Μπορεί το τραγούδι της Μαρίνας Σάττι με τίτλο «Zari» να θριαμβεύσει στον φετινό διαγωνισμό της Eurovision; Και,
τελικά, έχει νόημα να αποτιμηθεί μουσικά ένα κομμάτι προορισμένο για την ετήσια τηλεοπτική γιορτή του απενεχοποιημένου κιτς, όντας αποκομμένο από τον θόρυβο και το κουτσομπολιό που συνοδεύουν μια τέτοια φιέστα;
Έχοντας κυκλοφορήσει μόλις πέρυσι το πρώτο και μοναδικό έως τώρα ολοκληρωμένο άλμπουμ της, η Μαρίνα Σάττι δείχνει εντυπωσιακή αυτοπεποίθηση στη σκηνή. Το πολυσυζητημένο «Zari», ωστόσο, όσο επιθετικό ηχητικά και να ακούγεται, ίσως βρίσκει την τραγουδίστρια στην πιο αμήχανη στιγμή της από όταν το 2016 πρωτοεμφανίστηκε με το viral βίντεο του τραγουδιού «Κούπες».
Η Μ. Σάττι προσπαθεί πολύ να παρουσιάζεται πολυσυλλεκτική και πολυπολιτισμική. Άραγε, όμως, υπάρχει μια χωνεμένη πολιτιστική ταυτότητα στη μουσική της καλλιτέχνιδος ή έχουμε να κάνουμε με τραγούδια που συλλέγουν επιδερμικά σκόρπιες επιρροές, με μια παραγωγή που βαφτίζει τον αυτισμό της ως αχαλιναγώγητο multi culti στιλ; Διότι στο μουσικό μπλέντερ της Σάττι οι καραγκούνες, τα μοιρολόγια, τα τσιφτετέλια, τα τσιγγάνικα trap και τα βαλκανικά ρεγκετόν δεν μπορούν παρά να επικοινωνούνται απλώς ως αισθητικά σύμβολα προσαρμοσμένα στις διαστάσεις ενός smartphone. Η Σάττι μπορεί να χορεύει σαν να βρίσκεται ταυτόχρονα σε μια κολομβιανή φιέστα και σε ένα παραδοσιακό πανηγύρι στη Θράκη. Να κοιτάζει με το ένα μάτι στο Bollywood και με το άλλο στην Κρήτη. Να πατάει με το ένα πόδι στη Μικρά Ασία και με το άλλο στη Βουλγαρία. Με το ίδιο φόντο, η πόζα μένει ίδια. Άλλωστε, ακόμη και οι πιο ένθερμοι θαυμαστές της οφείλουν να συμφωνήσουν ότι ουδέποτε φαίνεται να συμμετέχει συναισθηματικά σε όσα συμβαίνουν στο ακουστικό ή οπτικό υλικό της και αυτό για πολλούς λογίζεται, δικαιολογημένα, ως μειονέκτημα.
Το τραγούδι
Το «Zari» είναι ένα ασπόνδυλο τραγούδι, σχεδιασμένο συμβατικά. Νιώθεις ότι έχει περάσει μία πρέσα από πάνω του και του έχει αφαιρέσει όλα όσα κάνουν τη Rosalia να ακούγεται φρέσκια. Επιπλέον, είναι πασπαλισμένο με μία εσάνς σοφιστικέ ειρωνείας. Ειρωνείας απέναντι σε τι όμως; Απέναντι στο ελληνικό φολκλόρ; Αυτό, δηλαδή, που η ίδια αγκάλιασε για να γίνει γνωστή με τη «Μάντισσα»; Απέναντι στο τουριστικό κιτς με τα σουβλάκια και τις περικεφαλαίες; Όταν η τραγουδίστρια θα δουλέψει σκληρά για να εμφανιστεί σε έναν διαγωνισμό, όπου η κάμερα θα δείχνει έναν ωκεανό από σημαιάκια και τουριστικά κλιπάκια πριν από κάθε τραγούδι; Απέναντι στην καθημερινή λαϊκή ντεκαντάνς; Όταν αυτή η μουσική εκφράζει τον λαό και αναπνέει στις γειτονιές του κόσμου;
Από την άλλη, η Μ. Σάττι προσέχει πολύ τις χορογραφίες της και μοιάζει φτιαγμένη από εκείνο το υλικό που παρασκευάζονται οι μοντέρνοι αστέρες του TikTok, με τραγούδια και βίντεο προορισμένα για τα play, pause και mute των φορητών συσκευών. Είναι δύσκολο να αποσυνδέσουμε τη Σάττι από την εποχή της απογείωσης της ιδιώτευσης στις μικρές οθόνες και στα μικροσκοπικά ηχεία. Γιατί και το «Zari» είναι φτιαγμένο για αυτιά που έχουν μάθει να ακούνε μουσική σε ακουστικά ψείρες.
Οι αντιδράσεις
Αυτές οι ενστάσεις, βέβαια, δεν δικαιολογούσαν τον διαδικτυακό χλευασμό που δέχτηκε το τραγούδι μέσα από σχόλια γεμάτα χολή και μίσος, γραμμένα με έπαρση από ανθρώπους εκτός εποχής που νομίζουν πως οτιδήποτε ξεφεύγει από το λυρικό και το έντεχνο θα πρέπει να θεωρείται μίασμα. Όπως δεν ήταν δικαιολογημένη και η αποθέωση που δέχτηκε από ανθρώπους που ήθελαν να αποδείξουν ότι είναι σε θέση να αντιλαμβάνονται τα σύγχρονα ρεύματα της νεανικής αντικουλτούρας, κυρίως για τον εκλεκτικό μετα-σαρκασμό του βίντεο. Μην ξεχνάμε ότι πίσω από ένα «καλά μας δείχνει, γιατί έτσι είμαστε» κρύβεται καλά και ένα ανείπωτο «καλά σας δείχνει γιατί έτσι είστε» με σηκωμένο δάχτυλο και αδικαιολόγητο ελιτισμό.
Σε κάθε περίπτωση, παρά τα προβλήματα στην παραγωγή και την απουσία ευκρινούς μελωδίας (ή ακριβώς γι’ αυτούς τους λόγους) το «Zari» είναι μια εξαιρετική επιλογή για τη φετινή Eurovision και θα προκαλέσει αίσθηση - ειδικά αν θυμηθούμε την περσινή ελληνική συμμετοχή που προκάλεσε μόνο κλαυσίγελο. Η Μαρίνα Σάττι μπορεί να σαρώσει τα δωδεκάρια τραγουδώντας τα-τα-τα και να αποκτήσει διεθνή φήμη μέσω του διαγωνισμού που εκφράζει ιδανικά τη σημειολογία της μουσικής της. Θα είναι δίκαιο για την ίδια, αλλά και για το κοινό που την περιμένει ως σωτήρα για να γλιτώσει από τις μελωμένες μπαλάντες και τα κούφια ποπ τραγούδια με διεθνείς λέξεις που τοποθετούνται σαν αγγιστράκια στο ρεφρέν, όπως «οκέι γιες, οκέι γιες» που τραγουδούσαν κάποτε οι τηλεοπτικοί «Απαράδεκτοι».
