Live τώρα    
Μάνος Καρατζογιάννης / «O θυμός, κινητήρια δύναμη για την τέχνη μας»
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Μάνος Καρατζογιάννης / «O θυμός, κινητήρια δύναμη για την τέχνη μας»

ka
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Τον συναντά κανείς στη σκηνή του Θεάτρου Σταθμός να σκηνοθετεί ή να πρωταγωνιστεί. Πολύ συχνά μπορείς να τον δεις με μια σκούπα στο χέρι να σκουπίζει το πεζοδρόμιο του θεάτρου στην οδό Βίκτωρος Ουγκώ. Και γύρω του, πάντα νέοι άνθρωποι, καλλιτέχνες, θεατές, άνθρωποι της γειτονιάς στο Μεταξουργείο, όπου έχει στήσει μια αξιοζήλευτη θεατρική κυψέλη. «Μέσα από τη συναναστροφή με τους νέους επαναδιαπραγματεύεσαι πάντα τα ιδανικά σου» λέει ο Μάνος Καρατζογιάννης. Από τους πιο ταλαντούχους αλλά και από τους πιο γενναιόδωρους της γενιάς του, ο γνωστός σκηνοθέτης και ηθοποιός, ιδρυτής και ψυχή του Θεάτρου Σταθμός, πιστεύει βαθιά στη συλλογική συνθήκη του θεάτρου αλλά και στη συμπόνια μεταξύ των ανθρώπων. Εμπιστεύεται τα σπουδαία κείμενα, ειδικά το ελληνικό ρεπερτόριο, ψάχνει τη γνώση στα υπόγεια των βιβλιοπωλείων, επιλέγει έργα που μιλούν στην ψυχή και στην εποχή, έχει το ενδιαφέρον του διαρκώς επικεντρωμένο στη διάδραση του θεάτρου και τροφοδοτεί το αποθεματικό του με σκηνοθεσίες και ερμηνείες ειδικού βάρους.

Αυτό το καλοκαίρι συνομιλεί με τις εμβληματικές «Δάφνες και πικροδάφνες» των Δημήτρη Κεχαΐδη και Ελένης Χαβιαρά, που σκηνοθετεί για το ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας. Την ίδια ώρα, πρωταγωνιστεί στο Θεάτρο Σταθμός στο «Βικτόρ. Τα παιδιά στην εξουσία» του Ροζέ Βιτράκ, που σκηνοθετεί ο Κώστας Παπακωνσταντίνου. Και βρίσκει λίγο χρόνο να συνομιλήσουμε γι’ αυτές τις δύο παραστάσεις, τους δημιουργούς τους και το στίγμα τους στο θέατρο αλλά και για την ασφυξία της εποχής και του θεάτρου επίσης, για τη συμπόνια, την ανιδιοτέλεια, την αίσθηση δικαίου.

Γιατί επέλεξες το έργο «Δάφνες και πικροδάφνες» γι’ αυτό το καλοκαίρι;

«Εφόσον υπάρχει ο Δημήτρης, θα υπάρχουν κι άλλοι» συνήθιζε να λέει για τον Κεχαΐδη ο μεγάλος δάσκαλος του θεάτρου Κάρολος Κουν. «Ήταν από τους πρώτους βασικούς μου ερεθισμούς για να αφιερώσω τον χρόνο ώστε να δημιουργηθούν αρκετοί νέοι Έλληνες συγγραφείς. Είμαι ευτυχής για τον Δημήτρη, γιατί αποδείχτηκε μία από τις κορυφές μέσα στο ελληνικό θέατρο. Είναι από τους συγγραφείς που αισθανόμαστε περήφανοι για τον αιώνα μας». Και, πράγματι, ο Κουν στα 1979 παρουσιάζει στο Θέατρο Τέχνης δύο έργα βαθιά πολιτικά, σπαρακτικά και σπαρταριστά αντίστοιχα, τη «Νίκη» της Λούλας Αναγνωστάκη και τις «Δάφνες και πικροδάφνες» των Δημήτρη Κεχαΐδη και Ελένης Χαβιαρά. Φέτος, είκοσι χρόνια από τον θάνατο του Δημήτρη Κεχαΐδη, ύστερα από πρόσκληση του ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας και του καλλιτεχνικού του διευθυντή Φίλιππου Σοφιανού, τιμούμε τη μνήμη του με το έργο «Δάφνες και πικροδάφνες». Δάφνες για τη διαχρονικότητα αυτής της απολαυστικής σάτιρας των ηθών μας και πικροδάφνες ακριβώς γιατί το γραμμένο στα 1979 έργο μοιάζει σαν να γράφτηκε χθες, σήμερα, πολύ φοβάμαι και αύριο.

