Live τώρα    
Μουσικός απολογισμός / Οι καλύτεροι δίσκοι της χρονιάς που έφυγε
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Μουσικός απολογισμός / Οι καλύτεροι δίσκοι της χρονιάς που έφυγε

crowd

Δεν έλειψαν οι καλοί δίσκοι την περσινή χρονιά, ακόμη κι αν δεν συναντήσαμε τις κυκλοφορίες εκείνες που είναι ικανές να θρέψουν νέα μουσικά ρεύματα και να ανανεώσουν αισθητικά, και ίσως εμπορικά, την ταλαιπωρημένη παγκόσμια δισκογραφία. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι γυναίκες τραγουδοποιοί ήταν αυτές που ξεχώρισαν το 2024 με τις προσωπικές τους δουλειές. Για παράδειγμα, δεν υπάρχει λίστα που σέβεται τον εαυτό της η οποία να μην περιλαμβάνει τον δίσκο της Beth Gibbons με τίτλο «Lives outgrown». Η Gibbons, δηλαδή η φωνή των θρυλικών Portishead, κυκλοφόρησε έναν δίσκο ευφυή και αισθητικά άρτιο. Το «Lives outgrown» είναι μια κυκλοφορία που δύσκολα θα προσπεραστεί από τους ανήσυχους ακροατές και δεν θα τους παρασύρει στον πλούσιο σε ελέη διάκοσμο που έχει δημιουργήσει στο στούντιο με σχολαστικότητα η Gibbons - ειδικά όταν κάθε τραγούδι είναι ντυμένο με ένα χοντρό πανωφόρι εγχόρδων που σε περικυκλώνει.

Απολαυστικό ήταν και το «All born screaming» της St. Vincent. Πρόκειται για έναν σκοτεινό δίσκο, που όμως δεν γίνεται ποτέ ζοφερός, ακόμη κι όταν οι στίχοι μιλούν για τη δύσκολη συνθήκη της ματαιωμένης επιθυμίας, και αυτό που δένει τα συστατικά είναι η ικανότητα της ίδιας της τραγουδοποιού και η προσωπικότητά της, που αποτυπώνονται σε όλα ανεξαιρέτως τα τραγούδια. Οι πιο ενημερωμένοι ακροατές ας αναζητήσουν τον δίσκο της Chelsea Wolfe με τίτλο «She reaches out to she reaches out to she» και ας χαθούν στη γοτθική γοητεία των μακάβριων τραγουδιών της. Το σκοτάδι αγκαλιάζει τις ηλεκτρικές ενορχηστρώσεις της και η Chelsea αφηγείται τις κρύες και υγρές ιστορίες της από ένα σκοτεινό και δυστοπικό περιβάλλον που έχει φιλοτεχνήσει με φροντίδα και τρυφερότητα.

 

Οι κιθάρες είναι ακόμη εδώ

 

