Μία από τις καλύτερες ελληνικές ταινίες που θα δούμε μέσα στο 2025 είναι ο «Θολός βυθός», την οποία σκηνοθέτησε η Ελένη Αλεξανδράκη. Η ταινία ενθουσίασε το κοινό στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης αλλά και στο Φεστιβάλ WIFT όπου προβλήθηκε.
Στον «Θολό βυθό» η Ελένη Αλεξανδράκη δραματοποιεί με ευαίσθητη ματιά και σκηνοθετική αρχοντιά την αφήγηση του συγγραφέα Γιάννη Ατζακά από το ομώνυμο βιβλίο του. Πρόκειται για την ιστορία του γιου ενός αριστερού αντάρτη που, όπως τόσα άλλα παιδιά στα τέλη της δεκαετίας του ’40, μεταφέρθηκε χωρίς τη θέλησή του σε έναν τόπο χειραγώγησης, προπαγάνδας και ψυχικής βίας.

Ποιο ήταν το σημαντικότερο στοιχείο στο βιβλίο του Γιάννη Ατζακά που σας έκανε να αισθανθείτε ότι αυτές οι σελίδες θα έπρεπε να διασκευαστούν για τον κινηματογράφο;
Πέρα από την έκπληξή μου όταν ανακάλυψα τον ρόλο που έπαιξαν οι μετεμφυλιακές παιδουπόλεις στη ζωή των παιδιών -και κατ’ επέκταση των ανθρώπων- στην Ελλάδα, το πιο σημαντικό ήταν η τρυφερότητα και η αγάπη που ένιωσα για το Γιαννούδι. Μέσα από τα λόγια του ο συγγραφέας αποδίδει καταπληκτικά την αθωότητα της ψυχής του παιδιού που ο ίδιος ήταν κάποτε. Το γεγονός ότι, με πρόσχημα την προστασία του, το παιδί, μαζί με όλα τ’ άλλα, χειραγωγήθηκε ιδεολογικά έτσι ώστε να χάσει τον εαυτό του και να μισήσει τον αντάρτη πατέρα του με στοίχειωσε. Επίσης, με συγκίνησε πολύ ο χαρακτήρας της γιαγιάς Βενετιάς, που λατρεύει το εγγόνι της και που, ενώ ζει σε ένα «κόκκινο» περιβάλλον, πείθεται να το δώσει «στη βασίλισσα», ελπίζοντας πως εκεί θα μάθει γράμματα. Με συγκλόνισε όμως εξίσου ο πόνος της γριάς για τη μόρφωση που δεν είχε η ίδια, αλλά ούτε ο γιος της και πατέρας του παιδιού.
Μιλήστε μας λίγο για τη δημιουργική διαδικασία της συγγραφής του σεναρίου και την ιστορική έρευνα που χρειάστηκε πριν από τα γυρίσματα.
Προσπάθησα να διαβάσω και να δω ό,τι περισσότερο μπορούσα -μυθοπλασίες και ιστορικά βιβλία, ταινίες, ντοκιμαντέρ γύρω από την εποχή, τον Εμφύλιο, τις παιδουπόλεις, τα παιδιά που στάλθηκαν παράνομα στην Αμερική κ.τ.λ.- όπως επίσης και να βρω ό,τι φωτογραφικό υλικό υπήρχε, κυρίως στο Φωτογραφικό Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη. Ξεκίνησα το 2009 να δουλεύω το σενάριο με τον Γιώργο Μακρή, που μάλιστα έγραψε ένα πρώτο treatment. Αυτή η συνεργασία δεν ευοδώθηκε και συνέχισα μόνη μου, μέχρι το 2016, οπότε ξεκινήσαμε τη συνεργασία μας με τον Παναγιώτη Ευαγγελίδη. Όμως η πραγματική πηγή για μένα ήταν η επαφή μου με τον Γιάννη Ατζακά. Δεν συνεργαστήκαμε. Δεν διάβασε ποτέ το σενάριο. Δεν ήθελα. Του έδωσα μόνο να δει ένα αρχικό σκαρίφημα. Όμως δημιουργήθηκε μεταξύ μας μια φιλία, μέσα από την οποία μελετούσα την ιδιοσυγκρασία του. Ο Γιάννης στην αρχή με ξενάγησε σε όλα τα μέρη στα οποία έζησε, στη Θάσο, στο Καστρί, στο Ιωσηφόγλειο, στην Καλή Παναγιά, στη Θεσσαλονίκη. Αλλά η ουσιαστική έρευνα που έκανα μέσα στα δεκαέξι χρόνια που πέρασαν μέχρι να μπορέσω να πραγματοποιήσω την ταινία ήταν η μελέτη της ψυχής του. Παράλληλα, ενώ έκανα κι άλλα projects, διάβαζα τα νέα του βιβλία που εκδίδονταν. Αυτά μαζί με την προσωπική επαφή μας με έκαναν να τον γνωρίζω καλύτερα. Φυσικά, το τελικό σενάριο γράφτηκε, όπως γίνεται πάντα, από το ίδιο το γύρισμα. Ειδικά σ’ αυτή την περίπτωση, που δουλεύαμε με παιδιά και τα άφησα σε κάποιον βαθμό να με οδηγήσουν εκείνα.
