«Ο Ευριπίδης είναι ο προπομπός του MeToo» λέει ο Δημήτρης Πιατάς, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι ο λόγος του αρχαίου τραγικού φτάνει στην εποχή μας «με απόλυτη ισχύ». Έχοντας διανύσει σημαντική διαδρομή στα θεατρικά δρώμενα, με παράλληλη διαδρομή στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση, παρά τη δημοφιλία του, διατηρεί χαμηλούς τόνους έξω από τη σκηνή και αναμετριέται δυναμικά με κάθε καινούργιο ρόλο. Έπειτα από τρία χρόνια επιστρέφει στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, όπου ερμηνεύει τον ρόλο του Ταλθύβιου στις «Τρωάδες» του Ευριπίδη, πλάι στη Ρούλα Πατεράκη (Εκάβη), στην παράσταση που παρουσιάζει το ΚΘΒΕ, σε σκηνοθεσία Χρήστου Σουγάρη, στις 18 και 19 Αυγούστου.
Με αφορμή τις «Τρωάδες», ο γνωστός ηθοποιός μιλάει για τον Ευριπίδη και τον ήρωά του Ταλθύβιο, για τη Ρούλα Πατεράκη, για το θέατρο, για την Επίδαυρο και τις παραστάσεις που βλέπουμε αλλά και για τα σχέδιά του στο ΔΗΠΕΘΕ Βόλου, όπου ξεκινάει τη θητεία του ως καλλιτεχνικός διευθυντής. Ο Δημήτρης Πιατάς ομνύει στον «θεό του θεάτρου», ωστόσο δεν κρύβει ότι «η εποχή μας δεν είναι πολύ περήφανη για το πολιτιστικό της στίγμα».
Πώς συναντιέστε με τον Ταλθύβιο, αυτόν τον τρομερό ήρωα του Ευριπίδη, μαντατοφόρο δεινών;
Χαίρομαι πολύ που βρίσκομαι στη συγκεκριμένη τραγωδία με έναν ήρωα που δεν έχει καμία κωμικότητα και φέρει την προσωπική ασήμαντη τραγικότητα. Είναι, θεωρώ, το πιο σύγχρονο πρόσωπο της συγκεκριμένης τραγωδίας και εννοώ ότι, ενώ περιβάλλεται από ήρωες και θεούς στον ηρωικό κόσμο της τραγωδίας, όπως η Εκάβη, ο Μενέλαος, ο Ποσειδώνας, η Ανδρομάχη, ο ίδιος δεν φέρει κανέναν ηρωισμό. Το αντίθετο, είναι περισσότερο σημερινός ήρωας. Στην πραγματικότητα, εκτελεί εντολές, όχι με πολλή χαρά είν’ η αλήθεια, αλλά τις εκτελεί. Η Ρούλα Πατεράκη, σε συνέντευξή της, έδωσε έναν συγκλονιστικό χαρακτηρισμό για τον Ταλθύβιο. «Ο Ταλθύβιος έχει διάτρητο ανθρωπισμό» είπε. Άρα ο Ταλθύβιος με τα προσωπικά του ψυχολογικά προβλήματα και την ασημαντότητά του, ως μη ήρωας, είναι ένα πρόσωπο της σημερινής διπλανής μας πόρτας. Είναι από τα πρόσωπα που θα επιβιώσουν σε κάθε περίπτωση, αλλά δεν θα γράψουν Ιστορία.
Ο λόγος του Ευριπίδη πώς φτάνει στη σημερινή εποχή;
Με απόλυτη ισχύ. Η σημερινή κατάσταση, όπως παρουσιάζεται στον πλανήτη, έχει αλλάξει μόνο ως προς τα ρούχα. Το πρόβλημα είναι ενδυματολογικό και μόνο. Οι συμπεριφορές είναι οι ίδιες μ’ αυτές που καυτηριάζει ο Ευριπίδης, είτε ως Ταλθύβιος που εκτελεί, αλλά δεν του αρέσει, όμως εκτελεί την εντολή, είτε ως αλαζονεία των νικητών απέναντι στους αδύναμους. Δείτε πόσα παραδείγματα αντίστοιχα έχουμε στις μέρες μας. Κούρδοι, Παλαιστίνιοι, Ουκρανοί, Ρώσοι - μόνο στη γειτονιά μας συναντάμε τόσες εστίες πολέμου. Αυτομάτως ακολουθούν όλα τα δεινά του πολέμου.

