Live τώρα    
Εκδόσεις / Γαντζωμένος σε ένα αερόστατο
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Εκδόσεις / Γαντζωμένος σε ένα αερόστατο

f

Ενα βιβλίο είναι η ζωή μας. Χωρίζεται σε επιμέρους βιβλία που περνάνε από διαφορετικά στάδια και εποχές μέσα από γεγονότα και καταστάσεις κοινωνικές, πολιτικές αλλά και βιωματικές. Το γράψιμο είναι η ανάσα μου, η τροφή μου και η ασπίδα προστασίας σε ό,τι μας βομβαρδίζει καθημερινά: στους πολέμους, στη φτώχεια, στον σφετερισμό των κοινών αγαθών, στον πολιτισμό της υπερκατανάλωσης και της βαρβαρότητας. Είναι μια μορφή ανυπακοής και αντίστασης, ψυχή τε και πνεύματι, σε κάθε μορφή εξουσίας.

Ο ήρωας του νέου βιβλίου μου, ο Φαέθοντας, ήταν ζωηρός και ζόρικος από μικρό παιδί. Τον έτρωγε ο δαίμονας. Έκανε τη δικιά του «έφοδο στον ουρανό», γαντζωμένος σε ένα αερόστατο, και από τότε του έμεινε το παραγκώμι «Ο Αερόστατος». Τον πρώτο χρόνο της χούντας πέρασε στο πανεπιστήμιο και εισήλθε σε έναν άλλο κόσμο, εκείνον του φόβου, των απαγορεύσεων και της τρομοκρατίας. Το ζοριλίκι του έγινε θάρρος, τόλμη και πίστη στην ελευθερία. Πίστεψε στην αλληλεγγύη και στη συλλογική δράση. Κατάλαβε πως όποια επανάσταση, αν δεν διαπνέεται από τον έρωτα, θα καταντήσει νεκρή εκσπερμάτιση. Ζώντας στο κέντρο της Αθήνας, έμαθε την ιστορία της, δέθηκε με τους ενεργούς πολίτες της, πάλεψε μαζί τους για να αποτραπεί η καταστροφή της γειτονιάς του, της χώρας ολόκληρης.

Αναζητώντας τον κρυφό τόπο

Ο Φαέθοντας δεν έπαψε ποτέ να ονειροβατεί αλλά και να ψάχνει τον κρυφό τόπο, εκείνον όπου η απιστία γίνεται πίστη στον έρωτα και στη ζωή, η ήττα γίνεται νίκη. Καθότι πιστεύει πως πάντα το παιχνίδι κερδίζει και ο έρωτας, ακόμα κι όταν χάνει, βγαίνει κερδισμένος. Ενδιαφέρεται να μάθει για τη ζωή της Μαρίας, η οποία έκανε σπίτι της το πεζοδρόμιο στη γωνία Σπυρίδωνος Τρικούπη και Δεληγιάννη στα Εξάρχεια και προστέθηκε στους 25.000 άστεγους της σημερινής Αθήνας… Ταυτόχρονα, ανασύρει από τη λήθη την τραγική μορφή της καπετάνισσας του 1821, της Δόμνας Βισβίζη, η οποία βγαίνει από τη μαρμάρινη προτομή της ως «πάμφτωχη των θαλασσών», για να συναντήσει κάτω από το άγαλμα της προστάτιδας Αθηνάς, στο Πεδίον του Άρεως, την άστεγη Μαρία των Εξαρχείων…

Εχοντας ως παρακαταθήκη την κραυγή του πατέρα μου «Το καίω, δεν το παραδίνω», μέσα από τη γραφή και αυτού του βιβλίου ψάχνω να φωτίσω τα σκοτάδια ακολουθώντας την προτροπή του Ναζίμ Χικμέτ: «Αν δεν καώ εγώ, αν δεν καείς εσύ, αν δεν καούμε εμείς, πώς θα γενούνε τα σκοτάδια λάμψη...». Τα ολοφάνερα σκοτάδια που απλώνονται γύρω μας, ενώ την ίδια στιγμή «υψώνονται ανεπαισθήτως τείχη», όπως μας προειδοποιούσε ο Καβάφης. Ένα ζοφερό τοπίο που σπρώχνει στην απόγνωση και στην παραίτηση, κάτι που βολεύει αφάνταστα την εξουσία. Ο Φαέθοντας, το alter ego του συγγραφέα, δεν κάνει πίσω, επιμένει: «Είναι προτιμότερο να αγωνίζεται κανείς, ακόμα και μάταια, παρά να ζει μάταια».

