Απεβίωσε την Κυριακή 19 Ιανουαρίου σε ηλικία 100 ετών, στο σπίτι της, η Καίτη Γκρέυ, η τραγουδίστρια που εκπροσώπησε περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη την «κοσμική πίστα» των δεκαετιών του ’60 και του ’70
Μια νησιώτισσα στα μπουζούκια
Η Καίτη Γκρέυ γεννήθηκε στους Μυτιληνιούς, ένα μικρό χωριό της Σάμου, στις 31 Μαΐου 1924 και το αληθινό όνομά της ήταν Αθανασία Γκιζίλη. Το επώνυμό της, όμως, άλλαξε σε Καλαϊτζή, αφού αυτό ήταν της οικογένειας που την υιοθέτησε σε πολύ μικρή ηλικία. Η οικογένεια αυτή ήταν από τον Πειραιά, όπου η Αθανασία έζησε τα παιδικά και εφηβικά της χρόνια.
Εχοντας έμφυτη την ανάγκη να εκφραστεί στην αρχή καλλιτεχνικά, αν και αυτοδίδακτη, έγινε ηθοποιός σε μπουλούκια, παίρνοντας παράλληλα το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Καίτη Γκρέυ. Το πραγματικό ταλέντο και την κλίση της, όμως, τα ανακάλυψε όταν πέρασε στο τραγούδι, στο οποίο ήταν βέβαια επίσης αυτοδίδακτη. Ξεκίνησε ερμηνεύοντας ελαφρά τραγούδια δίπλα στον Γιάννη Βέλλα, αλλά πολύ σύντομα μεταπήδησε στο λαϊκό ρεπερτόριο που της ταίριαζε πολύ περισσότερο και με το οποίο καθιερώθηκε.
Το δισκογραφικό ντεμπούτο της έγινε το 1952 με το τραγούδι «Το μαράζι» του Γιώργου Μητσάκη. Στη συνέχεια θα ηχογραφούσε τις πρώτες εκτελέσεις τραγουδιών συνθετών, όπως οι Μάρκος Βαμβακάρης, Γιάννης Παπαϊωάννου, Βασίλης Τσιτσάνης, Χρήστος Κολοκοτρώνης, Γιώργος Ζαμπέτας, αλλά και του εκπροσώπου των αντάρτικων τραγουδιών Πάνου Τζαβέλλα, και στιχουργών, όπως οι Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, Κώστας Βίρβος, Θόδωρος Δερβενιώτης και Μπάμπης Μπακάλης.
Στις ζωντανές εμφανίσεις της συνεργάστηκε με τα μεγαλύτερα και σημαντικότερα ονόματα τουλάχιστον τριών γενεών ερμηνευτών και ερμηνευτριών: Ρόζα Εσκενάζυ, Στράτος Παγιουμτζής, Στέλιος Καζαντζίδης, Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Πόλυ Πάνου, Μαίρη Λίντα, Γιώτα Λύδια, Αντώνης Ρεπάνης, Στράτος Διονυσίου, Ρίτα Σακελλαρίου, Σπύρος Ζαγοραίος, Πάνος Γαβαλάς, Γιώργος Νταλάρας, Ελένη Βιτάλη, Γλυκερία, Χάρις Αλεξίου, Κωνσταντίνα, Άλκηστις Πρωτοψάλτη, Δήμητρα Γαλάνη, Αντώνης Βαρδής, Στέφανος Κορκολής, Χρήστος Δάντης και Εκείνος + Εκείνος.
Φήμη και χρήματα
Δεν είχε, όμως, να ζηλέψει τίποτα από κανέναν και καμία τους, καθώς πολύ γρήγορα έγινε «πρώτο όνομα». Στη δεκαετία του ’60 και στο μεγαλύτερο μέρος εκείνης του ’70 η Καίτη Γκρέυ μεσουράνησε στην αθηναϊκή νύχτα, κυριαρχώντας στην πιο κοσμική και πολυτελή εκδοχή των «μπουζουκιών» της εποχής. Για ένα πολύ μεγάλο διάστημα ήταν η πλέον ακριβοπληρωμένη τραγουδίστρια, καθώς αμειβόταν με το μυθικό για την εποχή ποσό των 9.000 δραχμών κάθε νύχτα!
Η νησιωτοπούλα, που μεγάλωσε σαν γνήσια Πειραιώτισσα, γνώρισε αληθινές στιγμές μεγαλείου καθώς τραγούδησε για τις ελληνικές ομογενειακές κοινότητες στις ΗΠΑ, στον Καναδά, στην Αυστραλία και στη Γερμανία. Κατά τη διάρκεια αυτών των περιοδειών της είχε την ευκαιρία να γνωριστεί με τον Elvis Presley και τον Jimi Hndrix (!), όπως και με την ηθοποιό Ρίτα Χέιγουορθ. Ο Αριστοτέλης Ωνάσης ήταν μεγάλος θαυμαστής της και διαμέσου εκείνου γνώρισε και τη Μαρία Κάλλας, που παρακολουθούσε συχνά μαζί με τον εφοπλιστή εμφανίσεις της.
Το 1993 το δίδυμο Εκείνος + Εκείνος έγραψε ειδικά για εκείνη το «Μια γυναίκα μόνο ξέρει», Ήταν ένα εμβληματικό λαϊκό τραγούδι αλλά με πιο σύγχρονη οπτική, υπό μία έννοια ο προσωπικός «ύμνος» της, και έγινε η τελευταία μεγάλη επιτυχία της. Το 1996, αν και μόλις 62 ετών, αποχώρησε, προτιμώντας να το κάνει όταν ήταν ακόμα στην ακμή της. Έκτοτε, χορτασμένη από την αγάπη του κοινού και κάτοχος μιας μεγάλης περιουσίας καθώς διαχειριζόταν πολύ συνετά τις υψηλές αμοιβές της, πραγματοποίησε πολύ σπάνιες και επιλεγμένες εμφανίσεις σε εξαιρετικές περιπτώσεις και περιστάσεις.
Εξίσου πλούσια με την επαγγελματική ήταν και η προσωπική ζωή της Καίτης Γκρέυ. Είχε αρραβωνιαστεί διαδοχικά με τον Στέλιο Καζαντζίδη και τον Ανδρέα Μπάρκουλη και είχε σχέσεις με τον ηθοποιό Κώστα Καρρά και τον εφοπλιστή Νίκο Λαιμό. Εντέλει, όμως, παντρεύτηκε δύο φορές με όχι διάσημους άντρες. Από τον πρώτο γάμο της απέκτησε δύο γιους και εγγονή της είναι η γνωστή τραγουδίστρια Αγγελική Ηλιάδη.
Η Καίτη Γκρέυ έφυγε στα 100 χρόνια της, έχοντας χαρεί, απολαύσει, ακόμα και γλεντήσει τη ζωή της, που ξεκίνησε δύσκολα αλλά από μια στιγμή και μετά ήταν πλούσια και ευτυχισμένη. Οι πάρα πολλοί και πολλές που αγάπησαν την ίδια και τα τραγούδια της θα τη θυμούνται να λάμπει κυριολεκτικά, εξωτερικά και εσωτερικά, πάνω στο πάλκο, εκπροσωπώντας με τον καλύτερο τρόπο ένα είδος διασκέδασης και αισθητικής το οποίο χαρακτήρισε για πολλά χρόνια την Ελλάδα των «εχόντων και κατεχόντων».