Οι Τρωαδίτισσες θα ακολουθήσουν ως δούλες όλους τους βασιλικούς οίκους της Ελλάδας. Ο Ευριπίδης, με τη φωνή της Ανδρομάχης, όταν παραδίδει τον γιο της Αστυάνακτα για να τον πετάξουν με εντολή του Οδυσσέα από τα τείχη της Τροίας και να τον σκοτώσουν, προκειμένου να μην μεγαλώσει ο γιος του γενναίου Έκτορα, λέει «Έλληνες, εφευρέτες της βαρβαρότητας». Είναι πολύ ισχυρή φράση αυτή ειπωμένη από έναν Έλληνα ποιητή στους Έλληνες. Σήμερα δεν υπάρχει αντίστοιχος Ευριπίδης που μπορεί να πει αυτή τη φράση στον πλανήτη Γη για τη χώρα του. Ο Ευριπίδης φέρει τον δικό του πολιτισμό χωρίς παρωπίδες και σημαίες. Δείχνει την απόλυτη αλήθεια, δεν κρύβει την απόλυτη αλαζονεία του νικητή. Η διαφορετικότητα του ευριπίδειου λόγου σε σχέση με το σήμερα νομίζω πως σ’ αυτή την τραγωδία αναδεικνύεται σε όλο της το μεγαλείο. Το συγκεκριμένο έργο και ο Ευριπίδης εστιάζουν στη γυναίκα. Ο γυναικείος χορός είναι πολύ ισχυρός σ’ αυτή την τραγωδία. Αν δεχτούμε ότι σήμερα η γυναίκα εξακολουθεί να υφίσταται την καταπίεση και τη βία, θεωρώ πως ο Ευριπίδης μας προσφέρει ένα εξαιρετικό μάθημα σήμερα. Είναι ο προπομπός του MeΤoo.
Η ανάγνωση του σκηνοθέτη Χρήστου Σουγάρη πού σας οδηγεί; Ποιες αποχρώσεις της συγκεκριμένης τραγωδίας επισημαίνει;
Ο Σουγάρης διεκδίκησε ήπιες ερμηνείες και χαμηλόφωνες νότες υποκριτικής. Σεβόμενος το κείμενο των Τρωαδιτισσών, στην εξαιρετική μετάφραση του Θόδωρου Στεφανόπουλου, διεκδίκησε να υπάρξει ο λόγος χωρίς κραυγές. Αφήνει να ακουστεί ο ίδιος ο λόγος του ποιητή, έχοντας να παλέψει με ένα ιερό τέρας υποκριτικής, τη Ρούλα Πατεράκη, που «είναι» η Εκάβη, η πιο τραγική ίσως ηρωίδα της αρχαιοελληνικής γραμματείας. Πιστεύω ότι σ’ αυτή την παράσταση η Πατεράκη κάνει μια πολύ μεγάλη ερμηνεία και χαίρομαι που είμαι παρών.
Εχετε συνεργαστεί ξανά με τη Ρούλα Πατεράκη;
Ναι, έχω ξαναπαίξει μαζί της πρόσφατα στην «Αυλή των θαυμάτων» του Καμπανέλλη και με έχει σκηνοθετήσει στην Επίδαυρο, στον «Οιδίποδα τύραννο» και στον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» σε μια ενιαία παράσταση. Είναι σημαντικό που υπάρχει στο ελληνικό θέατρο η Ρούλα Πατεράκη και θα τολμούσα να πω και στο παγκόσμιο θέατρο, με κίνδυνο να θεωρηθώ υπερβολικός.
Επιστρέφετε στην Επίδαυρο. Τι σημαίνει αυτό το θέατρο για έναν ηθοποιό της δικής σας διαδρομής;
Είναι ο πλέον ιερός χώρος, το τοτέμ του θεάτρου, που αν δεν το είχαμε στη χώρα μας, θα έπρεπε να το εφεύρουμε. Όταν βρέθηκα στο Λονδίνο, στο Glob Theater, για να παίξουμε τον «Περικλή» του Σαίξπηρ σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά με το Εθνικό Θέατρο, οι Εγγλέζοι μας ζήτησαν να συμπεριφερθούμε στον θεατρικό χώρο του Σαίξπηρ με απέραντο σεβασμό και ταπεινότητα, λες και ήταν ο ίδιος χώρος που έπαιζε ο Σαίξπηρ την ελισσαβετιανή εποχή. Τότε τους είπα ότι εμείς έχουμε το αυθεντικό θέατρο και όχι την αναπαράστασή του, έχουμε το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. Δεν νομίζω πως υπάρχει ηθοποιός που μπορεί να παίξει σε έναν χώρο 10.000 θεατών και να αισθάνεται πως απευθύνεται στον καθένα ξεχωριστά.