Ωστόσο, οι συνθήκες από το 1979 έχουν αλλάξει πολύ. Ή μήπως όχι;

Η ποιητικότητα του Κεχαΐδη και ο σαρκασμός της Χαβιαρά μαζί με «τρία μαγνητόφωνα και μια γραφομηχανή», όπως ήταν ο τρόπος που έγραφαν τέσσερα χρόνια που τους πήρε να ολοκληρώσουν αυτό το έργο, και πολλά περισσότερα της κοινής τους ζωής, μας χάρισαν «ένα, σχεδόν, θεατρικό αριστούργημα», όπως σημειώνει η κριτική της εποχής. Τέσσερις κομματάρχες παραμονές των εκλογών μηχανορραφούν, μπλοφάρουν και συνωμοσιολογούν στην τσόχα της δημόσιας ζωής μας για ένα πουκάμισο αδειανό, για μια καρέκλα. Κάπου σε ένα δωμάτιο της Αρκαδίας, που κουβαλάει περιέργεια, υπαινικτικά και περιπαικτικά τα μεταπολιτευτικά μας τραύματα, μετουσιώνοντάς τα όμως σε σκηνικά θαύματα. Άλλωστε το γέλιο, όπως πιστεύει ο ίδιος ο θεατρικός συγγραφέας, είναι «η μεγαλύτερη περιφρόνηση προς τον χρόνο». Και ίσως το μοναδικό αποκούμπι που έχουμε πια ως λαός, μια και αναμφίβολα η αίσθηση της αλληλεγγύης αλλά και η πνευματικότητα έχουν πάψει προ πολλού να συνέχουν τον κοινωνικό ιστό μας. Όταν σταματήσουμε να καταλαβαίνουμε τους ήρωες του Κεχαΐδη, θα έχει αλλάξει και η κοινωνία μας.

Γιατί το λες αυτό;

Δυστυχώς, ο Κώστας, ο Βασίλης, ο Τάσος και ο Αλέκος παραμένουν πρωταγωνιστές και στη δική μας εποχή. Το «πάμε κι όπου βγει» αποτέλεσε για χρόνια νοοτροπία μέρους τόσο των πολιτικών όσο και των πολιτών. Όπως και στο έργο, έτσι και στη ζωή, τη δημόσια πολιτική μας ζωή, αυτά που μετρούν είναι η επανεκλογή με κάθε κόστος, η μπλόφα, τα επικοινωνιακά τρικ. Υπάρχει βέβαια μια ειδοποιός διαφορά. Στην εποχή του Κεχαΐδη το κυνήγι του χρήματος δεν ήταν ο μόνος και κύριος σκοπός. Στις μέρες μας, ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός καλπάζει με έναν ρυθμό που ούτε κι εμείς μπορούμε να παρακολουθήσουμε, με αποτέλεσμα να καταναλωνόμαστε και να αναλωνόμαστε εμείς οι ίδιοι.

Τι είναι αυτό που σε φοβίζει και σε θυμώνει περισσότερο στις μέρες μας;

Είναι τόσα πολλά… Το μόνο που με παρηγορεί είναι ότι αυτός ο θυμός εξακολουθεί να αποτελεί κινητήρια δύναμη για την τέχνη μας. Έτσι μπορώ να αισθάνομαι κι εγώ νέος και να μπαίνω στη θέση των πιο νέων ανθρώπων, που διαχρονικά οφείλουν να διεκδικούν το αίτημα για μια πιο δίκαιη κοινωνία.

Είναι σαν να περιγράφεις το «Βικτόρ. Τα παιδιά στην εξουσία», που σκηνοθετεί στο Θέατρο Σταθμός ο Κώστας Παπακωνσταντίνου και στο οποίο πρωταγωνιστείς.

Το έργο αυτό ξαναλειτουργεί το μυαλό μας. Μας πηγαίνει πίσω σε έναν λόγο που χρειάζεται να επεξεργαστείς, να αφομοιώσεις, να αντιληφθείς, να νιώσεις. Είναι ο μόνος λόγος που βρήκα κάποια παρηγοριά, γιατί τα βαθιά του μηνύματα υπαινίσσονται από τον Βιτράκ και προκύπτουν σαν ένα παιδικό παιχνίδι. Ίσως αυτή είναι και η έννοια της επανάστασης, να κουβαλάει πάντα κάτι παιδικό και αθώο, νεανικό και ενθουσιώδες, που σχεδόν κατά κανόνα καταπνίγεται. Με λίγα λόγια, το έργο αυτό πραγματεύεται την προσωπική μας σχέση με την εξουσία, κάτι που δεν τολμάμε συχνά να αναλογιστούμε, μια και πάντα στην Ελλάδα φταίει ο άλλος.

Πώς από τον σουρεαλισμό του Βιτράκ περνάει κανείς στον ρεαλισμό του Κεχαΐδη ασχολούμενος ταυτόχρονα με δύο τόσο διαφορετικά αλλά και με κοινές γραμμές έργα;

Υπάρχει μια βασική διαφορά στα δύο έργα, που δείχνει και τη μαστοριά των δημιουργών τους. Ο Κεχαΐδης και η Χαβιαρά, για να μας μιλήσουν για την εξουσία στη δημόσια ζωή μας, μας κλείνουν σε ένα δωμάτιο στην Τρίπολη, ενώ ο Βιτράκ, για να σκιαγραφήσει την προσωπική μας σχέση με την εκάστοτε μορφή εξουσίας, είτε αφορά οικογένεια, σχέση ή κρατικούς λειτουργούς, τοποθετεί τη δράση σε μια ανοιχτή συγκέντρωση εννέα συνδαιτημόνων με αφορμή τα ένατα γενέθλια του Βικτόρ. Και στα δύο έργα κανείς δεν ανήκει σε ένα άλλο σύστημα αναφοράς. Αυτή είναι και η πανουργία των δραματουργών τους, ότι δηλαδή γελοιοποιούν το σύστημα όντας οι ίδιοι μέρος του.

