Ο Ντέηβιντ Μάμετ είναι ένας σύγχρονος «Ευρωπαίος» Αμερικανός θεατρικός συγγραφέας, με πνευματικές ρίζες που φθάνουν έως τον ΄Ιψεν και τον Κάφκα, ιδιαίτερα δημοφιλής στη χώρα μας. Η «Ολεάννα» του έχει παρουσιαστεί δύο φορές σε ελληνικές σκηνές. Σήμερα δίνεται ξανά στο θέατρο «Εμπορικόν», σε σκηνοθεσία της Ελένης Σκότη.
Η γραφή του Μάμετ έχει, ανάμεσα σε άλλα, το προσόν να μοιάζει απλή, ενώ είναι, πράγματι, πολυσύνθετη. Εμφανές θέμα της «Ολεάννας» είναι η σεξουαλική παρενόχληση και οι συνέπειές της. Πίσω, όμως, από αυτό το κίνητρο κρύβεται ένας ευρύτερος προβληματισμός. Κρίνεται ολόκληρο το «αμερικανικό όνειρο» και η κουλτούρα που το διέπει, της ολοκληρωτικής λατρείας του κέρδους και της θεοποίησης της κοινωνικής επιτυχίας. Ο Μάμετ ξέρει τις αιτίες αυτής της εκτροπής, που ανάγονται στο πουριτανικό παρελθόν και στην προτεσταντική ηθική του αμερικάνικου έθνους με την ετερονομία της βούλησης και με κυρίαρχο δόγμα τη «σωτηρία των εκλεκτών». Ένα μοντέλο που βασίζεται στην παρανάγνωση της ευαγγελικής παραβολής των «δύο δούλων». Ένας αφέντης είχε δύο δούλους. Φεύγοντας για ταξίδι ο αφέντης παρέδωσε στους δύο δούλους του από ένα «τάλαντο» με την εντολή να το φυλάξουν. Ο ένας έκρινε σωστό να το θάψει στη γη για να το διασώσει. Ο άλλος το επένδυσε και είχε κέρδος. Επιστρέφοντας ο αφέντης τιμώρησε τον δούλο που είχε θάψει τη γη το τάλαντο και βράβευσε τον άλλον που το πολλαπλασίασε… Με αυτήν την αφορμή γεννήθηκε η παράδοξη αντίληψη των πουριτανών, ότι το υλικό κέρδος του ανθρώπου είναι η «χαρά» του θεού. Και ότι οι «εκλεκτοί» του θεού που προορίζονται να σωθούν, είναι οι πλούσιοι! Με τη διαφορά ότι η παραβολή δεν μας μιλάει για το χρήμα, αλλά για τη χάρη ! Η λέξη τάλαντο αποδόθηκε από τον Λούθηρο στη μετάφρασή του της Καινής Διαθήκης ως νόμισμα, η αληθινή σημασία της όμως στην ελληνική γλώσσα των ευαγγελίων είναι χάρις. Η πιο πάνω περικοπή μάς μιλά μεταφορικά για την δωρεά του ανθρώπου, που δεν πρέπει να τη θάβει, αλλά να την αξιοποιεί και να την πολλαπλασιάζει ! Παίρνοντας κυριολεκτικά την ευαγγελική παραβολή, οι πουριτανοί όχι μόνο διέστρεψαν πλήρως το νόημά της, αλλά δημιούργησαν πνευματικό χάος. «Ο σύγχρονος πολιτισμός νοσεί βαριά ψυχικά», μας λέει στην «Ολεάννα» ο Μάμετ, τοποθετώντας τη δράση μέσα σε ένα πανεπιστήμιο, που θα έπρεπε κανονικά να είναι ναός της γνώσης, όχι της εξουσίας. Οι δύο πρωταγωνιστές, ο καθηγητής και η φοιτήτρια, εμπλέκονται σε μια άγονη διαμάχη «περί της αρχής» και σε έναν αγώνα μέχρι τελικής πτώσης για την επικράτηση του ενός. Η αθωότητα της μιας είναι η ενοχή του άλλου, και αντίστροφα. Δεν υπάρχει νικητής και ηττημένος, δεν υπάρχει έλεος ούτε σωτηρία. Το τάλαντο δεν έχει αντίκρισμα. Υπάρχει μόνο η παρεξήγηση, με την έννοια που θα έδινε στη λέξη ο Αλμπέρ Καμύ. Πρόκειται για ένα αυθεντικό κομμάτι «παραλόγου» θεάτρου, σκόπιμα ελλειπτικής γραφής, φτιαγμένο για σπουδαίους ρολίστες.
Η σκηνοθεσία της Ελένης Σκότη βασίζεται στο καφκικό «παράλογο», δηλαδή τη διάσταση ανάμεσα σε μια κατάσταση και στην πραγματικότητα, σε μια πράξη και στον κόσμο που την ξεπερνά. Πετυχαίνει έτσι να αναδείξει σε άψογους ρυθμούς τη «λογική» του συστήματος που ολοκληρώνει, βήμα το βήμα, τη δυστυχία των ηρώων. Σωστά η σκηνοθεσία επιλέγει μια ατμόσφαιρα γενικής απροσδιοριστίας με υπνοβατούντες ρόλους, ενώ πατά την ίδια στιγμή γερά στο πραγματικό. Με την αφαιρετική όψη του Γιώργου Γαβαλά, την ανάλογη μουσική του Σταύρου Γασπαράτου και τους υποβλητικούς φωτισμούς του Νίκου Βλασσόπουλου, να δίνουν τον κατάλληλο τόνο.
«Αυτό που λάμπει», ωστόσο, και αφήνει έκθαμβο το κοινό, είναι το τάλαντο, η δωρεά των δύο πρωταγωνιστών. Ο Δημήτρης Καταλειφός ξετυλίγει ώς το τέλος το de profundis του ρόλου, φέρνοντάς τον στην άβυσσο, και η Λουκία Μιχαλοπούλου είναι ένα επεξεργασμένο αριστοτεχνικά διαμάντι. Δείτε μόνο τους ελλειψοειδείς ρυθμούς της, το ύφος αινιγματικής σφίγγας, πώς αμύνεται κουλουριασμένη, πώς συσπειρώνει το σώμα της για να επιτεθεί, πώς αξιοποιεί τις χαίνουσες σιωπές, τα τρομερά κενά του λόγου. Περισσότερα δεν χρειάζεται να πω.