Live τώρα    
Βιβλιο-φιλικά / Η αξία του ασήμαντου
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Βιβλιο-φιλικά / Η αξία του ασήμαντου

euf1

Η Μαρία Κοπανίτσα στο αφήγημα «Νύχια περλέ», είτε πρόκειται για συλλογή διηγημάτων είτε για νουβέλα (και τα δύο ειδολογικά ευσταθούν και δεν ευσταθούν το ίδιο), γράφει πεζογραφία με τον τρόπο της ποίησης. Ή καλύτερα με τον τρόπο της ποίησής της. Αδιαφορώντας εντελώς δηλαδή για τις συμβάσεις και τους τρόπους της ποιητικής γραφής. Αδιαφορώντας για τις συμβάσεις γενικώς. Γι’ αυτό και η εντύπωση που αφήνουν τα πρωτοπρόσωπα κείμενά της είναι μιας αυθόρμητης, αστόλιστης, ανεπεξέργαστης, αναρχικής γραφής, που δεν έχει άλλο στόχο παρά μόνο να εκθέσει και να εκτεθεί. Αλλά ακόμη κι αυτό μοιάζει, όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται, να μην είναι σκοπός ή πρόθεση. Απλώς η ιδιοσυγκρασία του αφηγηματικού υποκειμένου αδυνατεί να τιθασεύσει -και δεν θέλει κιόλας- την ορμή και την οργή του ανυπεράσπιστου ακατάτακτου φρενήρη εαυτού, ο οποίος δηλώνει «τα γράφω επειδή δεν μπορώ να τα μιλήσω». Άλλωστε, η συγγραφέας σε κάποιες στιγμές μοιάζει να αυτοβιογραφείται, ντυμένη όμως με τον μανδύα της λογοτεχνίας που όλα τα επιτρέπει, κι έτσι δημιουργεί ηθελημένα μια σύγχυση στον αναγνώστη μιας και αφήνει να εννοηθεί πως το αφηγηματικό εγώ ταυτίζεται με την ίδια.

«Ηρωίδα της ζωής μου»

Στο πρώτο κιόλας αφήγημα της συλλογής με τον τίτλο «Η καταγωγή», σε μια εκδρομή με τον πατέρα τον βάζει να λέει: «Δεν πάμε να δούμε τι είναι το Χάνι του Κοπανίτσα;». Και παρακάτω: «Προέκυψε πως είναι απλή συνωνυμία, αν και ο πατέρας μου διατεινόταν πως τα κτήματα της περιοχής που είναι το Χάνι (παραμένει πάντα κλειστό) ανήκαν κάποτε στην οικογένεια μας, εξού και το όνομα της ταβέρνας αυτής». Και αλλού: «Σε πολύ νεαρή ακόμη ηλικία, ξέροντας ήδη ότι είμαι συγγραφέας, αναρωτήθηκα, στην Αίγινα νομίζω, πηγαίνοντας κάπου με το όχημα, το αυτοκίνητο του πατέρα μου, ή σε αμαξάκι με άλογο, αν θέλω να γράφω για ήρωες ή να γίνω εγώ ηρωίδα της ζωής μου. Και κατέληξα στο δεύτερο». Παίζει με τον αναγνώστη η Κοπανίτσα.

Ολα είναι παιχνίδι

Σε όλο το αφήγημα κυριαρχεί η παιγνιώδης αυτοσαρκαστική και σαρκαστική διάθεση που δεν υπακούει σε κανόνες. Μισεί τους κανόνες όπως τους μισεί η εφηβική ορμητικότητα και με μια τέτοιου είδους ορμητικότητα γράφει, ξεδιπλώνοντας όμως έναν ενήλικο εαυτό που δεν κρύβει τραύματα και μελαγχολίες αλλά που, επίσης, μισεί το δράμα. Όλα είναι παιχνίδι, λέει. Δεν υπάρχει πουθενά συνοχή ή στόχος ή αποτέλεσμα. Όλα είναι σκέψεις, στιγμιότυπα, συναισθήματα, επιθυμίες. «Λίθοι και πλίνθοι και ξύλα και κέραμος ατάκτως ερριμένα». Ατάκτως ερριμένα όλα. Ακριβώς όπως λειτουργεί η μνήμη. Δίχως να μπορεί να τιθασεύσει τη στιγμή και να την κάνει χρόνο. Δίχως να μπορεί να αξιολογήσει ποιο το σημαντικό και ποιο το ασήμαντο αφού όλα μαζί απαρτίζουν την ύπαρξη. «Προσωπικά πιστεύω στην αξία του ασήμαντου» λέει η αφηγήτρια.

