Live τώρα    
Βιβλιο-φιλικά / Εμπειρία ανάγνωσης
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Βιβλιο-φιλικά / Εμπειρία ανάγνωσης

1353369ΜΑΡΙΟΣ_ΧΑΚΚΑΣ_01.jpg

Το κοινόβιο», η τελευταία συλλογή διηγημάτων του Μάριου Χάκκα, την οποία δεν μπόρεσε να δει τυπωμένη μιας και τον πρόλαβε ο θάνατος, κυκλοφορεί σε επανέκδοση από τις εκδόσεις Άγρα. Όπως γράφει ο Θωμάς Κοροβίνης στο εξαιρετικό επίμετρο, «είναι η συνταρακτική κατάθεση της αλήθειας μιας παθιασμένης και λεηλατημένης ψυχής, η απόλυτα αυθεντική μαρτυρία του βίου και της πολιτείας ενός μελλοθάνατου, εξεγερμένου απέναντι στην κοινωνία που τον έθρεψε αλλά και στην ίδια του τη μοίρα, το παραληρηματικό μακρόσυρτο παραμιλητό ενός ψυχορραγούντος συνανθρώπου μας, που η πεμπτουσία της κοινωνικοπολιτικής και υπαρξιακής του εμπειρίας μετουσιώθηκε σε ένα στιλπνό μέσα στην αφτιασίδωτη και υποβλητικής γοητείας γραφή του πεζοποίημα, έναν ύμνο στην ίδια τη ζωή, ένα πολύτιμο ντοκουμέντο που αποπνέει αίσθηση ελευθερίας, ανεξαρτησίας, αυτοπροσδιορισμού και τυραννισμένης ομορφιάς».

Μια μοναδική περίπτωση

Η επαφή του σύγχρονου αναγνώστη με τα ακατάτακτα, άναρχα, οργισμένα γραπτά του Μ. Χάκκα προκαλεί έκπληξη, καθώς τίποτα πριν από αυτόν δεν μπορεί να σε προϊδεάσει γι’ αυτό που θα αντικρίσεις, αλλά και τίποτα μετά από αυτόν δεν έδωσε ένα είδος συνέχειας. Ο Χάκκας είναι μια μοναδική, εντελώς ιδιοσυγκρασιακή περίπτωση, που δεν βρήκε μιμητές ούτε συνεχιστές. Η αναγνωστική επίδρασή του στον σύγχρονο αναγνώστη είναι συντριπτική. Όχι μόνο για τη βαθιά, αστόλιστη, «βίαιη» αλήθεια των κειμένων του, αλλά και για την αγέραστη γραφή του. Όσο κι αν τα κείμενα είναι τοποθετημένα χρονικά και διηγούνται καταστάσεις του μετεμφυλίου, ποτισμένα από τη νοσταλγία για τα σοκάκια της Καισαριανής που τον έθρεψε, συγχρόνως, λόγω της συνεχούς ανελέητης ενδοσκόπησης, της πάλης με τη ματαιότητα και το υπαρξιακό άλγος που αποπνέουν, έχουν διαχρονικότητα. Η αλήθεια και η παραφορά τους είναι σημερινές. Η επαφή μαζί τους, εμπειρία. Κι ας λέει ο ίδιος στην εναρκτήρια κιόλας φράση από «Το κοινόβιο»: «Τα γραφτά μου μικρά σαν κουτσουλιές∙ στη δεύτερη, το πολύ στην τρίτη σελίδα εξαντλούνται, κι έπειτα μάταια προσπαθώ να τα τεντώσω, δεν έρχονται οι φράσεις, και τα νοήματα γατάκια πεταμένα σε σκουπιδότοπο». Ναι, μικρά σαν κουτσουλιές, παρορμητικά, γρήγορα, συνειρμικά, δίχως κέντρο βάρους, πολλές φορές δίχως συνοχή, αλλά με τέτοια δύναμη και τέτοια δυνατότητα μετουσίωσης της υπαρξιακής αγωνίας σε λόγο, σε τέχνη υψηλής θερμοκρασίας με άλλα λόγια, που θα έπρεπε να αποτελούν αναφορά τουλάχιστον για κάθε επίδοξο διηγηματογράφο.

