Live τώρα    
Κινηματογράφος / Οι ταινίες της εβδομάδας
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Κινηματογράφος / Οι ταινίες της εβδομάδας

Μετά το κυνήγι (After the hunt) **

Σκηνοθεσία: Λούκα Γκουαντανίνο

Πρωταγωνιστούν: Τζούλια Ρόμπερτς, Άντριου Γκάρφιλντ

Μια καθηγήτρια πανεπιστημίου διχάζεται ηθικά και συναισθηματικά όταν μια φοιτήτρια καταγγέλλει έναν από τους συναδέλφους της για σεξουαλική παρενόχληση. Η ιστορία θα φέρει ένα δικό της μυστικό στην επιφάνεια.

Με τη νέα ταινία του ο Λούκα Γκουαντανίνο συνεχίζει την ακίνδυνη και μάλλον επιφανειακή εξερεύνησή του στον κόσμο των προνομιούχων διανοουμένων, περιδιαβαίνοντας σε όμορφες κουζίνες, καλαίσθητα σαλόνια και στους διαδρόμους του Πανεπιστημίου Γέιλ. Μια καταγγελία παρενόχλησης από μια φοιτήτρια, τη Μάγκι, θα φέρει την Άλμα -καθηγήτρια που υποδύεται με αυτοπεποίθηση η Τζούλια Ρόμπερτς- σε αδιέξοδο, καθώς καλείται να πάρει θέση ρισκάροντας την ακαδημαϊκή καριέρα της. Ο Γκουαντανίνο στέκει σαν εξωτερικός παρατηρητής χωρίς να ξέρει τι παρακινεί αυτούς τους χαρακτήρες. Η Μάγκι, μια μαύρη γυναίκα που συνεχώς χλευάζεται ως μέτρια φοιτήτρια και τα έχει όλα χάρη στα χρήματα της οικογένειάς της, έχει εμμονή με την Άλμα. Έτσι όταν καταγγέλλει τον καθηγητή, το κοινό την αντιμετωπίζει καχύποπτα. Εκεί που το σενάριο φιλοδοξεί να σπείρει την αμφιβολία για το αν ο καθηγητής ξεπέρασε τα όρια, ο σκηνοθέτης θολώνει τα όρια του θεατή με την αλήθεια των ηρώων, για να μην βρει τον μπελά του παίρνοντας οποιαδήποτε θέση ή νομιμοποιώντας το αίσθημα της αμφιβολίας.

Εκεί που οι ήρωες υποτίθεται ότι πρέπει να έρθουν αντιμέτωποι με τις επιλογές τους, ο σκηνοθέτης εναποθέτει την ευθύνη στον Μάικλ Στούλμπαργκ, τον οποίο ο Γκουαντανίνο βλέπει σε όλες τις ταινίες του ως τον στωικό, μεγαλοαστό ρήτορα που χαρίζει μαθήματα ζωής (και ομάδα που κερδίζει δεν αλλάζει). Ο Γκουαντανίνο έχει μπερδέψει επικίνδυνα την κουλτούρα ακύρωσης (cancel culture) με το MeToo (κάτι που μαρτυρά το άστοχο σχόλιο για τον Morrisey) και έχει μπερδέψει τη διεκδίκηση με την εκδίκηση. Το χειρότερο, όμως, είναι η εκμετάλλευση των μύχιων επιθυμιών των ηρώων για να προκαλέσει αντιδράσεις, ως πικρόχολο κουτσομπολιό και όχι ως ψυχολογική διερεύνηση. Και όταν πέφτει σε αδιέξοδο (συμβαίνει συχνά), κάνει τον χαρακτήρα της Τζούλια Ρόμπερτς να υποφέρει από πόνους ώστε να βάλει τελεία στη δράση.

Το «Μετά το κυνήγι» είναι ένα υπερφίαλο δράμα που νομίζει ότι είναι προκλητικό, αλλά η αμφισημία των ιδεών του είναι φοβική, ξεπερασμένη και αποκομμένη από την πραγματικότητα. Η σκηνοθεσία παίζει με τις εύκολες εντυπώσεις (κοντινά πλάνα χεριών που σταυρώνονται) και, παρά τα προβλήματα της ανισοβαρούς αφήγησης, ο σκηνοθέτης ρίχνει στην εξίσωση τα πιο ακανθώδη θέματα, όπως τα ένοχα προνόμια της ελίτ, ο αντίκτυπος των έμφυλων διεκδικήσεων, οι ταυτότητες φύλου. Μέχρι και τον Γούντι Άλεν ρίχνει στο μείγμα ο Γκουαντανίνο, αντιγράφοντας απόλυτα τους εμβληματικούς τίτλους αρχής που διέπουν τη φιλμογραφία του Νεοϋορκέζου σκηνοθέτη. Όταν η Άλμα παραπονιέται στον κοσμήτορα του τμήματος Ανθρωπιστικών Επιστημών ότι της σερβίρει φτηνό ουίσκι, αυτός της απαντάει ότι ασχολείται «με την εικόνα και όχι την ουσία». Δυστυχώς, το ίδιο ισχύει και για την ταινία.