Κάθε χρονιά που περνάει μας αφήνει όλο και λιγότερες καθαρόαιμες ροκ κυκλοφορίες που αξίζουν. Την περσινή χρονιά, ωστόσο, δεν έλειψαν οι καλοί κιθαριστικοί δίσκοι. Ένας από τους καλλιτέχνες που δόξασε το είδος ήταν ο Jack White, ο οποίος κυκλοφόρησε έναν ανώνυμο (ως «No name» καταγράφεται στους καταλόγους) δίσκο που εύκολα μπορεί να θεωρηθεί ως η πιο ολοκληρωμένη δουλειά στην οποία συμμετέχει από την εποχή του «Elephant» (2003) των White Stripes. Η έκρηξη της μπλουζ αισθαντικότητας στα ηλεκτρισμένα τραγούδια του φέρνει στο μυαλό οσμές από Led Zeppelin και μνήμες από την ψυχεδελική ροκ σκηνή της δεκαετίας του ’70. Επίσης, την πιο ολοκληρωμένη προσωπική της δουλειά κυκλοφόρησε η Kim Gordon με το «The collective». Η συνιδρύτρια των Sonic Youth και είδωλο του ανεξάρτητου ροκ στα 72 της χρόνια ηχογράφησε ένα από τα πιο τολμηρά άλμπουμ της καριέρας της, αποδεικνύοντας ξανά την αστείρευτη δίψα της για πειραματισμό και την ανάγκη της να παράγει ανορθόδοξους ήχους, ευτυχώς χωρίς να δίνει δεκάρα για την εμπορική τους απήχηση. Η Kim στήνει ένα άγριο παιχνίδι με τους ενισχυτές και τις κονσόλες και μεταβολίζει τα ψυχεδελικά punk όνειρά της σε επικίνδυνες ηλεκτρικές κιθάρες. Στο ίδιο κοινό απευθύνεται και το πρώτο προσωπικό άλμπουμ της Kim Deal (των Breeders και των Pixies) με τίτλο «Nobody loves you more», που περιέχει 11 υπέροχα κομμάτια τα οποία συνθέτουν έναν σπαραγμό της καρδιάς, χάρη στην αλλόκοτα θελκτική ικανότητα της Deal να ακούγεται ταυτόχρονα προσγειωμένη και απροσπέλαστη. Τις κιθάρες δοξάζουν και τα κορίτσια των Mannequin Pussy (πνευματικές μαθήτριες της Kim Deal) στον δίσκο «I got heaven», που είναι γεμάτος με ολοζώντανα και καλλίγραμμα τραγούδια που επιβάλλουν επαναληπτικές ακροάσεις και αναβλύζουν ροκ χυμούς και φρεσκάδα. Πρόκειται για έναν συμπαγή δίσκο, προικισμένο με τις αρετές του ανεξάρτητου ροκ ήχου της δεκαετίας του ’90. Είναι αδύνατον να μην σε παρασύρει η κομψή πανκ αισθητική των τραγουδιών που δεν φοβούνται να επικοινωνήσουν ανοιχτόκαρδα, χωρίς να ψυχαναγκάζονται από μοντερνισμούς στην ατμόσφαιρα και στην παραγωγή. Σημαντική, όμως, υπήρξε και η επιστροφή των Vampire Weekend με τον δίσκο «Only god was above us», καθώς πρόκειται για ένα ζωντανό, χαρούμενο και με πολλή ενέργεια φτιαγμένο άλμπουμ που σου κρατάει ζεστή συντροφιά. Το συγκρότημα ακολουθεί την ιερή κληρονομιά του Paul Simon και της βρετανικής σκηνής του ’60 και συγχωνεύει την ποπ μεγαλοπρέπεια και την πανκ ενέργεια μέσα από γλυκύτατες μελωδίες και φιλικά φωνητικά.

 

Οι παλιές καραβάνες που δεν απογοητεύουν

 

Μας είχε λείψει η υπαρξιακή αγωνία που περιβάλλει το έργο των Cure και ύστερα από απουσία 16 χρόνων ο Robert Smith μάς αποζημίωσε με τον καλύτερο δίσκο της μπάντας από το 1989, όταν είχε ηχογραφήσει τη σπηλαιώδη απελπισία του «Disintegration». Στα νέα τραγούδια βρίσκουμε τον Smith να στοχάζεται στη δική του θνησιμότητα και να αναμοχλεύει το παρελθόν του στους πιο προσωπικούς στίχους που έχει γράψει ποτέ. Η μουσική στον δίσκο «Songs of a lost world» μοιάζει πιο άμεση και εμπνευσμένη από οποιονδήποτε από τους προκατόχους του. Τα οκτώ κομμάτια αφήνουν μια πολύτιμη αίσθηση μελαγχολίας, ενώ το σπλαχνικό γρύλισμα του μπάσου μαζί με τη ζεστή κουβέρτα που υφαίνουν τα συνθεσάιζερ τυλίγουν ιδανικά τα εύθραυστα φωνητικά.

Μπορεί να μην ακούστηκε εξίσου με τους Cure, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν λιγότερο σημαντική η επιστροφή των άλλοτε λατρεμένων The The με τον καταπληκτικό δίσκο «Ensoulment». Έχουν περάσει 24 χρόνια από την τελευταία στούντιο δουλειά των Λονδρέζων The The, αλλά η φιλοσοφική σκοτεινιά των στίχων τους δεν υστερεί καθόλου σε σχέση με το παρελθόν τους, όπως επίσης και οι ενορχηστρώσεις τους παραμένουν σε σταθερά υψηλό επίπεδο.

