Γνωρίσαμε την Πολυξένη Καράκογλου ως μια πολύ καλή ερμηνεύτρια με το πρώτο album της, το «Πολύχρωμες Ζακέτες» του 2019, αλλά ήδη με το δεύτερο, το «Σημεία Στίξης» που ακολούθησε δύο χρόνια μετά, μας αποκαλύφθηκε και ως δημιουργός των τραγουδιών της. Η τρίτη εργασία της, «Υπόσχεση», που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό χαρακτηρίζεται από γραφή βαθιά γυναικείας ψυχοσύνθεσης και πρωτότυπης αισθητικής αλλά με ουμανιστικό ή, καλύτερα, πανανθρώπινο περιεχόμενο.

Σε εποχή κατάρρευσης της δισκογραφίας είναι πολύ ενδιαφέρον ότι το album κυκλοφορεί με τη χορηγία του οργανισμού Ερατώ. Ποια ήταν η εμπειρία σου από αυτόν τον νέο θεσμό και ποια είναι γενικότερα η γνώμη σου για αυτόν;
Η ενίσχυση αυτή είναι πραγματικά ένα φως για εμάς τους νέους και τις νέες μουσικούς. Μια πρωτοβουλία με ουσιαστικά στοιχεία διαγωνισμού, αδιάβλητη και με ίσους όρους για όσους και όσες συμμετέχουν. Προσωπικά μου έδωσε την ευκαιρία σε μια φάση που λόγω μητρότητας ήταν πολύ δύσκολο να ηχογραφήσω και να κυκλοφορήσω ένα album να το κάνω πράξη με τους καλύτερους όρους. Νιώθω πολύ τυχερή για αυτό!
Η περίπτωσή σου είναι διαφορετική από περισσότερων άλλων, αφού ξεκίνησες ως μια εξαίρετη νέα ερμηνεύτρια και πολύ σύντομα εξελίχθηκες σε μια τραγουδοποιό που ερμηνεύει η ίδια τα τραγούδια της. Ήταν αυτό που είχες εξαρχής στο μυαλό σου ή προέκυψε μέσα από τα ίδια τα γεγονότα;
Η αλήθεια είναι ότι γράφω μουσική από δώδεκα ετών και δεν σταμάτησα ποτέ. Όταν όμως διακρίθηκα στη Μικρή Άρκτο ως ερμηνεύτρια, μπήκε ένα εμπόδιο στη συνθετική πλευρά μου και άργησα να τη διεκδικήσω και να επικοινωνήσω ξανά. Η σύνθεση είναι μια έμφυτη ανάγκη μου.
Διαφοροποιείσαι επίσης σε σχέση με άλλους/ες τραγουδοποιούς και στο ότι, ενώ γράφεις στίχους για πολλά τραγούδια σου, συνεχίζεις και τη συνεργασία σου με την Αθηνά Σπανού. Ποια είναι η αιτία αλλά και η ισορροπία αυτής της σταθερής συνεργασίας;
Από την πρώτη ημέρα που τη γνώρισα η Αθηνά μού «μίλησε» σε πολλά επίπεδα. Η πένα της ταιριάζει στη σκέψη, στην αισθητική και στον τρόπο που δημιουργώ. Μέσα από τη δημιουργική μας σχέση έχουμε αναπτύξει έναν υπέροχο κώδικα επικοινωνίας. Τη θεωρώ οικογένειά μου πια.
Συνήθως ξεκινάς από τους στίχους ενός τραγουδιού, τη μουσική του ή και τα δύο ανάλογα με την περίσταση;
Συνήθως προηγούνται οι στίχοι και η μουσική «κουμπώνει» πάνω τους. Αν όμως οι στίχοι είναι δικοί μου, γράφονται ταυτόχρονα με τη μουσική.
Ποια είναι η υπόσχεση του τίτλου του δίσκου, που, αν δεν κάνω λάθος, δεν αναφέρεται καν σε κανένα από τα τραγούδια;
Καλή παρατήρηση! Η υπόσχεση είναι πρώτα σε εμένα και σε αυτούς και αυτές που νοιάζομαι. Υποσχέθηκα λοιπόν ότι οι αξίες για τις οποίες παλεύω και ονειρεύομαι σε αυτόν τον κόσμο θα με οδηγούν στο να προχωρώ και να δημιουργώ. Ελπίζω να φτάσει και στους ανθρώπους που θα ακούσουν και θα αγοράσουν τον δίσκο.