 

 

Ένα απλό ατύχημα (It was just an accident) ***1/2

Σκηνοθεσία: Τζαφάρ Παναχί

Πρωταγωνιστούν: Βαχίντ Μομπασέρι, Μαριάμ Ασφάρι, Ματζίντ Παναχί

Yστερα από ένα αυτοκινητικό ατύχημα ένας μηχανικός συνειδητοποιεί ότι ο άνθρωπος που έχει δίπλα του είναι ο σκληρός ανακριτής του την εποχή που ήταν πολιτικός κρατούμενος.

O Τζαφάρ Παναχί δεν εγκατέλειψε την πατρίδα του και αυτή τη γενναία επιλογή την πλήρωσε με ποινή φυλάκισης. Αυτό τον πείσμωσε περισσότερο και, αντί να συμβιβαστεί με το βάρβαρο ιρανικό καθεστώς, συνέχισε να κάνει τις ταινίες που ήθελε, με αποτέλεσμα να βραβευτεί στις Κάννες με τον Χρυσό Φοίνικα. Την ιστορία της φετινής ταινίας του πυροδοτεί μια εφιαλτική σύμπτωση όπου μια τυχαία έκκληση για οδική βοήθεια θα φέρει έναν άνθρωπο αντιμέτωπο με τον βασανιστή του τον καιρό που ήταν πολιτικός κρατούμενος στις φυλακές. Υπάρχει, όμως, ένα περιθώριο αμφιβολίας που στέκει εμπόδιο στην έμφυτη ανάγκη του για εκδίκηση και οι εναπομείναντες συγκρατούμενοι θα κληθούν να επιβεβαιώσουν την ταυτότητα του ανθρώπου που ικετεύει να μείνει ελεύθερος.

Ο Παναχί αποφεύγει τον μελοδραματισμό και τα μεγάλα μηνύματα ανθρωπισμού που συνήθως αρέσουν στο δυτικό κοινό (γιατί γίνονται εύκολα κατανοητά) και τοποθετεί τον θεατή σε ρόλο ακροατή ρεαλιστικών διαλόγων και παρατηρητή καταστάσεων έντασης και αμφιβολίας χωρίς χειριστική ματιά. Μέσα από την ψύχραιμη παρατήρηση και τις διακριτικές ανάσες χιούμορ καταφέρνουμε να κατανοήσουμε την αλήθεια και την αγωνία αυτών των ανθρώπων, σε μια αφήγηση χωρίς ευδιάκριτο ιδεολογικό πανωφόρι, που δεν ρίχνει δοξαστικό φως στις μνήμες της αντίστασης, με πλάνα που κρατάνε μια σοφή απόσταση. Για παράδειγμα, η δυσκολία των γυναικών να μιλήσουν για την ανδρική σκληρότητα, ακόμη και στους πιο κοντινούς τους ανθρώπους, είναι εντυπωσιακή. Ο ίδιος ο αιχμάλωτος, αντί να είναι ευγνώμων στον απαγωγέα του που πήγε την έγκυο γυναίκα του στο νοσοκομείο για να είναι ασφαλής κατά τον τοκετό, αντιδρά οργισμένα γιατί «τόλμησε να την αγγίξει», αντί να το δει ως μια ανθρωπιστική πράξη.

Ολα αυτά τα θέματα είναι υφασμένα στη στρωτή αφήγηση, σε επεισόδια που αποκαλύπτουν τον βαθμό στον οποίο οι απλοί άνθρωποι γίνονται δέσμιοι της βίας, μέχρι που δεν βλέπουν πόσο μπορεί να βλάψει και τους ίδιους. Μέχρι το περίτεχνο φινάλε που αφήνει περιθώριο πολλαπλών αναγνώσεων, ο Παναχί κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα: Αποτυπώνει τη ζωή των πολιτών στο Ιράν όπως την ορίζουν οι τραυματικές εμπειρίες τους.

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0