Αξίζει, βέβαια, μια θέση στη λίστα και στην αναπάντεχα ποιοτική επιστροφή των Tindersticks με το «Soft tissue». Οι Tindersticks δεν τρώνε από τα έτοιμα και κυκλοφορούν έναν δίσκο που σου δημιουργεί την αίσθηση πως ηχογραφήθηκε κάπου με χαμηλό φωτισμό τις πρώτες πρωινές ώρες. Τα ονειρικά έγχορδα, η soul αισθητική και τα πολυεπίπεδα κρουστά δημιουργούν μια σαρωτική αλληλεπίδραση σε έναν δίσκο που δεν ηχογραφήθηκε με στόχο να μείνει ένα συγκρότημα στην επικαιρότητα ή να έχει δικαιολογία για περιοδεία, αλλά με μοναδικό άξονα την αγάπη και το πάθος για τη μουσική.

 

Ο έντεχνος ρομαντισμός

 

Ο παγκόσμιος μουσικός Τύπος έχει αποφασίσει σύσσωμος ότι ο δίσκος της χρονιάς είναι αυτός των Fontaines D.C. με τίτλο «Romance». Οι Ιρλανδοί κερδίζουν το στοίχημα γιατί δεν αναλώνονται σε αναβιώσεις και αναμασήματα, αλλά επιχειρούν ένα άνοιγμα στο mainstream δίχως να κάνουν σοβαρές υποχωρήσεις και δίχως να υπονομεύουν την ταυτότητά τους. Το εναλλακτικό ροκ του μέλλοντος μόλις απέκτησε μια αφετηρία με πολιτική συνείδηση και ηχητική ταυτότητα. Περιμένουμε τους Fontaines D.C. με μεγάλη αγωνία το ερχόμενο καλοκαίρι στην πλατεία Νερού.

Μέσα στο 2024 ξεχώρισε και ο ρομαντικός τροβαδούρος Richard Hawley, ο οποίος δεν χάνει ευκαιρία να φλερτάρει με τις άφθονες πτυχές της αμερικανικής μουσικής ιστορίας στον δέκατο προσωπικό του δίσκο «In this city they call you love». Ακούγοντας τον Hawley να ερμηνεύει τα νέα του τραγούδια, τον φαντάζεσαι σαν έναν μακρινό απόγονο του Roy Orbison που έχει αποτραβηχτεί σε μια ήσυχη επαρχιακή πόλη για να γράφει ανενόχλητος τις νοσταλγικές του μελωδίες, μακριά από τον θόρυβο και τον άχαρο ανταγωνισμό της πόλης. Τα πάντα στον δίσκο είναι στρογγυλοποιημένα και αρκούντως μυσταγωγικά, κι ας απολαμβάνουν τα κομμάτια λίγο παραπάνω απ’ ό,τι χρειάζεται τη χαρμολύπη τους. Σπουδαίο ήταν και το «Poptical illusion» που ηχογράφησε ο αειθαλής και σοφός John Cale. Τα τραγούδια του δίσκου κουβαλάνε την εμπειρία τόσων δεκαετιών και ελπίζουμε να μην είναι το κύκνειο άσμα του 82χρονου μουσικού, όπως δηλαδή ήταν το «Opus» του Ryuichi Sakamoto, το οποίο δεν μπορεί παρά να έχει μια θέση στη λίστα. Η μουσική του Sakamoto, απογυμνωμένη στο πιάνο, δημιουργεί έναν καμβά λεπτών ήχων και πικρών συναισθημάτων που επικοινωνεί το συναισθηματικό φορτίο του αναπόφευκτου τέλους. Ο ίδιος στις ύστατες μελωδίες του ακούγεται σαν πολυδιάστατος μουσουργός που επιλέγει με όση δύναμη του απέμεινε να μυθοποιήσει τη θλίψη του και να την περάσει στην αιωνιότητα μέσα απ’ τα πλήκτρα του.

Ελάχιστοι τραγουδοποιοί φροντίζουν το γνήσιο folk τραγούδι όπως το κάνει ο Sam Lee στο «Songdreaming», έναν δίσκο με ονειρική ατμόσφαιρα, σχεδόν σαγηνευτική όσο και ανησυχητική. Ο τροβαδούρος απ’ το Λονδίνο ψάχνει διαρκώς νέους ηχητικούς κόσμους για να διαβεί, τοποθετώντας την πλούσια φωνή του σε καινοτόμες ενορχηστρώσεις. Ο Lee ερμηνεύει τις νωχελικές, μελωδικές του μπαλάντες σαν μια γνήσια σαμανική φιγούρα που περιπλανιέται σε τοπία τα οποία υμνούνται στο λαϊκό τραγούδι και στην ποίηση, αλλά τώρα είναι αντιμέτωπα με την οικολογική καταστροφή.

