«...Κάνε κάτι λοιπόν να χάσω το τρένο...». Με σκότωνε μέσα μου. Εγώ είχα μεγαλώσει με τον Πρόδρομο «...οπού πατώ το πόδι μου και ρίξω τη ματιά μου...», και τώρα κάνε κάτι να χάσω το τρένο; Αν δεν θες να μπεις στο τρένο, μην μπαίνεις, ρε φίλε. Χασ’ το. Μείνε κι άσε τη μίρλα, την κλάψα, πάρε την ευθύνη της απόφασής σου εσύ.
Με έκαιγε πολύ καιρό όλη αυτή η στροφή του νέου λαϊκού τραγουδιού σε μαραζιάρικους και υπαρξιακά ψυχοπονεμένους δρόμους. Μα είπα μέσα μου, καιρός φέρνει τα λάχανα, καιρός τα παραπούλια. Κάθε εποχή καθρεφτίζεται κυρίως μέσα από τη λαϊκή της τέχνη κι από το τραγούδι της. Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, θυμάμαι δίπλα στο χαρούμενο τραγούδι και το θλιμμένο. Μα ποτέ δεν θυμάμαι κλάψα και αδιέξοδο συλλογισμό στον στίχο. Και τα τραγούδια του Καζαντζίδη -γεμάτη τότε η εποχή μου από Στέλιο- που κατηγορηθήκαν ως κλαψιάρικα, δεν είχαν κλάψα, σπαραγμό είχαν. Μα δίπλα στον σπαραγμό, την ανάταση, τη διέξοδο, «Μανούλα, θα φύγω, μην κλάψεις για μένα» ή «στις φάμπρικες της Γερμανίας και στου Βελγίου τις στοές...», γενίκευαν το ατομικό και δεν το θάβαν στον βυθό του υπαρξιακού, και αυτή η γενίκευση ανέβαζε τον θρήνο πάνω από το φοβισμένο και μαραζιασμένο εγώ και τον γύριζε σε κοινωνικό αίτημα.
Τώρα η καθήλωση του χαρακτήρα σε θολούς ατομικούς λαβυρίνθους που γίνεται στίχος δείχνει και καθήλωση κοινωνική. [Δεν φταίει ο ποιητής, δεν φταίει ο λυράρης...] Εξαφανίζονται ολόκληρες χώρες στον καινούργιο γεωπολιτικό σχεδιασμό. Αφανίζονται λαοί σε τραγικά άνισους πολέμους. Ο μαζικός με κρατικό πρόσημο και σημαία φόνος χτυπά όχι πια τις πόρτες, μα με την εικόνα κάθεται και στο τραπέζι μας. Μας εξοικειώνει με τον όλεθρο. Κι όμως, φύλλο δεν κουνιέται. Μόνο ο ψευτολυγμός των κροκόδειλων σε Ανατολή και Δύση ακούγεται. Οι εξαιρέσεις όσων διαμαρτύρονται ή αντιδρούν, ελάχιστες. Καθηλωμένοι όλοι οι υπόλοιποι κοιτάμε το ακατανόητα τραγικό και αιματηρό ως θεατές πλέον. Και στα καθ’ ημάς, καταστρέφεται ο κάμπος ο Θεσσαλικός και καμία ικανή κρατική μέριμνα, παρά μόνο μια ψευτοεπιδοματική πολιτική που στην ουσία διαφθείρει, προτρέπει, διατάζει: «Φύγετε. Αδειάστε μας τον κάμπο. Θάνατος στον αγρότη. Απέξω περιμένει η καινούργια μπίζνα των φανς. Εταιρείες τροφίμων, υδάτων, ενέργειας».
Δεκαεννιά τραγούδια επέλεξα να τα κάνω δεκαεννιά ιστορίες και μαζί δεκαεννιά λαϊκές ζωγραφιές. Η κάθε ιστορία αναδύει την εποχή που γράφτηκε το κάθε τραγούδι και το ήθος της. Το είχα ανάγκη -εγώ πιο πολύ από όλους- να ξαναβρώ και να ξαναβρούμε τα χαμένα αχνάρια του δρόμου, την κατεύθυνση. Η Τέχνη πάντα βρίσκει την άκρη του χαμένου μίτου για να σε βγάλει από τον λαβύρινθο του κτήνους.
* Ο Θανάσης Σκρουμπέλος είναι συγγραφέας, σκηνοθέτης και σεναριογράφος.

Θα σου τηγανίζω ψάρια*
Ο Λόλος είχε ραντεβού στην Πανόρμου. Ο ένας να την κατεβαίνει, ο άλλος να την ανεβαίνει για να ελέγχει ο ένας την πλάτη του άλλου. Ο Πελέτος, το τακίμι του, τίγρης αλάνι, του είπε να ’ρθω κι εγώ. Είχε κέρατο κρυμμένο στο μανίκι. Να χτυπήσει αν γίνει η στραβή. «Όχι», του είπε ο Λόλος, «τώρα υπάρχουνε κανόνες, ούτε τα ονόματά μας δεν λέμε. Μην κοιτάς που εμείς εδώ γνωριζόμαστε από παιδιά». Με το που είχαν βγει τα τανκς στους δρόμους της γειτονιάς με ριπές και τσάμικα, μαζεύτηκε όλη η παρέα. Ο Πελέτος με τον Μαλατσία κρατούσαν και γκαζοτενεκέ με πετρέλαιο και πρότειναν γιούργια. «Ανεβαίνουμε στην ταράτσα και μόλις περάσει το τεθωρακισμένο, το λούζουμε, του την ανάβουμε και την κάνουμε». Τους κράτησε ο Λόλος. «Θα γίνει μακελειό. Δεν είναι κατοστάρι η περίπτωση, μαραθώνιος είναι. Οργανωνόμαστε πρώτα και μετά αρχίζουμε τον νυχτερινό χορό», τους είπε. Συμφώνησαν κι οι άλλοι.
Τον νυχτερινό χορό τον ξέραν καλά. Όταν τα καρακόλια τούς την πέφταν στην υπερβολή με την εξακρίβωση στοιχείων, κυρίως στον Λόλο και στον Ιταλό -που ’ταν χαρακτηρισμένες κόκκινες οι οικογένειές τους- βράδυ προς ξημέρωμα κουβαλάγαν σε νάιλον σακούλες σβουνιές από τα βουστάσια της Κολοκυνθούς και τις αδειάζαν στην πόρτα του τμήματος, όταν έπαιρνε τον φρουρό ο ύπνος στο φυλάκιο. Πρακτικά δεν κερδίζαν τίποτα, την άλλη μέρα τους ξανατραβούσαν σκούπα και με σφαλιάρες για εξακρίβωση, μα νιώθαν καβάλα. «Καριόλια», λέγαν, «εκεί, εκεί μια ζωή σμπίροι χαφιέδες με τα σκατά μαζί».
* Από το τραγούδι «Εργάτης τιμημένος», απόσπασμα από το βιβλίο, εκδόσεις Τόπος