπικό και ειλικρινές.

Ο τίτλος του album έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία ή απλά σας άρεσε η φράση;

Ο τίτλος «Everything Youve Ever Lived» γεννήθηκε μέσα από συζητήσεις μας για το τι θυμόμαστε, τι ξεχνάμε και τι κουβαλάμε μαζί μας. Δεν περιγράφει μία συγκεκριμένη εμπειρία αλλά την αίσθηση ότι αυτός ο δίσκος είναι ένας μικρός χάρτης μνήμης - παιδικές αναμνήσεις, φόβοι, όνειρα, τρυφερές στιγμές, έρωτας, απώλειες. Είναι μια φράση που μιλά για όλα όσα έχει ζήσει κάποιος/α και γι’ αυτό είναι τόσο προσωπική αλλά και οικουμενική.

Η επιλογή των τραγουδιών έγινε με κριτήριο το μουσικό σκέλος ή έστω το πόσο κατάλληλα ήταν να μετεγγραφούν για κιθάρα ή με βάση το πόσο ταίριαζαν στη φωνή της Lotte Betts-Dean;

Ξεκινήσαμε φτιάχνοντας μια τεράστια playlist με κομμάτια που αγαπούσαμε από διαφορετικές περιόδους της ζωής μας. Δεν μας ενδιέφερε αν προέρχονται από τον χώρο της κλασικής, jazz ή ποπ μουσικής αλλά μόνο το συναίσθημα που αντλούσαμε από κάθε κομμάτι. Έπειτα κοιτάξαμε ποια από αυτά ταιριάζουν στη φωνή της Lotte και μπορούν να μεταφερθούν στην κιθάρα δημιουργώντας ένα ενιαίο και ονειρικό τοπίο. Ήταν μια διαδικασία ειλικρινής, χωρίς φόβο για το τι «πρέπει» να μπει σε έναν ανάλογο δίσκο.

Στο μεγαλύτερο ποσοστό του το album περιλαμβάνει συνθέσεις του Μανουέλ Ντε Φάλια, κάτι που θα έλεγα ότι είναι μάλλον αναμενόμενο για έναν κλασικό κιθαρίστα και των Ραβέλ κα Ντεμπισί. Τι σε ελκύει τόσο πολύ στους δύο Γάλλους ιμπρεσιονιστές συνθέτες και σε προκαλεί να τους μετεγγράψεις για κιθάρα;

Το άλμπουμ περιλαμβάνει τρία σύντομης διάρκειας κομμάτια του Manuel De Falla. Είναι «στολιδάκια», γεμάτα λεπτομέρειες και χρώματα. Ο Ravel και ο Debussy δεν έχουν σχέση με την κιθάρα, δεν έχουν γράψει τίποτα πρωτότυπα για το όργανο και τα τραγούδια τους έχουν ταυτιστεί προφανώς με την πιανιστική συνοδεία. Ετσι το ότι ανακαλύψαμε τις δύο εξαιρετικές μεταγραφές του Tillman Hopschtock τραγουδιών του Debussy ήταν μια ευκαιρία να ηχογραφήσουμε αυτό το υπέροχο υλικό. Τέλος θέλαμε πολύ να υπάρχει και κάτι ελληνικό στον δίσκο. Καταλήξαμε στα δύο εκ των πέντε ελληνικών τραγουδιών του Ravel, βασισμένων σε ελληνικές παραδοσιακές μελωδίες, τα οποίο μετέγγραψε ο ίδιος από το πιάνο για κιθάρα.