Το ίδιο ευθύβολα εκφράζεται και η Clairo (ή αλλιώς Claire Cottrill) στον δίσκο «Charm». Όμως αντί για τον ανοιχτό ορίζοντα της επαρχίας που αγαπάει ο Sam Lee, η Clairo λειτουργεί καλύτερα σε κλειστά δωμάτια, ακόμη κι αν επιτρέπει στις αχτίδες του ήλιου να περνούν μέσα απ’ τις κουρτίνες στο αεροστεγώς κλειστό της δωμάτιο. Το «Charm» είναι ένας τρεμάμενος δίσκος με απαλά φωνητικά ο οποίος μιλά για την καταπιεσμένη επιθυμία και τους δισταγμούς που καλλιεργεί η απόσταση. Ευτυχώς, η ρετρό ζεστασιά των τραγουδιών καταφέρνει να αποφύγει όλα τα κλισέ που συναντάμε σε ανάλογες lo-fi ανεξάρτητες κυκλοφορίες.

 

Οι περιπετειώδεις εξερευνήσεις

 

Οι Pye Corner Audio είναι το παράλληλο μουσικό όχημα του εξαιρετικά παραγωγικού Martin Jenkins. Ο δίσκος «The endless echo» αποτελεί ένα απολαυστικό μείγμα κινηματογραφικής electronica που ανακατεύει περίτεχνα τη noir ατμόσφαιρα και τους εξωπραγματικούς χορευτικούς ρυθμούς, οι οποίοι δεν προσφέρουν μονάχα ευδαιμονία, αλλά εγκυμονούν και απειλές. Αναμενόμενα εξερευνητικό είναι και το «Wall of eyes» των Smile. Τα τραγούδια αυτού του πολυδαίδαλου άλμπουμ θέλουν να τιμήσουν την ιερή αξία της μελωδίας και ίσως γι’ αυτό κυλούν τόσο αβίαστα, πολιτισμένα και ευγενικά, με τα φωνητικά του Thom Yorke να σε ταξιδεύουν σε μέρη ανακουφιστικά.

Οσοι, τέλος, αναζητάτε έναν ιαματικό τάπητα από ήχους που θα σας συντροφεύουν για πολύ καιρό ψάξτε το «Perceive its beauty, acknowledge its grace» του βρετανού τζαζίστα Shabaka Hutchings. Το σαξόφωνο του Shabaka περιηγείται στην Άπω Ανατολή, ίπταται πάνω από τις λατινοαμερικανικές χώρες και ταυτόχρονα βυθίζεται άφοβα στην αφρικανική κληρονομιά. Αυτός ο τόσο καλλιεργημένος και πολύτιμος δίσκος μάς θυμίζει ότι η σύγχρονη jazz δεν είναι μόνο μια στεγνή άσκηση δεξιοτεχνίας και πως το new age μπορεί να μην είναι συνώνυμο μιας άνευρης χασμωδίας, αλλά να αποτελεί μια υπερβατική μουσική εμπειρία που κάνει καλό στην καρδιά και στο μυαλό.

 

 

 

Οι 20 καλύτεροι διεθνείς δίσκοι του 2024 (χωρίς αξιολογική σειρά)

 

disc

Beth Gibbons - Lives οutgrown

cure

The Cure - Songs of a lost world

romance

Fontaines D.C. - Romance

jack white

Jack White - No name

 opus

Ryuichi Sakamoto - Opus

born

St. Vincent - All born screaming

samlee

Sam Lee - Songdreaming

vampireweekend

Vampire Weekend - Only god was above us

shereaches

Chelsea Wolfe - She reaches out to she reaches out to she

gordon

Kim Gordon - The collective

tindersticks

Tindersticks - Soft tissue

clairo

Clairo - Charm

endless

Pye Corner Audio - The endless echo

hawley

Richard Hawley - In this city they call you love

ensoulment

The The - Ensoulment

mannequinpussy

Mannequin Pussy - I got heaven

smile

The Smile - Wall of eyes

nobody

Kim Deal - Nobody loves you more

shabak

Shabak - Perceive its beauty, acknowledge its grace

johncale

John Cale - Poptical illusion

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0