Ο Θεσσαλονικεύς Αλέξανδρος Τζοβάνι έκανε λαμπρές σπουδές λυρικού τραγουδιού στην Ευρώπη αλλά έχει σπουδάσει και ελληνικά παραδοσιακά κρουστά. Το πρώτο album του, «33», ακολούθησε λίγο καιρό πριν το «8 παράθυρα στον κόσμο», στο οποίο για άλλη μια φορά έχει γράψει ο ίδιος τους στίχους και τη μουσική των τραγουδιών, με εξαίρεση ένα που υπογράφει ο τακτικός συνεργάτης του Σταύρος Σταυρίδης. Συνομίλησα μαζί του για τα πολύ ιδιαίτερα τραγούδια του που ισορροπούν με τολμηρό και ευφυή τρόπο ανάμεσα στην ευρωπαϊκή κλασική παιδεία του και τις ελληνικές καταβολές του.
Από το επώνυμό σου να υποθέσω ότι δεν είσαι μόνο ελληνικής καταγωγής; Έπαιξε αυτό έναν ρόλο στην ενασχόλησή σου με τη μουσική;
Το επώνυμό μου έχει ιταλικές ρίζες, αλλά πέντε-έξι γενιές πίσω. Νιώθω ότι η ενασχόληση με την Τέχνη είναι μια πηγαία τάση κάποιων ανθρώπων και είναι σαν μην έχουν άλλη επιλογή, κάτι σαν κάλεσμα. Γι’ αυτό και επιμένουμε και αντέχουμε οι καλλιτέχνες να δημιουργούμε σε ένα κοινωνικό περιβάλλον που δεν είναι και τόσο φιλικό απέναντί μας.
Πώς ξεκίνησες και ποια ήταν η διαδρομή σου στη μουσική μέχρι την κυκλοφορία του δίσκου;
Ξεκίνησα από τη Θεσσαλονίκη και σπούδασα τραγούδι στη Βιέννη με ενδιάμεση στάση στη Γερμανία. Από τότε έχω πραγματοποιήσει πολλές συναυλίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, παράλληλα άρχισα να γράφω δικά μου τραγούδια και αυτό είναι το δεύτερο album μου.
Υπάρχουν πολλοί αξιόλογοι νέοι ερμηνευτές και ερμηνεύτριες, αλλά το να γράφεις τα τραγούδια σου είναι ένα εντελώς άλλο επίπεδο και λίγοι/ες προχωρούν σε αυτό. Πώς προέκυψε αυτή η δημιουργική ανάγκη σου;
Από παιδί είχα την τάση να δημιουργώ, να γράφω ποιηματάκια, να τραγουδώ. Η δημιουργία χρειάζεται ερεθίσματα και κάπως εκθέτω τον εαυτό μου συνεχώς σε καινούργια κοινωνικά και συναισθηματικά μονοπάτια. Και αυτή η διαδικασία με οδηγεί σε σκέψεις που «μεταβολίζονται» σε τραγούδια. Το δύσκολο για εμένα δεν είναι να τα γράφω, αλλά η στιγμή που τα παραδίδω στον κόσμο.
Τα τραγούδια σου μου δίνουν την αίσθηση κάποιου που κυρίως έχει επιρροές και αγαπά τη διεθνή μουσική αλλά προσπαθεί να προσθέσει και ελληνικά στοιχεία. Είναι όντως έτσι ή είναι μια υποσυνείδητη και αυθόρμητη διαδικασία για εσένα;
Σίγουρα είναι ένα κράμα των διεθνών επιρροών μου αλλά και της μεγάλης αγάπης που έχω για την ελληνική μουσική. Δεν προσπαθώ, προκύπτει αυθόρμητα. Άλλωστε, δεν ακολουθεί τα σημερινά trends η μουσική μου. Δημιουργώ με ειλικρίνεια, τηρώντας μια υπόσχεση που έχω δώσει στον εαυτό μου.
Όπως κι αν έχει, ποιες θα έλεγες συνοπτικά ότι είναι οι επιρροές που σε διαμόρφωσαν, τόσο από την Ελλάδα όσο και από τον διεθνή χώρο;
Μεγάλωσα με Χατζιδάκι, Θεοδωράκη και την ποπ μουσική της εποχής. Σπούδασα κλασικό τραγούδι αλλά ερμήνευσα από jazz και ιταλικό ρεπερτόριο, μέχρι παλιό λαϊκό. Λατρεύω επίσης τον Θάνο Μικρούτσικο, τον Σταμάτη Κραουνάκη και τον Γιάννη Σπανό. Από όλα αυτά έχω στοιχεία, δεν είμαι ποπ, δεν είμαι λόγιος ούτε κλασικός και δεν νιώθω την ανάγκη να είμαι οτιδήποτε.