Πώς και γιατί επιλέξατε καθένα από τα λίγα σύγχρονα τραγούδια δίπλα στην πλειονότητα των παλaιότερων και λίγο – πολύ κλασικών;

Δεν μπορούμε πραγματικά να «τσουβαλιάσουμε» τα παλaiότερα κομμάτια ως κλασικά από τη στιγμή που προέρχονται από εντελώς διαφορετικές εποχές, τόπους και συναισθηματικούς κόσμους, κυρίως όμως επειδή πολλά από αυτά δεν έχουν ξαναπαρουσιαστεί ποτέ με κιθαριστική συνοδεία. Για παράδειγμα, είναι το ίδιο «κλασικός» ο Britten με τον Debussy ή τον Falla; Και, ακόμα και αν δεχτούμε πως είναι, πόσο συχνά συνυπάρχουν στον ίδιο δίσκο; Πόσο συχνά μπορείς να συναντήσεις τον Baden Powell και την Caroline Polachek στο ίδιο ηχητικό σύμπαν; Ο στόχος μας δεν ήταν να βάλουμε ταμπέλες ή να δημιουργήσουμε ένα δίσκο με κλασικά ή μη-κλασικά κριτήρια. Ηταν το να φτιάξουμε μια ενιαία αφήγηση  που να περιλαμβάνει όλα τα προαναφερθέντα συναισθήματα, μνήμη, νοσταλγία, έρωτα, απώλεια, όνειρο με όχημα μουσικές με βάθος, όμορφες μελωδίες και ποίηση. Θέλαμε να παρουσιάσουμε αυτόν τον κόσμο με έναν τρόπο ειλικρινή, ευθύ και αυθόρμητο.

Το «Sodade» το επιλέξατε γιατί σας αρέσει συνολικά ως τραγούδι ή λόγω της εμβληματικής ερμηνείας της αείμνηστης Cesaria Evora;

Το πρώτο τραγούδι που μας ένωσε ήταν το «Sodade» που το γνωρίσαμε από τη θρυλική ερμηνεία της Cesária Évora όταν ήμασταν παιδιά. Μας συγκίνησε βαθιά το ότι, παρότι προερχόμαστε από εντελώς διαφορετικούς κόσμους, το είχαμε ακούσει και οι δύο από τους γονείς μας. Αυτή η κοινή μνήμη το έκανε αμέσως να αποκτήσει έναν ιδιαίτερο, σχεδόν συγκινητικό ρόλο στη διαδικασία. Ήταν ξεκάθαρο ότι θα αποτελούσε κομβικό σημείο του δίσκου και τελικά έγινε το καταληκτικό κομμάτι.

Πόσο σε ενδιαφέρει η σύνθεση και θα δούμε περισσότερα από αυτή την πλευρά σου στο μέλλον; Προτιμάς να γράφεις οργανικές συνθέσεις ή τραγούδια;

Η σχέση μου με τη σύνθεση ξεκινά στο σχολείο, σε συγκροτήματα με φίλους. Αργότερα, στο πανεπιστήμιο, άρχισα να γράφω πιο συνειδητά, συνέθεσα μουσική για το ερασιτεχνικό θέατρο στον τόπο καταγωγής μου και επένδυσα με τη μουσική μου σε έξι παραστάσεις. Ήταν ένα πολύ μεγάλο μάθημα για εμένα το να συνδέω με μουσική τον λόγο, την κίνηση και την ατμόσφαιρα μιας ιστορίας. Στο «Antithesis» υπήρχαν τρία δικά μου κομμάτια, κάτι που μου «άνοιξε την όρεξη» να επιστρέψω στη σύνθεση. Θα ήθελα πολύ να γράψω ξανά μουσική για το θέατρο. Σύντομα μαζί με μιαν εκπληκτική ερμηνεύτρια, τη σοπράνο Αφροδίτη Πατουλίδου, θα αρχίσουμε να παρουσιάζουμε δική μας μουσική μαζί με άλλα έργα στις συναυλίες μας.

Ζεις μόνιμα, εργάζεσαι και επίσης διδάσκεις στην Αγγλία. Θέλεις όμως ένα μέρος έστω της μουσικής διαδρομής σου να πραγματοποιείται και στην Ελλάδα;

Απόλυτα. Η Ελλάδα είναι η χώρα μου και πάντα επιστρέφω εδώ. Θέλω να επικοινωνώ ό,τι  κάνω στους ανθρώπους που αγαπώ, την οικογένεια μου, τους φίλους, τους δασκάλους μου και να δημιουργώ ένα κοινό το οποίο ελπίζω να παρακολουθεί τη διαδρομή μου ολοένα και περισσότερο. Δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ μια καριέρα που να μη συνδέεται με τον τόπο μου.