Έχετε υπογράψει ντοκιμαντέρ για σημαντικές προσωπικότητες (τη σκηνοθέτρια Τόνια Μαρκετάκη και τον στοχαστή Κωστή Παπαγιώργη) αλλά και για ανώνυμες προσφυγικές ιστορίες («Οι ξεριζωμένοι»). Σκεφτήκατε το ενδεχόμενο να μετατρέψετε σε ντοκιμαντέρ την ιστορία των παιδουπόλεων της Φρειδερίκης και τις αρπαγές των παιδιών ή ήταν από την αρχή ξεκάθαρη η επιλογή της μυθοπλασίας;
Οχι, ήθελα ευθύς εξαρχής να διασκευάσω το βιβλίο σε σενάριο μυθοπλασίας. Δεν με ενδιέφερε να κάνω ένα ντοκιμαντέρ για τις παιδουπόλεις, αλλά μια ταινία για μια παιδική ψυχή που χάνεται στους δαίδαλους της ανελέητης πολιτικής. Το ντοκιμαντέρ «Οι ξεριζωμένοι» προέκυψε κατά τη διάρκεια της έρευνας που έκανα για το σενάριο του «Θολού βυθού» επειδή ανακάλυψα ότι κι άλλα χιλιάδες παιδιά από διάφορα μέρη του κόσμου έζησαν μέσα στον 20ό αιώνα παρεμφερείς καταστάσεις και ξεριζώθηκαν βίαια από το φυσικό τους περιβάλλον για πολιτικούς λόγους. Επίσης, καθαρά από την άποψη της κινηματογραφικής γραφής, ήταν πρόκληση για μένα να βρω τον τρόπο να κάνω ένα φιλμ εποχής πάνω σε ένα θέμα που άπτεται της Ιστορίας δουλεύοντας με αφαίρεση και όχι προσπαθώντας να αναπλάσω με καλλιγραφικές λεπτομέρειες το «τότε» και το «πώς».

Παρά το σκληρό θέμα και το ανείπωτο βάρος της ακανθώδους μνήμης εκείνων των χρόνων, τηρείτε μια ψύχραιμη απόσταση και δεν ποντάρετε στον συναισθηματισμό. Πόσο δύσκολο ήταν να κρατήσετε αυτές τις ισορροπίες στην αφήγηση;
Κι όμως, η ταινία για μένα είναι σκέτο συναίσθημα. Αγαπώ παράφορα τον ήρωά μου και αγαπώ παράφορα τα τέσσερα πρόσωπα που τον έπαιξαν: ο Φίλιππος Μηλίκας σε ηλικία 6 ετών, ο Μάριος-Κωνσταντίνος Γαλετζάς στην ηλικία των 9, ο Κωνσταντίνος Αθανασάκης στα 13 και ο Αινείας Τσαμάτης ως ενήλικα. Η ισορροπία οφείλεται ακριβώς σ’ αυτή την αγάπη. Δεν προσπαθώ να καταγγείλω ευθέως, αλλά να δω την ιστορία μέσα από τα μάτια και τη μνήμη του παιδιού. Βεβαίως, εκ των πραγμάτων η ταινία αποκαλύπτει τη βίαια συνθήκη μέσα στην οποία αυτό το παιδί βρέθηκε και προβάλλει τις αιτίες για τις οποίες τραυματίστηκε.