Στην Επίδαυρο έχουμε δει σπουδαίες παραστάσεις αλλά και υπεραπλουστευτικές αναγνώσεις, επικαιρικές συνδέσεις, αλλά και πομπώδεις ερμηνείες. Η πείρα και η εμπειρία σας στην αναμέτρηση με τον ρόλο σε ποιες σκέψεις σας οδηγούν για τη σημερινή παραστασιολόγηση του αρχαίου δράματος;
Είναι λογικό να βλέπουμε έναν πλουραλισμό αναγνώσεων στην Επίδαυρο. Η εποχή μας δεν είναι πολύ περήφανη για το πολιτιστικό της στίγμα. Το σημαντικό όμως είναι ότι ο ίδιος ο χώρος δεν θα πάθει τίποτα, εμείς θα πάθουμε. Το θέατρο, άλλωστε, αναπαράγει την εποχή μας, την κάθε εποχή. Και, δυστυχώς, η εποχή μας δεν είναι καλή. Αντίστοιχη είναι και η εικόνα του θεάτρου μας.
Πού εντοπίζετε τα σημαντικότερα προβλήματα;
Η ίδια η πνευματική κοινότητα αλλά και οι θεσμοί, το υπουργείο Πολιτισμού, οι εποπτευόμενοι οργανισμοί του αλλά και το ενδιαφέρον του πολίτη για τα πολιτιστικά είναι πολύ φτωχά. Σ’ αυτή τη φτώχεια περιλαμβάνω και τον εαυτό μου κάνοντας αυτοκριτική. Παρακαλώ να τοποθετήσουμε πού κατατάσσουμε την εποχή μας. Στην Αναγέννηση, στον Διαφωτισμό ή στον Μεσαίωνα;

Αλήθεια, τι είναι αυτό που κάνει σπουδαία μια παράσταση;
Εν αρχή είναι το έργο. Πάνω σ’ αυτό προστίθενται η σκηνοθεσία, οι συντελεστές, η χημεία και, όπως λέω κι εγώ ως εργάτης της Τέχνης, ο θεός του θεάτρου. Για να γίνει ένα θαύμα, χρειάζονται πάρα πολλοί παράγοντες. Ο θεός του θεάτρου είναι μεταφυσική έννοια, υπάρχει στον αέρα και είτε τον πιστεύεις είτε δεν τον πιστεύεις. Αλλά θαύμα χωρίς πίστη δεν γίνεται. Μην ξεχνάμε ότι το θέατρο και η Εκκλησία έχουν γεννηθεί από τους ίδιους ανθρώπους την ίδια στιγμή. Στα ελευσίνια μυστήρια γεννιέται το θέατρο και συνάμα γεννιέται η Εκκλησία. Ιερείς και υποκριτές ήταν το ίδιο πράγμα. Μετά χωρίστηκαν.
Μας είπατε για τον θεό του θεάτρου. Το θέατρο τι είναι για σας;
Μια ανώτερη άυλη ιδέα. Το θέατρο είναι πάνω απ’ όλα χαρά, χαρά ζωής, δημιουργίας, χαρά να υπάρχεις.
Το φθινόπωρο ξεκινάτε τη θητεία σας ως καλλιτεχνικός διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕ Βόλου. Ποιες οι σκέψεις και ποιες οι προτεραιότητες;
Θα προσπαθήσω πάνω απ’ όλα το θέατρο να επικοινωνήσει ξανά και στενά με τους κατοίκους της πόλης και της περιοχής του. Ο Βόλος, εξάλλου, και η Μαγνησία κατ’ επέκταση, είναι μια πόλη, μια περιοχή με έντονο πολιτισμικό στίγμα και παράδοση. Η θητεία μου θα ξεκινήσει με μια μεγάλη γιορτή, οφειλόμενη θα έλεγα σε έναν πολύ σπουδαίο Βολιώτη και Έλληνα, τον Βαγγέλη Παπαθανασίου. Η νέα καλλιτεχνική περίοδος θα ξεκινήσει στις 25 Σεπτεμβρίου με τη μεγάλη γιορτή της μετονομασίας του Δημοτικού Θεάτρου του Βόλου σε «Βαγγέλης Παπαθανασίου». Είναι η έναρξη και, αν θέλετε, μια συμβολική κίνηση για να δείξει ένα νέο ξεκίνημα. Ετοιμάζουμε επίσης την παράσταση «Μαύρο κύμα», που αναφέρεται στους πρόσφυγες της Ιωνίας, σε κείμενο Σάκη Σερέφα, με τη συμμετοχή όλων των φορέων της πόλης, από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας μέχρι ερασιτεχνικές ομάδες. Υπάρχουν πολλές σκέψεις. Κυρίως υπάρχουν πολλή αγάπη και ενθουσιασμός γι’ αυτό το θέατρο με τη μεγάλη ιστορία.