Αντιλαμβάνομαι ότι ανέθεσες σε δύο μόνο μουσικούς όχι απλά το μεγαλύτερο μέρος του εκτελεστικού σκέλους αλλά και την ενορχήστρωση και την παραγωγή. Κατά πόσον οφείλεται σε εκείνους το τελικό αποτέλεσμα;
Δουλεύω πάντα με έναν στενό κύκλο συνεργατών γιατί νιώθω ότι έτσι επιτυγχάνεται το καλύτερο αποτέλεσμα. Επενδύω στους ανθρώπους. Ο Κώστας Νικολόπουλος και ο Χρήστος Παραπαγκίδης με «διάβασαν» και κατάφεραν να αποτυπώσουν ηχητικά τη δημιουργία μου. Ο ήχος σε πολύ μεγάλο ποσοστό οφείλεται σε εκείνους και τους είμαι ευγνώμων.
Ο τίτλος του δίσκου σημαίνει ότι βασικό κίνητρό σου για να γράφεις τραγούδια είναι το να επικοινωνείς με άλλους ανθρώπους ή είναι ο τρόπος σου για να βλέπεις τον κόσμο γύρω σου;
Είναι σίγουρα η επικοινωνία με τους άλλους, με την έννοια ότι υπάρχει η ανάγκη να επικοινωνήσω ένα μήνυμα, μια ιδέα, ένα συναίσθημα. Μόνο τότε ολοκληρώνεται η ουσία της τέχνης, όταν μοιράζεται.
Οι ερωτικές ιστορίες των στίχων σου είναι βιωματικές ή τις επινοείς;
Είναι αποκλειστικά βιωματικές. Είμαι επαγγελματίας ερμηνευτής, αλλά δεν νιώθω έτσι σαν δημιουργός. Είναι πολύ πιο ακατέργαστο, απλό και άμεσο το υλικό που γράφω. Οι τελευταίες στιγμές ενός χωρισμού, η τρέλα του έρωτα στο απόγειό του, μια κοινωνική αδικία, ένας προβληματισμός. Όλα έχουν ως αφετηρία αληθινά γεγονότα.
Αντίστοιχα, ποια ήταν η έμπνευση για το διαφορετικό από όλα τα υπόλοιπα τελευταίο τραγούδι και τι θέλεις να πεις με αυτό;
Και στον πρώτο δίσκο μου υπάρχουν τραγούδια με περιεχόμενο κοινωνικό, στον δεύτερο είναι δύο, «Η καμπάνα» και «Το δέον». Η έμπνευση είναι η δραματική κατάσταση της κοινωνίας. Μας έμαθαν να αδιαφορούμε και να «βγάζουμε την ουρά μας έξω». «Η Καμπάνα» είναι ένα κάλεσμα για να πετάξουμε το εγώ μας και να ρίξουμε μια ματιά στις ανάγκες των άλλων.
Θεωρείς ότι υπάρχει συγκεκριμένο κοινό για τα τραγούδια σου;
Ναι, απευθύνομαι σε όσους και όσες διατηρούν την ευαισθησία και τον ρομαντισμό τους και παράλληλα έχουν έναν κοινωνικό και ανθρωπιστικό προβληματισμό. Εξερευνώ αυτόν τον κόσμο κόντρα στην εποχή μας.
Είσαι από εκείνους που αισθάνονται καλύτερα και πληρέστερα στη σκηνή από όσο στο στούντιο;
Οπωσδήποτε, αναπνέω και λειτουργώ καλύτερα στη σκηνή. Όπως προανέφερα, το μοίρασμα της Τέχνης φέρνει την ολοκλήρωση του σκοπού της.
Και τα προσεχή σχέδιά σου, τα άμεσα και ίσως και τα λίγο πιο μακροπρόθεσμα;
Στις 25 Νοεμβρίου στη μουσική σκηνή «Ράδιο» στον Κεραμεικό θα παρουσιάσω τα τραγούδια μου αλλά και ένα πρόγραμμα γεμάτο ευαισθησία, θεατρικότητα και δυναμισμό. Θα συνεχίσω όμως να πραγματοποιώ εμφανίσεις σε όλη τη διάρκεια της σεζόν.
Θα συνεχίσουμε και εμείς να παρακολουθούμε με ενδιαφέρον τη διαδρομή που ο Αλέξανδρος Τζοβάνι επιμένει να χαράσσει κόντρα στις ευκολίες και στα οποιαδήποτε αναμενόμενα.