Οι παιδουπόλεις έκλεισαν και μαζί τους χάθηκε στον χρόνο κι εκείνη η κακοποίηση. Μιλώντας για το σήμερα, πόσο πιστεύετε ότι έχει μετατοπιστεί η δημόσια Παιδεία από εκείνα τα χρόνια και πόσο έχει μετασχηματιστεί το μέλημα του κράτους να διαπαιδαγωγεί «σωστούς» πολίτες;
Δεν μπορώ να μιλήσω για την Παιδεία αυτή τη στιγμή. Το βέβαιο όμως είναι ότι όλοι μας σήμερα βιώνουμε συνεχή και απροκάλυπτη προπαγάνδα μέσω των media. Δεχόμαστε ένα συνεχές σφυροκόπημα αποπροσανατολισμού. Μας σερβίρουν σκουπίδια με μια απίστευτη ηθικολογία.
Η ταινία σας προσεγγίζει ένα βαθύ τραύμα της Ιστορίας μας που για πολλούς λόγους δεν έχει εκτιμηθεί και αναλυθεί όσο έπρεπε - ιστορικά και παιδαγωγικά. Έχουν ακόμα ο κινηματογράφος και οι τέχνες γενικότερα τη δύναμη να αποκαταστήσουν τη χαμένη μνήμη;
Μακάρι η ταινία μου να είναι κι αυτή ένα λιθαράκι στο να γίνει πιο γνωστή η ιστορία των παιδουπόλεων. Η τέχνη και κατ’ επέκταση το σινεμά μπορούν να προκαλέσουν σκέψεις και να ξυπνήσουν ανησυχίες. Δεν σημαίνει ότι μπορούν να απαντήσουν στα πάντα ή να φέρουν απαραίτητα κοσμοϊστορικές ανατροπές. Αλλά είναι σίγουρα οξυγόνο στη ζωή μας, με την έννοια ότι μπορούν να μας προτρέψουν να εμβαθύνουμε στα πράγματα.

Υπήρξαν δευτερεύουσες πλοκές ή ιστορικά ευρήματα που αναγκαστήκατε να αφήσετε έξω από το τελικό cut; Αν ναι, τι ήταν αυτό που κόψατε με περισσότερο πόνο ψυχής;
Ο,τι κόπηκε έγινε χωρίς πόνο ψυχής. Υπήρξαν κάποια λόγια της γιαγιάς που ήταν πολύτιμα για μένα και μια περιγραφή του Γιάννη την εποχή που βρισκόταν στον στρατό. Και τα δύο αυτά στοιχεία αντικατόπτριζαν πολύ ουσιαστικά την εποχή τους. Αλλά με τον πολύ καλό μοντέρ Χρήστο Γιαννακόπουλο καταλήξαμε στο ότι ήταν καλύτερα να αφαιρεθούν. Και μιας και ανέφερα τον Χρήστο, θέλω να αναφέρω και τον Διονύση Ευθυμιόπουλο, που έκανε τη φωτογραφία, τη Δέσποινα Χειμώνα, που έκανε τα κοστούμια, τον Γιώργο Γεωργίου, που έκανε τα σκηνικά, αλλά και τον Νίκο Ξυδάκη, που έγραψε τη μουσική της ταινίας. Ήταν όλοι υπέροχοι συνεργάτες. Επίσης, ευχαριστώ τους συμπαραγωγούς Βασίλη και Κώστα Αλατά, τον Πάνο Μπίσδα και τον χορηγό μας Κωνσταντίνο Δρακόπουλο. Και βέβαια όλους τους υπέροχους ενήλικες ηθοποιούς και τα υπόλοιπα παιδιά που παίζουν στην ταινία.
Τι σκέψεις θα επιθυμούσατε να κάνουν οι θεατές μετά το τέλος της ταινίας; Τι θα θέλατε να κουβαλήσουν μαζί τους φεύγοντας από την αίθουσα;
Θα ευχόμουν οι θεατές να φύγουν από την αίθουσα νιώθοντας αγάπη για το παιδί του οποίου την ιστορία παρακολούθησαν, πόνο και θυμό για τον τρόπο που βιάστηκαν το μυαλό του και η καρδιά του και ανάταση γιατί είδαν μια ταινία από την οποία αποκόμισαν κάτι που ίσως και να μην γνώριζαν.