Ενας ερμηνευτής που, πάρα τις τόσες επιρροές του,δεν θύμιζε παρά τον εαυτό του και παρέμεινε μέχρι το τέλος πιστός σε μια ίσως αντιφατική αλλά απόλυτα συνεπή με τον εσωτερικό κόσμο του διαδρομή, η οποία δυστυχώς τελείωσε πρόωρα.
Ο Εμμανουήλ Σπυρλιδάκης, όπως ήταν το πλήρες αληθινό όνομα του Μανώλη Λιδάκη, γεννήθηκε στο Ηράκλειο στις 28 Φεβρουαρίου 1960 και η κρητική καταγωγή του τον καθόρισε τόσο ως ερμηνευτή και μουσικό όσο και ως άνθρωπο. Έδειξε την αγάπη του αλλά και την κλίση του στη μουσική από πολύ μικρός, σπουδάζοντας κιθάρα, ενώ στην εφηβική ηλικία του έπαιζε ευφώνιο και τρομπέτα σε φιλαρμονικές του Δήμου Ηρακλείου.
Παρ’ όλα αυτά, την ιδέα να γίνει τραγουδιστής την είχε πρώτη φορά όταν, μικρός ακόμα, συνάντησε τυχαία τον Μάνο Χατζιδάκι. Μια διάσημη τραγουδίστρια της εποχής, η Λίτσα Διαμάντη, τον άκουσε να τραγουδά και τον παρακίνησε να λάβει μέρος στην πρώτη εκπομπή ταλέντων της ελληνικής τηλεόρασης, στο θρυλικό «Να η ευκαιρία». Όντως συμμετείχε το 1982, δεν πήρε μεν την πρώτη θέση, αλλά εντυπωσίασε τον εμπνευστή της εκπομπής, τον συνθέτη Γιώργο Κατσαρό, ο οποίος μεσολάβησε για να υπογράψει το πρώτο δισκογραφικό συμβόλαιό του και έγραψε τα τραγούδια του πρώτου δίσκου του. Το «Μετά από σένα», όπως ήταν ο τίτλος του, κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά, αλλά ο ίδιος δεν ήταν ευχαριστημένος με τον τρόπο που τον προωθούσε η εταιρεία του, ως νέο «σταρ», και έτσι το 1988 πήγε σε άλλη, κάνοντας ταυτόχρονα μια διακριτική μεν, αλλά δραστική στροφή δε στη διαδρομή του.
Συνεργάστηκε με σημαντικούς και πολύ διαφορετικούς μεταξύ τους δημιουργούς, όπως ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Χρήστος Νικολόπουλος και ο Γιώργος Ανδρέου, και επί σκηνής αλλά και δισκογραφικά με κορυφαίους/ες ερμηνευτές και ερμηνεύτριες, όπως η Χάρις Αλεξίου, η Δήμητρα Γαλάνη, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, ο Δημήτρης Μητροπάνος, ο Παντελής Θαλασσινός, ο Σωκράτης Μάλαμας και ο Αλκίνοος Ιωαννίδης, αν και προτιμούσε να εμφανίζεται μόνος του, κάτι που έκανε από μια στιγμή και μετά. Καθοριστικό για τη διαδρομή του ήταν το διπλό album «4 κύκλοι τραγουδιών» του 1995 σε επιμέλεια του αείμνηστου ερευνητή και μελετητή του λαϊκού τραγουδιού Κώστα Χατζηδουλή, που περιείχε ευρηματικές επανεκτελέσεις παλαιών ρεμπέτικων και λαϊκών τραγουδιών. Ασχολήθηκε, επίσης, με την κρητική μουσική, που ήταν άλλωστε και η πρώτη επιρροή του, ερμηνεύοντας ριζίτικα και όχι μόνο.
Η χροιά της φωνής του και ο τρόπος που ερμήνευε, ισορροπώντας συχνά ανάμεσα στη λαϊκή και στην παραδοσιακή μουσική μας, τον καθιστούσαν μοναδική περίπτωση. Άκρως ιδιοσυγκρασιακός ερμηνευτής αλλά και ιδιόρρυθμος άνθρωπος, αρκετά αυτοκαταστροφική προσωπικότητα και, όπως είχε εξομολογηθεί ο ίδιος, ο χειρότερος εχθρός του εαυτού του. Από την εποχή της κρίσης και μετά οι εμφανίσεις του γίνονταν όλο και πιο αραιές και περνούσε όλο και μεγαλύτερες περιόδους στην Κρήτη, ενώ η πιο πρόσφατη δισκογραφική εργασία του ήταν το περσινό «Κυρίες... τα σέβη μου» με διασκευές τραγουδιών που είχαν ερμηνεύσει σπουδαίες λαϊκές τραγουδίστριες.
Αν και τα τελευταία χρόνια είχε πολλά προβλήματα υγείας, ο θάνατός του την Τετάρτη, δύο ημέρες πριν συμπληρώσει τα εξήντα πέντε χρόνια του, σε διαμέρισμα που νοίκιαζε στο Ηράκλειο εκτός από πρόωρος, ήταν και εντελώς ξαφνικός και απροσδόκητος. Ήταν τόσο ξεχωριστή περίπτωση ώστε το κενό που αφήνει στην ελληνική μουσική αληθινά είναι αδύνατο να αναπληρωθεί.