Με την ευκαιρία, τι σημαίνει η αμιγώς ελληνική μουσική για εσένα;

Νομίζω καταρχάς ότι η ελληνική μουσική παράδοση αλλά και συνθέτες όπως ο Γιάννης Χρίστου αλλά και οι Τσιτσάνης, Βαμβακάρης, Θεοδωράκης , Χατζιδάκις, Μαρκόπουλος, Ξαρχάκος, Σαββοπουλος, Μάλαμας, Βασίλης Παπακωσταντίνου, Αλκίνοος  Ιωαννίδης, η λίστα είναι τόσο μεγάλη είναι για εμένα ένας σταθερός άξονας. Είναι μουσικές που άκουγε η οικογένεια μου, διαμόρφωσαν τη σκέψη αλλά και την αισθητική μου.

Πες μου για την επικείμενη ζωντανή παρουσίαση του δίσκου και  για το αν θα ακολουθήσουν και άλλες στη χώρα μας.

Ανυπομονούμε για την παρουσίαση του δίσκου στην Αθήνα! Η συναυλία έρχεται ως φυσική συνέχεια των καλοκαιρινών εμφανίσεων μας στο φεστιβάλ τραγουδιού της Οξφόρδης, στο φεστιβάλ μουσικής του Νόρφολκ, στο Φεστιβάλ Παξών και στην Πάτρα. Περιμένουμε όποιον και όποια θέλει το Σάββατο 13 Δεκεμβρίου στην αγγλικανική εκκλησία του Αγίου Παύλου. Είναι ένας χώρος όπου δεν έχω ξαναπαίξει και ανυπομονώ, γνωρίζω ότι έχει μοναδική ακουστική και φαίνεται ιδανικός για την ατμόσφαιρα του δίσκου. Μετά την Αθήνα θα παίξουμε στην Κόρινθο και θα ακολουθήσουν συναυλίες στη Βρετανία.

Υπάρχει κάποιο πλάνο ή ιδέα για το επόμενο album και ποια είναι γενικότερα τα  προσεχή σχέδια σου;

Τα άμεσα σχέδια περιλαμβάνουν συναυλίες και ηχογραφήσεις. Τον Φεβρουάριο ετοιμάζω μια μεγάλη συναυλία στο Ελληνικό Κέντρο του Λονδίνου για το Athena Scholarship. Θα δημιουργήσουμε ένα μουσικό σύνολο με σπουδαστές αλλά και απόφοιτους της υποτροφίας. Είναι η τρίτη χρονιά που οργανώνω αυτές τις συναυλίες και χαίρομαι πολύ για το ότι έχουν γίνει θεσμός. Ή υποτροφία αυτή η οποία δίδεται από την κυρία Anna Weeks και την οικογένεια της έχει στηρίξει πολλούς αξιόλογους Ελληνες μουσικούς στο Λονδίνο.

Επίσης τον Απρίλιο σχεδιάζω να ηχογραφήσω μαζί με τον Giancarlo Palena έναν δίσκο αφιερωμένο στη μουσική για τον κινηματογράφο με μετεγγραφές για κιθάρα και μπαντονεόν. Παράλληλα προετοιμάζω το νέο κονσέρτο του Leo Brouwer,το οποίο έχω την τεράστια τιμή να μου το έχει αφιερώσει. Η παγκόσμια πρεμιέρα θα πραγματοποιηθεί σε σύμπραξη με την ΚΟΑ  στις 5 Ιουνίου 2026 στο Μέγαρο Μουσικής και θα ηχογραφηθεί για ένα δισκογραφικό αφιέρωμα στο έργο του σπουδαίου Leo Bower ο οποίος έχει επηρεάσει πάτα πολύ τη σύγχρονη γραφή για κιθάρα.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0