Η Κοπανίτσα βουλιάζει, παρασύροντας και τον αναγνώστη, μέσα στην ηθελημένη ασάφεια. Λες και η σαφήνεια θα βάλει σε πλαίσιο τη γραφή της και θα την αποστειρώσει. Οι δύσκολες οικογενειακές σχέσεις, η αδηφάγα πάντα σκιά των γονιών, του πατέρα κυρίως, αλλά και της μητέρας, η σεξουαλικότητα, τα θέματα φύλου, η επιθυμία, ο Άλλος άνθρωπος, ο χρόνος, όλα αυτά περνάνε από τις σελίδες της. Αλλά δεν τους χαρίζεται και δεν τους χαρίζει ωραία λόγια και στολισμένες εκφράσεις. Γράφει όπως θα μιλούσε. Καθημερινά, στεγνά, ανεπιτήδευτα, αποσπασματικά, με συχνές επαναλήψεις και αναφορές σε οράματα, σε όνειρα και σε μνήμες συγκεχυμένες. Σουρεαλιστικά. Αποδομεί γράφοντας και γράφει αποδομώντας. Δίχως να την ενδιαφέρει να αποδώσει με ακρίβεια τις καταστάσεις, αλλά θέλοντας να αποδώσει ατμόσφαιρα. Κι αυτό το καταφέρνει. Τα γραπτά ξεχωρίζουν για το ύφος τους. Και είναι ύφος «Κοπανίτσα». Σαφέστατα μακριά από το φιλολογικό εύγε. Ούτε το αναζητά ούτε την ενδιαφέρει.

Για το πάθος της ύπαρξης

Αυτή η αποδομημένη πρόζα με την ποιητική ιδιοσυστασία προφανώς δεν είναι κάτι που δεν έχει ξαναγίνει. Δεν νομίζω πως υπάρχει κάτι, γενικώς στη λογοτεχνία, που δεν έχει ξαναγίνει, αλλά μάλλον δεν είναι αυτό το ζητούμενο. Τα κείμενα όμως της Κοπανίτσα βάζουν τη δική τους υπογραφή στην επίδραση της ασαφούς ρευστότητας, η οποία καταφέρνει, ενώ μοιάζει να μην έχει κοινωνικοπολιτική ματιά αλλά αντιθέτως να επικεντρώνεται -με μανία σχεδόν- στους τρόπους και στους τόπους του εαυτού μονάχα, να αρθρώνει λόγο εντέλει για τα πάθη του ανθρώπου. Για το πάθος της ύπαρξης. Για τα ερέβη και τα φωτεινά σημεία της. «Δεν σε βλέπω απόψε καλά, τι έχεις;/ Έχω ύπαρξη», για να θυμηθούμε και τον Νίκο Καρούζο.

Βουτάει στην ύπαρξή της η Κοπανίτσα. Δεν κρύβει και δεν κρύβεται, παραμένοντας κρυπτική, μυστηριώδης. Δεν μασάει τα λόγια της αλλά το κάνει με απαράμιλλο στυλ. Αιχμηρή, «ασύνταχτη» και εντέλει σπαρακτική.

 

euf5

 

Μαρία Κοπανίτσα, «Νύχια περλέ»

Εκδόσεις Ποταμός

Σελίδες: 64 

Τιμή: 11,90 ευρώ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0