Στο «Κοινόβιο» τα θέματά του είναι γνώριμα, είναι αυτά που γνωρίσαμε και σε προηγούμενα έργα του, αλλά κυρίως στον «Μπιντέ», έργο-σταθμό, έργο-τομή της ελληνικής μεταπολεμικής πεζογραφίας: η Αριστερά και οι ματαιωμένοι αγώνες, η ανελευθερία που βίωσε στους κόλπους της, η σύγκρουσή του με αυτή, οι νωπές ακόμα μνήμες της Κατοχής και του Εμφυλίου, η αλλοτρίωση, η φθορά που επιφέρει η καθημερινότητα, ο έρωτας, η παραίτηση, ο συμβιβασμός και η άρνησή του. Το «Κοινόβιο», όμως, είναι κυρίως μια συνομιλία με τον ίδιο τον θάνατο. Ο θάνατος υπήρξε πάντα κυρίαρχος στο έργο του, είτε λόγω του αισθήματος της ματαιότητας στην οποία βουλιάζει η ύπαρξή του είτε λόγω της γνώσης του δικού του θανάτου, που δήλωσε παρουσία από νωρίς και τελικά τον οδήγησε στην πρόωρη έξοδό του από τη ζωή σε ηλικία μόλις 41 χρόνων. Ένα ειλικρινές, σπαρακτικό τετ α τετ με τον θάνατο είναι το «Κοινόβιο».

Γεννημένος γραφιάς

Ομως ο Μ. Χάκκας, μέσω της γραφής του, δεν αποπνέει μιζέρια. Ενώ αφήνει να φανούν ο φόβος και η απελπισία του -γι’ αυτό κι εκπέμπουν αλήθεια τα γραφτά του-, ενεργοποιεί το χιούμορ, την περιπαικτική διάθεση, τον σαρκασμό, ένα βέβηλο βλέμμα που δεν αναγνωρίζει ούτε ιερά ούτε όσια, μια μανία να παίζει με τις λέξεις, να τις αλλοιώνει, να τις χειραγωγεί, να τις ξεζουμίζει, δίχως αιδώ, δίχως αναστολές, δίχως ανάπαυλα ως την έσχατη ώρα, με πνεύμα αναρχικό, ανυπότακτο, σαν να μην παίρνει στα σοβαρά τη ζωή ούτε τον εαυτό του. Το μόνο που σέβεται, για το μόνο που λυπάται είναι το ανολοκλήρωτο έργο του. Αυτό δεν θέλει να το αφήσει πίσω του. Ο Χάκκας είναι γεννημένος γραφιάς. Αν μπορούσε, θα συνέχιζε να σκαλίζει τα «μικρά σαν κουτσουλιές» γραφτά του και μετά τον θάνατό του. «Μου είπαν πως θα με κάνουν καλά, τρόπος του λέγειν, θα μπορώ ν’ αναπνέω, θα κουνάω τα χέρια μου, πού και πού θα πηγαίνω κανέναν περίπατο, αρκεί φυσικά να μην σπαταλιέμαι, και κυρίως στο γράψιμο. Τους απάντησα μήπως γίνεται να γράφω και ας μην περπατάω, ας μην κουνάω καθόλου τα χέρια μου, ακόμη στην ανάγκη και να μην αναπνέω».

«Μήπως γίνεται να γράφω;» Πού θα έφτανε ο Μάριος Χάκκας τη γραφή του αν δεν τον σταματούσε ο θάνατος; Η απάντηση ίσως βρίσκεται στα ασθματικά, ελλειπτικά, γυμνά, σουρεαλιστικά, ενδοσκοπικά κείμενά του. Ή, ίσως, να μην υπάρχει απάντηση. Εμπειρία ανάγνωσης «Το κοινόβιο». Μαζί με τον «Μπιντέ» τον κατατάσσουν στους κορυφαίους μεταπολεμικούς πεζογράφους μας. 

 

xakkas

INFO

Μάριος Χάκκας, «Το κοινόβιο»

Εκδόσεις Άγρα

Σελίδες: 208

Τιμή: 12,50 ευρώ

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0