Ποιο ήταν το κίνητρο και πώς προέκυψε η συνεργασία με το συγκρότημα Κοινοί Θνητοί, που, πέρα από το στιχουργικό περιεχόμενο της, το μουσικό ύφος της είναι μεν πολύ συνηθισμένο στο εξωτερικό αλλά εντελώς ξένο για εσένα και συνολικά την εγχώρια λόγια σκηνή στην οποία εντάσσεσαι;
Μα αυτό ακριβώς το ύφος ήθελα να έχει το συγκεκριμένο album και πιστεύω ότι ταιριάζει με τον στίχο περισσότερο ίσως από οποιοδήποτε άλλο τραγούδι. Οι Κοινοί Θνητοί είναι ένα συγκρότημα που πάντα εκτιμούσα γιατί είναι σταθεροί στον στόχο τους και αλύγιστοι. Είναι μεγάλη χαρά μου το ότι κάναμε μαζί αυτό το τραγούδι!
Πιστεύεις, αλήθεια, ότι ακόμα και στην εποχή μας μια γυναίκα τραγουδοποιός αντιμετωπίζει περισσότερες δυσκολίες, έστω και με τη μορφή επιφυλάξεων, από έναν άντρα ομότεχνό της;
Ναι, το πιστεύω. Είναι εύκολο να λέμε ότι υπάρχει ισότητα, αλλά στην ουσία δεν είναι έτσι. Μια γυναίκα στον χώρο έχει να περάσει πολλές δυσκολίες και ως προς το περιεχόμενο της δημιουργίας ή την πολιτική άποψη που μπορεί να έχει αλλά και σε ζητήματα όπως η μητρότητα που δεν προφυλάσσονται διαχρονικά από την Πολιτεία και επιπλέον είναι λόγος απώλειας εργασιακών δραστηριοτήτων.
Τι σε έκανε να βάλεις τον Αλέξανδρο να τραγουδήσει στο «Μονάκριβό μου», πέρα βέβαια από την αθωότητα και τη φρεσκάδα τις οποίες προσδίδει μια παιδική φωνή σε ένα τραγούδι;
Είναι το νανούρισμά του. Του τραγουδάω αυτό το ρεφρέν από όταν ήταν πολύ μικρός και με τον σύντροφό μου το βρήκαμε υπέροχο να αποτυπώσουμε αυτή τη στιγμή.
Ποια θεωρείς τα κυριότερα χαρίσματα του Μάριου Ιβάν Παπούλια και του Αλέξανδρου Κούρου που σε έκαναν να τους εμπιστευθείς σχεδόν εξ ημισείας τις ενορχηστρώσεις του δίσκου;
Είναι σταθεροί συνεργάτες μου. Μαζί είχαμε κάνει και τον προηγούμενο δίσκο μου, το «Σημεία Στίξης», και είμαι απόλυτα σίγουρη ότι γνωρίζουν το ύφος μου. Οι ενορχηστρώσεις προέκυψαν ύστερα από πολλή συζήτηση μεταξύ μας για κάθε τραγούδι και μετά μοιράστηκαν ανάλογα με τις ιδέες καθενός.
Για εμένα το παίξιμό σου στο πιάνο προσθέτει πολλά ίσως όχι στις ενορχηστρώσεις αλλά στην ατμόσφαιρα των τραγουδιών που το κάνεις. Γιατί λοιπόν δεν παίζεις σε περισσότερα στις ηχογραφήσεις των δίσκων σου;
Η τελική μορφή της ενορχήστρωσης ενός τραγουδιού είναι σαν μια ταινία. Διαθέτεις όλα τα μέσα για να προβάλεις το θέμα σου. Αντίστοιχα, η ζωντανή εμφάνιση είναι μια θεατρική παράσταση, λιγότερα μέσα αλλά πολύ πιο έντονη σύνδεση. Με αυτό λοιπόν στο μυαλό μου έκρινα ότι το πιάνο -αν και είναι το όργανό μου και γράφω τα τραγούδια μου σε αυτό- δεν χρειαζόταν παντού. Αντίθετα, στις συναυλίες μου η παρουσία του είναι διαρκής.
Και τα σχέδιά σου για τη ζωντανή παρουσίαση του δίσκου και στη συνέχεια για τη χειμερινή σεζόν;
Πριν από όλα, τη Δευτέρα 1η Δεκεμβρίου στο Caja De Musica θα παρουσιάσω για πρώτη φορά το «Υπόσχεση» μαζί με όλους τους μουσικούς που συμμετέχουν και προσκεκλημένους τους Κοινούς Θνητούς, Στάθη Δρογώση, Αναστασία Μουτσάτσου και Μανώλη Φάμελλο. Θα ακολουθήσουν συναυλίες σε πολλά μέρη της Ελλάδας που θα ανακοινωθούν σύντομα.
Η Πολυξένη Καράκογλου σίγουρα θα τηρήσει την «Υπόσχεσή» της και δεν έχω παρά να της ευχηθώ να το κάνει όπως ακριβώς το θέλει.