Live τώρα    
Θέατρο / Ενα «πανοπτικό» της Ευρώπης του Μεσοπολέμου
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Θέατρο / Ενα «πανοπτικό» της Ευρώπης του Μεσοπολέμου

135441024a.jpg

«Η Σκύλα» είναι ένα μυθιστόρημα του Γάλλου Ζορζ ντε λα Φουρσαντιέρ γραμμένο το 1928, την ίδια χρονιά που πρωτοπαίχτηκε ο εμβληματικός «Βικτόρ» του συμπατριώτη του Ροζέ Βιτράκ, στην αρχή της μεγάλης, κυλιόμενης οικονομικής κρίσης του καπιταλισμού που διέλυσε την παγκόσμια τότε «τάξη» και σκόρπισε όλες τις ψευδαισθήσεις για ένα ειρηνικό μέλλον μαζί με τις οικονομίες των αιωνίως ανυποψίαστων μεσοαστών. Θρέφοντας τον φασισμό και τον ναζισμό.

Το μυθιστόρημα εκτυλίσσεται μέσα από τις μονολογικές αφηγήσεις των τριών βασικών ηρώων που αποτελούν το αιώνιο κλασικό τρίγωνο: Αυτός, Αυτή και ο Άλλος. Είναι ένα σκληρό, μέχρι ωμότητας, αναρχικό κοινωνικό noir μυθιστόρημα που μας μιλά χωρίς προσχήματα για την κατάρρευση κάθε ηθικής αξίας. Οι τρεις παράλληλες αφηγήσεις των ηρώων πλέκουν το νήμα της κεντρικής ιστορίας και συγκροτούν ένα μοναδικό «πανοπτικό» της διεφθαρμένης κοινωνίας του Μεσοπολέμου. Το μυθιστόρημα, επικεντρωμένο αρχικά γύρω από τον απελπισμένο έρωτα ενός κακοπαντρεμένου φτωχοδιάβολου που βρίσκει μόνη διέξοδο στην πρωτόλεια ζωγραφική του και στην πληρωμένη αγκαλιά μιας νεαρής πεταλουδίτσας, της Λούλου, απογειώνεται σε έναν ανελέητο σαρκασμό των πάντων. Όταν κάποιοι πίνακές του που της είχε δωρίσει με τη μεσολάβηση του «προστάτη» της καταλήγουν σε μια ακριβή γκαλερί με τη δική της υπογραφή και οι αδίστακτοι έμποροι τέχνης, εν γνώσει της απάτης, τους αναγορεύουν σε «ναΐφ» αριστουργήματα και τους μοσχοπουλούν, στο όνομα πάντοτε της Λούλου, την οποία κάνουν «φίρμα». Ενώ ο αφελής εραστής της δεν βρίσκει πουθενά το δίκιο του και χάνει τα πάντα.

Κινηματογραφικοί ήρωες

Αυτός είναι ο καμβάς της πλοκής του έργου «Η Σκύλλα», πάνω στον οποίο γυρίστηκαν με τεράστια επιτυχία δύο κινηματογραφικές ταινίες, η μία γαλλική, του Ζαν Ρενουάρ το 1931 («La Chienne»), και η άλλη αμερικανική, του Φριτζ Λανγκ το 1945 («Scarlet Street»), όπου, αναγκαστικά, σε αμφότερες τις ταινίες το αφηγηματικό στοιχείο του μυθιστορήματος υποχωρεί και τα πρόσωπα της αφήγησης γίνονται ζωντανοί κινηματογραφικοί, δρώντες ρόλοι.

Την ίδια τακτική ακολουθούν η διασκευή και η θεατρική μεταφορά της Κερασίας Σαμαρά. Το αφηγηματικό κομμάτι κάμπτεται και τα πρόσωπα της αφήγησης «αναλαμβάνουν δράση», από σκιές πάνω σε πανί γίνονται ζωντανοί ρόλοι τριών διαστάσεων ιδωμένοι μέσα από το «μάτι» μιας ιδεατής κινηματογραφικής κάμερας σε αυξομειούμενους ρυθμούς και τέμπο ανάλογα με την εστίαση. Η σκηνική μεταφορά της Κερασίας Σαμαρά μιμείται με επιτυχία, τηρουμένων πάντα των αναλογιών, το αφηρημένο ψευδορεαλιστικό νουάρ ύφος τής πρώτης μεταπολεμικής γαλλικής κινηματογραφικής σχολής - βλέπε, για παράδειγμα, την ταινία «Τα παιδιά του Παραδείσου» του Μαρσέλ Καρνέ, όπου εξισορροπούνται μοιρασμένα το υπαρξιακό, το ερωτικό, το κοινωνικό και το αστυνομικό στοιχείο.

Η σκηνοθεσία της Κερασίας Σαμαρά (κίνηση-χορογραφίες της Ρούλας Κουτρουμπέλη), στην καλή, ρέουσα μετάφραση της Ισμήνης Δούκα με στίχους της σκηνοθέτριας, ακολουθεί τον ίδιο δύσκολο δρόμο συνδυασμού του αφηγηματικού εικονοποιού λόγου και της θεατρικής «ομιλούσας» εικόνας. Το έργο γίνεται έτσι πολυπρόσωπο και πολύτροπο, μιλώντας σε όλα τα επίπεδα. Με τους ρόλους ανοιχτούς σε κάθε εκδοχή, του τραγικού και του γελοίου.

Η Κερασία Σαμαρά μοιράζεται με τον Δημήτρη Καραβιώτη τον ρόλο του αφηγητή, ενώ ταυτόχρονα οι δύο ενσαρκώνουν τους ρόλους των απατεώνων εμπόρων τέχνης ηθογραφώντας ζωηρά και χρωματίζοντας τον άπληστο χαρακτήρα τους. Εδώ έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, να υπήρχε μια διαφοροποίηση αν όχι στο ύφος, τουλάχιστον στο ύψος του εκφωνουμένου λόγου στην αφήγηση και στη δράση αντίστοιχα, κάτι το οποίο δεν έγινε και δημιουργούσε κάποια σύγχυση στο κοινό.

Ο Βασίλης Βλάχος είναι γλαφυρότατος στον κωμικό και ζοφερό συνάμα ρόλο του τέως ήρωα του πολέμου, που τώρα μετέρχεται όλα τα τεχνάσματα για να επιβιώσει. Ο Μανώλης Ιωνάς στον ρόλο του κακοπαντρεμένου… που λοξοκοιτάζει αλλού και η Χίλντα Ηλιοπούλου ως η… στριμμένη, πικρόχολη σύζυγός του δίνουν ένα απολαυστικό ζευγάρι αστικής κωμωδίας. Η Μιράντα Ζησιμοπούλου σκιαγραφεί καίρια την «πέτρα του σκανδάλου», άσωτη Λούλου και ο Χρήστος Κασιέρης δίνει αποτελεσματικά τον αδίστακτο «αγαπητικό» της.

Τα σκηνικά και τα κοστούμια της Εύας Μελά και της Ειρήνης Λουκίδη-Ανδρέου, τα εικαστικά της Εύας Μελά, οι φωτισμοί του Βαγγέλη Μούντριχα και η πρωτότυπη μουσική του Τάκη Μπαρμπέρη υπηρετούν την παράσταση.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0