Η μυθιστορηματική ποίηση γίνεται ανορθολογική, κόρη λυγερή, χορεύει σε τεντωμένο σχοινί και φέρνει στα συγκαλά της τη λογική. Δεν ξέρω αν «Ο Αερόστατος» είναι μυθιστόρημα, μυθιστορία ή ιστορία. Τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι αληθινά γιατί η πραγματικότητα ξεπερνάει και την πιο ευφάνταστη φαντασία…

 

* Ο Δημήτρης Παπαχρήστος είναι συγγραφέας, αρθρογράφος και παραγωγός ραδιοφωνικών παραγωγών

 

st

 

Η «κυρία καρδιολόγος» *

 

Πίστευε, χωρίς να το πολυπιστεύει, πως είναι άτρωτος, ένα «γυαλιστερό κουμπί που δεν το πιάνει η σκουριά», έτσι συµπεριφερότανε, του το είχε γράψει ο αδελφοποιητός ποιητής, ο κρυφός κυνηγός, ο καρδιακός φίλος του Γιώργος, σε ένα γράμμα που του ’στειλε από το στρατό. Μέχρι που του ήρθε μια νύχτα χειμωνιάτικη η κατραπακιά, τον βάρεσε στην καρδιά και τη ράγισε, την ώρα που τραγουδούσε και χόρευε «της τριανταφυλλιάς τα φύλλα θα τα κάνω φορεσιά, δυο καρδιές να γίνουν ένα, ένα σώμα μια ψυχή». Με απλωμένα τα χέρια του να πετάξει, την ημέρα των Χριστουγέννων, που ισοφάριζε η μέρα µε τη νύχτα και βρέθηκε στην εντατική.

«… Γλίτωσες, σε θέλει η ζωή… ∆εν σε έσωσε από μόνη της η επιστήμη», του είπε η γιατρός όταν τελείωσε η επέμβαση και βγήκε από τη νάρκωση.

«… Δυο μπαλονάκια σου βάλαμε κι ένα στο μυοκάρδιο για να αλαφρύνουμε την κυκλοφορία του αίματος µε μια παράκαμψη, είχαν βουλώσει οι αρτηρίες για να πετάξεις». Μ’ ένα χαμόγελο γεμάτο ιστορία το είπε. «… Λίγο ακόμα να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα… λίγο ακόμα θα ιδούμε τα μάρμαρα να λάμπουν κι η θάλασσα να κυματίζει…» Του έσφιξε το χέρι τραγουδιστά. «Έλα τώρα, έλα» και τον φίλησε τρυφερά η Ελένη… Γνωρίζονταν από τα φοιτητικά τους χρόνια της δικτατορίας, είχαν συµβρεθεί άπαξ, πίστεψαν και διά παντός, στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, στην εξέγερση της νιότης τους. Και μετά από πενήντα τόσα χρόνια, η «κυρία καρδιολόγος» έκανε την καρδιά του να χτυπήσει ξανά, του έδωσε το φιλί της ζωής, γιατί δεν είχε σωθεί το λαδάκι στο καντήλι του.

Τώρα όμως, διασωληνωμένος, υποχρεώθηκε να σκεφτεί, να θυμηθεί, ενεργοποιώντας τη μνήμη του...

 

* Απόσπασμα από το βιβλίο του Δημήτρη Παπαχρήστου «Ο Αερόστατος», εκδόσεις Τόπος

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0