Πώς στέκεσαι ανάμεσα στους δύο δημιουργούς;

Αντιμετωπίζω τον ρεαλισμό σουρεαλιστικά και τον σουρεαλισμό ρεαλιστικά. Με ακολουθούν πάντα, και στη ζωή μου και στη δουλειά μου, μια λοξή ματιά, που ο ρεαλισμός την έχει απόλυτη ανάγκη για να παρασταθεί στη σκηνή, αλλά και ένας ορθός λόγος, που είναι απαραίτητος για να αποκρυπτογραφήσεις νοήματα και αισθήματα που ίπτανται και προκαλούνται μέσα στα κείμενα του σουρεαλισμού. Σαφέστατα σ’ αυτές τις δύο παραστάσεις η ιδιότητά μου διαφέρει, αλλά η ποιητικότητα και ο σαρκασμός ενυπάρχουν σε διαφορετικές ίσως δόσεις και στα δύο έργα. Μέσα από το γέλιο ο μεν Κεχαΐδης με τη Χαβιαρά σε παρακινούν να σκεφτείς, ο δε Βιτράκ να νιώσεις, να επιστρέψεις στο αγνό συναίσθημα.

Ωστόσο το συναίσθημα, ειδικά στο θέατρό μας, τις τελευταίες δεκαετίες μοιάζει να έχει εξοστρακιστεί.

Εχουμε γίνει λίγο «άνιωθοι» όπως λέμε κι εμείς στην Κρήτη. Ακόμα κι όταν ακούμε τον συνομιλητή μας, φανταζόμαστε πάντα το δικό μας πρόβλημα μεγαλύτερο. Η παιδική ηλικία ως υπαρξιακή συνθήκη, άρα και πολιτική, κουβαλάει διδάγματα και αρετές που οι περισσότεροι από μας έχουμε ξεχάσει. Μιλάω για τη συμπόνια, την ανιδιοτέλεια και την αίσθηση δικαίου.

Αισθάνεσαι να μην έχεις οξυγόνο στις μέρες μας;

Ο Βικτόρ στο έργο πεθαίνει από φρικτούς πόνους στο λεπτό του έντερο. Εκεί συσσωρεύσει όλη την τοξικότητα από τη συναναστροφή του με τους μεγάλους. Η έγνοια μου πάντα είναι η πιο νέοι άνθρωποι, που τους αισθάνομαι να ασφυκτιούν στην αβεβαιότητα της αγοράς εργασίας και στην κοινωνική ανισότητα που ολοένα και αυξάνεται. Γι’ αυτά τα παιδιά, για κάθε παιδί οφείλουμε να αναζητήσουμε το οξυγόνο μας.

Αυτή η «ασφυξία» που νιώθουμε στη δημόσια σφαίρα αντικατοπτρίζεται στο θέατρό μας;

Αναμφίβολα. Αισθάνομαι πως οι περισσότεροι καλλιτεχνικοί διευθυντές, παραγωγοί και σκηνοθέτες, όσοι δηλαδή έχουν τη «δύναμη» στα χέρια τους, καλούνται να αντιμετωπίσουν σκοπέλους στον καλλιτεχνικό τους σχεδιασμό συχνά απροσπέλαστους. Δεν είναι μόνο η έλλειψη πόρων, αλλά πρώτα απ’ όλα η έλλειψη μιας κοινής γλώσσας, ηθικής και πνευματικής, που έχει ως προτεραιότητα την αυτοβελτίωση και όχι τη με κάθε κόστος κυριαρχία. Αργά ή γρήγορα, αν δεν αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι, αυτό το γενικό ξεχαρβάλωμα δεν θα αντιμετωπίζεται πλέον.

Το Θέατρο Σταθμός όμως φαίνεται πως έχει βρει τον τρόπο να συνομιλεί με τα νέα παιδιά. Πώς το καταφέρνεις;

Νομίζω πως με βοηθάει το γεγονός ότι διδάσκω νέα παιδιά και έρχομαι σε καθημερινή επαφή μαζί τους. Τελευταία, μου έδωσε μεγάλη χαρά η υποψηφιότητα τριών ηθοποιών μας, του Γιάννη Τσουμαράκη και της Αναστασίας Κονίδη από την «Κασέτα» που σκηνοθέτησα πέρσι, αλλά και του Γιώργου-Πλάτωνα Περλέρη από τις «Γριές που μαζεύουν την τσουκνίδα» του Κωσταντίνου Ντέλλα, στα φετινά Βραβεία «Δημήτρης Χορν» και «Μελίνα Μερκούρη» αντίστοιχα. Μέσα από τη συναναστροφή με τους νέους επαναδιαπραγματεύεσαι πάντα τα ιδανικά σου.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0